(Θλιμμένη Τζάσμιν)
του Woody Allen
(κριτική: Μαρία Γαβαλά)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2324_blue-jasmine.jpg

ΕΝΑΣ γουντιαλενικός, διδακτικός, μύθος περί ηθικής. Ένα παραμύθι με συμπέρασμα: «ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός, κι όποιος ζει στο ψέμα, θα πνιγεί στο ρέμα». { προβολή στην Cinobo}
«Θλιμμένη Τζάσμιν-Blue Jasmine», 2013. Όταν μια γυναίκα, εντελώς χαμένη μέσα σε αεροδρόμια κι αεροπλάνα– πετώντας, αν όχι προς το πουθενά, τουλάχιστον προς το άγνωστο –, φλυαρεί ακατάπαυστα μπροστά σε αγνώστους, μιλώντας για τον εαυτό της, δεν μπορεί να μιλά παρά μόνο στον εαυτό της. Άλλωστε, ποιος σεναριακός συνεπιβάτης θα είχε την όρεξη να ακούσει τον ακατάσχετο μονόλογό της, το ανιαρό αφήγημα της ζωής της; Τα άλλα συγγενικά ή γνωστά της πρόσωπα (με εξαίρεση την εξ αγχιστείας αδελφή, μετά από υιοθεσία), που «συγκατοικούν» μαζί της στην ταινία, δηλώνουν μεν ζωηρά παρόντες, αλλά η παρουσία τους μάλλον είναι φασματική, αφού ως σκιές ανθρώπων μας συστήνονται, φαντάσματα ντυμένα με ρούχα ζωντανών. Η ταινία μοιάζει να υψώνει έναν τεράστιο, τσιμέντινο, τοίχο ανάμεσα στη γυναίκα και στα πρόσωπα που την περιβάλλουν, καθιστώντας αδύνατη την ανθρώπινη επικοινωνία. Ακόμα και η αδελφή (καθόλου βιολογική αφού, επίσης κι αυτή, προέρχεται από διαφορετικούς, άγνωστους, γονείς), παρά την ειλικρινή και μεγαλόψυχη προσπάθεια για συμφιλίωση και υποστήριξη προς την παθούσα, δεν κατορθώνει να διαρρήξει αυτή την αδυνατότητα προσέγγισης. Γιατί; Πρώτα πρώτα, επειδή ο σκηνοθέτης τοποθετεί την ιστορία του πάνω σε μια αλλόκοτη σκηνή, που μοιάζει με σκηνή θεάτρου (με απόσταση παρεμβαλλόμενη μεταξύ σκηνής και πλατείας), παρά το γεγονός ότι όλα όσα συμβαίνουν, συμβαίνουν σε χώρους και σε περιβάλλον σύγχρονων αμερικανικών μεγαλουπόλεων. Η ταινία δεν είναι, ούτε κατά διάνοια ρεαλιστική, όπως και πολλές άλλες από τις ταινίες του Γούντι Άλεν, άρα θα ήταν άστοχο και άσκοπο να τη διαβάσουμε έτσι, και διόλου τυχαία η αναφορά, έστω μακρινή και αδιόρατη, στο «Λεωφορείο, ο πόθος». Η γυναίκα που φέρει τα δύο ονόματα, το ρομαντικό και καυχησιάρικο Τζάσμιν ή το κοινότοπο Τζάνετ, είναι η επιτομή του ψευδεπίγραφου, μια «ψευδοθυγατέρα», μια υιοθετημένη κόρη όπως προαναφέραμε, άγνωστης βιολογικής προέλευσης. Ενώ ερμηνεύει, με στόμφο αυτοκρατορικής μεγαλοπρέπειας, την ατσαλάκωτη «μεγαλοκυρία» του καλού κόσμου, στην πραγματικότητα είναι μια τσαλακωμένη χαλκομανία, μια τσαλαπατημένη κάλπικη λίρα στο επίσης τενεκεδένιο θησαυροφυλάκιο της χάι σοσάιτι. Ένα «καμένο χαρτί», μια σνομπ οσονούπω έκπτωτη ψευδοαριστοκράτισσα, που είχε στηρίξει όλη την προηγούμενη  ζωή της πάνω στο ψέμα, αρνούμενη πεισματικά να το ομολογήσει, τότε που θα είχε κάποια αξία η ομολογία της. Είτε κάνοντας τα στραβά μάτια είτε επαναπαυμένη σε έναν κόσμο ψευτιάς λόγω εσκεμμένης (ή μη) αφέλειας, περιβαλλόμενη και επικουρούμενη από επαγγελματίες απατεώνες. Αν το παραδεχτεί, έστω με καθυστέρηση, η λαιμητόμος της πραγματικότητας θα της πάρει  το κεφάλι, για να το πετάξει στα σκουπίδια. Συνεπώς θα πέσει σε νέα παγίδα, εκείνην της αυτοάμυνας. Τι μας υπενθυμίζει διαρκώς, λοιπόν, το σινε-αφήγημα/παραμύθι του Γούντι Άλεν; Ότι πάνω στην κωμική/δραματική θεατρική σκηνή της ζωής, εκείνο που παρακολουθούμε είναι η «σκηνοθετημένη», εξίσου κωμικοδραματική, εκδοχή ενός ξεπεσμού, μιας ανθρώπινης κατάρρευσης, και μιας παράδοσης στα βρόχια της τρέλας, μιας γυναίκας που επέλεξε να παριστάνει ένα πρόσωπο, που στην πραγματικότητα δεν ήταν η ίδια, ο εαυτός της. Ο μασκαράς, κάποτε, θα αναγκαστεί να πετάξει τη μάσκα, διότι διαφορετικά θα πάει από ασφυξία. Τι θα τη βοηθήσει, λοιπόν, να φτάσει στο κρίσιμο σημείο να αγγίξει τη διαχωριστική γραμμή, «από δω η αλήθεια, κι από κει το ψέμα»; Η ίδια η απεχθής προδοσία της, με το να γίνει καταδότρια, χωρίς να λάβει υπόψιν της ότι και η ρουφιανιά είναι κολάσιμη πράξη. Φυσικά, πρωταγωνιστές σε όλο αυτό το μπέρδεμα, αργό ψυχοβγάλσιμο και κατρακύλισμα στον ξεπεσμό, θα είναι το ίδιο το κοινωνικό περιβάλλον, που γνωρίζει καλά πώς να ξερνά τους κουτοπόνηρους, παρακατιανούς, παρείσακτους. Κυρίως, όμως, ο δεύτερος ουσιώδης «ρόλος» του έργου, η όχι εξ αίματος αδελφή Τζίντζερ (επίσης υιοθετημένη κόρη, από τους ίδιους γονείς), μια γυναίκα καρύκευμα, τάχα μου δευτεραγωνίστρια, στην πραγματικότητα ένας ρόλος- κλειδί και συμπρωταγωνίστρια, συνάμα, ένας δυναμικός καταλύτης στην εξέλιξη της ιστορίας, μέχρι το τέλος. Η καταθλιπτική, βουτηγμένη στο εξεζητημένο μπλε αρτιστίκ της υψηλής κοινωνίας Τζάνετ/ Τζάσμιν, θα πέσει πάνω στη λαϊκιά και κιτς, χαζοχαρούμενη Τζίντζερ, απλή υπάλληλο σε σούπερ μάρκετ, με φιλοδοξίες όμως που δεν στηρίζονται τόσο στο ψεύδος, όσο στην επίγνωση. Ένα πρόσωπο που δεν ποντάρει σε υψηλές επιδόσεις, αλλά αρέσκεται σε χαμηλές ψευδαισθήσεις, κυρίως όμως συνειδητοποιώντας το «φύλαγε τα ρούχα σου, να έχεις τα μισά» ή το εξής σοφό: «έστω και μια στιγμή καθαρής ειλικρίνειας, είναι ανώτερη από δεκαετίες βουτηγμένες στο ψέμα και την εξαπάτηση». Η Τζάνετ/Τζάσμιν (η μεγαλειώδης, και μες στον απόλυτο εκπεσμό της, Κέιτ Μπλάνσετ), μια αδέσποτη ψυχή των δημόσιων πάρκων, θα βυθιστεί στο απόλυτο τίποτα μιας άστεγης γυναίκας, με το βλέμμα χαμένο στο κενό, συνεχίζοντας να μιλά στον εαυτό της. Πλην όμως, εκτός των θεατών της ταινίας, που βλέπουν και ακούνε το παραμιλητό της, η χαμογελαστή και  καταφερτζού Τζίντζερ (η εξαιρετική Σάλι Χόκινς, στον ρόλο της παρτσακλής εξ αγχιστείας αδελφής, που αρκείται σε χαμηλές επιδόσεις), δεν ζει πολύ μακριά, είναι της γειτονιάς, και πιθανόν στήνει κι εκείνη αυτί στον μονόλογο του ξεκούρντιστου ανδρείκελου, που έχει καταντήσει η ψηλομύτα αδελφή της. Ο Γούντι Άλεν αφήνει το ερώτημα να αιωρείται, με πονηράδα, όντας πονόψυχος αφηγητής: θα καταποντιστεί, ξυλάρμενο, το σκάφος της έκθρονης βασίλισσας (θα φάει ο λύκος την κοκκινοσκουφίτσα;) ή θα σωθούν κάποια μπουρζουά κουρέλια της παρηγοριάς, για να ολοκληρωθεί και το επίμετρο: ζήσαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα!

(Πρώτη δημοσίευση ανάρτηση στο facebook)