της Alice Diop
(κριτική: Μαρία Γαβαλά)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2324_saint-omer-2.jpg

ΛΕΥΚΟΣ ΚΑΙ ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ-Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΚΑΙ Η ΔΙΑΣΩΣΗ. Ο κεντρικός δρόμος του Σαιντ-Ομέρ, στον βορρά της Γαλλίας, στο Πα-ντε-Καλαί, είναι ένας συνηθισμένος ασήμαντος επαρχιακός δρόμος (3, Rue des Tribunaux), όπου βρίσκεται και το κακουργιοδικείο στο οποίο εκδικάζεται ένα έγκλημα, μια παιδοκτονία η οποία συνέβη σε κάποιο άλλο, παραθαλάσσιο σημείο, (παραλία της Berck-sur-Mer), του ίδιου γεωγραφικού διαμερίσματος. Η σκηνοθέτις της ταινίας, Αλίς Ντιόπ, Γαλλικής εθνικότητας και Σενεγαλέζικης καταγωγής, δηλώνει εξαρχής ότι όλες οι παραπάνω πληροφορίες, σχετικές με ονόματα τόπων, πρόκειται να παίξουν πρωτεύοντα ρόλο στην ταινία της «Saint Omer», 2022, έστω και υπογείως. Όπως άλλωστε συμβαίνει και στο μυθιστόρημα «Η εκδίκηση είναι δική μου», (εκδ. Πόλις, 2022) της Μαρί Ντιάιγ, Γαλλίδας συγγραφέως, επίσης σενεγαλέζικης καταγωγής από μεριάς πατέρα, η οποία και συνυπογράφει το σενάριο της εν λόγω ταινίας. Τα δύο έργα, ταινία και μυθιστόρημα, συνδέονται στενά μεταξύ τους, όχι μόνο μέσω μιας κοινής θεματικής αφετηρίας (παιδοκτονίες, διά του πνιγμού σε νερό, από μητέρες ευρισκόμενες σε πνευματική σύγχυση), αλλά και μέσα από μια σειρά λεπτομερειών συναφούς γενικότερης προβληματικής, χειρισμού των θεμάτων ή (ακόμα) και μεθοδολογίας της έρευνας (βλ. την ανάληψη υπεράσπισης από δύο γυναίκες νομικούς).
Η σκηνοθέτις της ταινίας επιχειρεί δύο θεμελιώδεις αναφορές, σε δύο εμβληματικά κινηματογραφικά έργα. Στο «Χιροσίμα, αγάπη μου» (Ρεναί, Ντυράς) και συγκεκριμένα στο επεισόδιο της κουράς/ τιμωρίας/ εξευτελισμού των γυναικών, οι οποίες είχαν στενή σχέση με τους Γερμανούς κατακτητές, την περίοδο της ναζιστικής κατοχής στη Γαλλία. Η δεύτερη αναφορά έχει σχέση με την ερωτική παραφορά της «Μήδεια» του Παζολίνι, η οποία, να το τονίσουμε, είναι εντελώς αποκομμένη από την τραγωδία του Ευριπίδη, όντας επί της ουσίας μια ταινία για την προσωπικότητα της Μαρίας Κάλλας, με πρόσχημα και αφετηρία τον ρόλο της στη «Μήδεια» του Κερουμπίνι. Πιστεύω ότι και οι δύο αναφορές, παρά το γεγονός ότι διέπονται από μια λογική η οποία υποστηρίζεται, αρκούντως, μες στο σενάριο του «Σαιντ-Ομέρ», θα μπορούσαν να απουσιάζουν, διότι και τα δύο εμβόλιμα παραδείγματα βρίσκονται στον αντίποδα αυτού που αποτελεί το θεμελιώδες διακύβευμα της ταινίας της Ντιόπ. Αντιθέτως, πιστεύω ότι η αναφορά που μας έρχεται αμέσως στον νου, παρακολουθώντας την ταινία της Ντιόπ, είναι η πολύ σημαντική ταινία «La noire de…, Η μαύρη του…», 1966, του Σενεγαλέζου μυθιστοριογράφου και κινηματογραφιστή Ουσμάν Σεμπέν.
Η Αλίς Ντιόπ είναι μια πολύ ικανή και έμπειρη κινηματογραφίστρια, η οποία έχει και την πολύτιμη μορφωτική σκευή αλλά, κυρίως, έχει εξασκηθεί στον τομέα του ντοκιμαντέρ. Κατά συνέπεια, στην πρώτη της δουλειά μυθοπλασίας, εκείνο που κυρίως επιτυγχάνει πλήρως τους στόχους του, έχει να κάνει με όλα όσα μπορούν να ιδωθούν, να εξεταστούν, να ερευνηθούν, να διατυπωθούν ως συμπεράσματα, έστω και με πολλά ερωτηματικά, μέσω της μεθόδου του ντοκιμαντέρ. Εκείνο που με εντυπωσίασε, είναι η κινηματογραφική αμεσότητα και διαύγεια, καθαρά ντοκιμαντερίστικες αρετές, με τις οποίες η Αλίς Ντιόπ, στήνει, σε έναν ασφυκτικό χώρο εγκλωβισμού, εκείνον ενός επαρχιακού δικαστηρίου, τη δυναμική τοποθέτηση τριών θηλυκών οντοτήτων. Πρώτον, υπάρχει η θέση της παιδοκτόνου (ο εγκλωβισμός μιας γυναίκας που δικάζεται για καταπάτηση και καταστροφή της έννοιας της μητρότητας). Δεύτερον, ο εγκλωβισμός μιας άλλης γυναίκας, εγκύου/ερευνήτριας/παρατηρήτριας, η οποία βιώνει το βασανιστήριο των αμφιβολιών γύρω από την έννοια της μητρότητας. Τρίτον, υπάρχει και ένα εργαλείο, μια κινηματογραφική κάμερα, η οποία αναλαμβάνει να συντονίσει τον λόγο ή τη σιωπή, τη διαστάυρωση μόνο βλεμμάτων, τη συνενοχή ή την απλή επικοινωνία των δύο γυναικών, για τις οποίες είναι πολύ δύσκολο να αποφασίσουμε, ποια είναι η πρωταγωνίστρια και ποια η δευτεραγωνίστρια. Εκείνη που έχει καταστρέψει την ιδέα της μητρότητας, ή εκείνη που φοβάται ότι θα την καταστρέψει; Όλα τα άλλα, εντός του κακουργοδικείου, νομίζω ότι περνάνε σε δεύτερη μοίρα. Ο φεμινιστικός, ρητορικός και ποιητικά πεποικιλμένος λόγος της συνηγόρου. Ο ορθολογικός καταπέλτης, αρσενικής κοπής, του μάλλον αντιπαθητικού εισαγγελέα. Η ολοφάνερη συναισθηματική απόκλιση (βλ. ενσυναίσθηση) της μάλλον συμπαθεστάτης προέδρου του δικαστηρίου. Και οι δύο γυναίκες που μας ενδιαφέρουν, βρίσκονται σε σύγχυση, κυρίως διότι είναι δύο Μαύρες στην καρδιά της επικράτειας του Λευκού. Η κατηγορουμένη έχει χάσει εντελώς τον έλεγχο της κατάστασης, από τη στιγμή που έχει απωλέσει, προ πολλού, την ταυτότητά της, όντας άθυρμα μιας κοινωνίας η οποία της αρνείται όλα όσα της χρειάζονται για να σταθεί όρθια και να υπάρξει, τόσο ως γυναίκα-μητέρα, όσο και ως πολίτις. Η ερευνήτρια καθηγήτρια/συγγραφέας, παρά τη σύγχυσή της, δείχνει να διατηρεί τον έλεγχο της κατάστασης, από τη στιγμή που είναι σε θέση να διαφυλάξει (παρά τον φόβο της), και την ταυτότητα, και τους ρόλους της, πάντα μέσα στη δυναστική «λευκότητα» η οποία την περιβάλλει. Νομίζω ότι η μεγαλύτερη επιτυχία της πανάξιας καλλιτέχνιδος Αλίς Ντιόπ είναι αυτή. Κατάφερε να μας αφηγηθεί, με στέρεο, τεκμηριωμένο λόγο, αυτήν ακριβώς τη σύγκρουση ανάμεσα στη ματαίωση και τη δικαίωση. Ανάμεσα στον φόβο και το ξεπέρασμα του φόβου. Ανάμεσα στην καταστροφή και τη διάσωση των εννοιών. Και το κατόρθωσε με ανεπιτήδευτο τρόπο.

(πρώτη δημοσίευση στο Facebook)