της Juliana Rojas
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2324_cidate-campo.jpg

Δυο ιστορίες εσωτερικής μετανάστευσης ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο.  Δύο ταινίες, ανεξάρτητες η μία από την άλλη, ίσης περίπου διάρκειας, ένα κινηματογραφικό δίπτυχο στο οποίο η πόλη και η επαρχία αντιπαρατίθενται αλλά και αλληλοσυνδέονται. Στην πρώτη μια γυναίκα γύρω στα πενήντα, η Joana, αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη γη της ύστερα από τις καταστροφικές πλημμύρες που σάρωσαν τα πάντα στο πέρασμά τους, σπίτι και ζωντανά. Με λιγοστά υπάρχοντα και χωρίς κρατική αποζημίωση, αναζητά προσωρινό καταφύγιο στο Σαο Πάολο, στο μικρό ισόγειο της αδελφής της που ζει με τον εγγονό της. Συντετριμμένη από την απώλεια και καταδιωκόμενη από οράματα, περνά το χρόνο της  παρατηρώντας τον ουρανό και την υποβαθμισμένη γειτονιά της, φροντίζοντας έναν μικρό κήπο και χτίζοντας σχέσεις εμπιστοσύνης με τον νεαρό εγγονό, που της ξυπνά μνήμες από τον εξαφανισμένο γιο της. Ο μικρός τη βοηθάει να βρει εργασία ως καθαρίστρια μέσα από μια εφαρμογή στο κινητό. Η γυναίκα δένεται σταδιακά με τις συναδέλφισσές της, των οποίων ο συλλογικός αγώνας για καλύτερες συνθήκες εργασίας φέρνει νέο νόημα στη ζωή της. Στη δεύτερη ιστορία μια νεαρή γυναίκα, η Flavia, μετά το θάνατο του πατέρα της μετακομίζει στην απομονωμένη φάρμα του, στις παρυφές ενός δάσους, μαζί με τη σύντροφό της Mara. Και οι δυο επιθυμούν ελευθερία και μια καινούρια αρχή στην ερημιά της υπαίθρου, μακριά από την πόλη. Ζώντας στο εγκαταλελειμμένο σπίτι, η Flavia ανακαλύπτει άγνωστες πτυχές της ζωής του πατέρα της από τον οποίο είχε απομακρυνθεί, ενώ αρχίζει να υποψιάζεται ότι υπάρχει κάτι υπερφυσικό στο δάσος που περιβάλλει το σπίτι. Το ζευγάρι παρά τις φιλότιμες προσπάθειες καλείται  να αντιμετωπίσει τη σκληρή πραγματικότητα της αγροτικής καθημερινότητας και μια γη που αρνείται να καρποφορήσει. Μια απρόσμενη επίσκεψη θα φέρει στο φως παλιές αναμνήσεις, θαμμένα μυστικά για θεραπευτικά βότανα και αρχαία τελετουργικά αλλά και τα φαντάσματα ιθαγενών προγόνων.
Κινούμενο μεταξύ ρεαλισμού και υπαρξισμού και με το υπερφυσικό να κάνει ορατή την παρουσία του και στα δύο μέρη (ειδικά στο δεύτερο) το Cidade; Campo συνιστά κάτι πιο πολύπλοκο από τις προηγούμενες κινηματογραφικές δημιουργίες της Juliana Rojas, μιας από τις δυναμικότερες γυναικείες παρουσίες στον χώρο του σύγχρονου βραζιλιάνικου σινεμά. Αν και συναντάμε πάλι το στοιχείο της φαντασίας, του θρίλερ και της κριτικής προσέγγισης της βραζιλιάνικης κοινωνίας –και ειδικότερα της θέσης της γυναίκας-, οι δρόμοι που ακολουθεί η Rojas είναι τώρα διαφορετικοί. Επιλέγοντας τη δυαδικότητα δεν αντιπαραθέτει απλά ούτε αλληλοσυμπληρώνει, αλλά συνυφαίνει μια ταινία από δύο παράλληλα σύμπαντα, δύο εναλλακτικούς κόσμους, που όσο διαφορετικοί κι αν φαίνονται αλληλοκατοπτρίζονται, συνομιλούν και προειδοποιούν για «το τέλος του κόσμου». Στην καρδιά και των δύο ιστοριών βρίσκεται η κίνηση της ζωής, η αλλαγή περιβάλλοντος, η μετατόπιση. Το ερώτημα αν μπορεί κανείς να ξαναρχίσει τη ζωή του από την αρχή διατρέχει ως κοινός τόπος και τις δύο ιστορίες. Αλλά και η σύνδεση με τον τόπο καταγωγής,  την οικογένεια, οι εργασιακές σχέσεις, η δυνατότητα αντίστασης και επαναπροσδιορισμού, μέσα από μία τρυφερή επαναπροσέγγιση της φύσης και των ανθρώπων.
Οι τεχνικές που χρησιμοποιεί η Rohas σε αυτές τις δύο ιστορίες μετανάστευσης, προσαρμογής και φαντασμάτων είναι διαφορετικές. Από την αργή παρατήρηση  του πρώτου μέρους στις ρυθμικά ενορχηστρωμένες σωματικές κινήσεις του δεύτερου, από το ορχηστρικό ατμοσφαιρικό soundtrack της Rita Zart  στο εντυπωσιακό ηλεκτρονικό τραγούδι του Nicolas Jaar, από τη φαντασίωση στην ψυχεδέλεια, από την ασφυξία στην απελευθέρωση,  η κάμερα συλλαμβάνει σε διαφορετικές αποχρώσεις κάτι πέραν του ορατού αλλά και μια έντονη ψυχική και σωματική τρυφερότητα, μοναδικό αντίδοτο στην αβεβαιότητα  για το μέλλον.    

Φεστιβάλ Βερολίνου 2024