(Άγνωστοι μεταξύ μας)
του Andrew Haigh
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2324_all-of-us-strangers.jpg

Στον μεγαλόπρεπο κι άδειο από ενοίκους λονδρέζικο ουρανοξύστη που ζει, ο 42χρονος σεναριογράφος Άνταμ περνάει τις μέρες του μοναχικά αναζητώντας λίγη έμπνευση για να γράψει για ό,τι νοσταλγεί– τους γονείς και τη χαμένη του εφηβεία. Ένα βράδυ, σαν ουρανοκατέβατος, ο νεαρός Χάρι θα χτυπήσει την πόρτα του κι ο Άνταμ, παρά την αρχική άρνηση, γρήγορα θα τον δεχτεί στη ζωή του. Όμως, ούτε για χάρη του έρωτα δεν μπορεί ν’ απαρνηθεί τις επισκέψεις που μόλις ξεκίνησε στην επαρχιακή πόλη που μεγάλωσε, στο σπίτι των πεθαμένων γονιών του. Εκεί η μητέρα κι ο πατέρας του τον περιμένουν ολοζώντανοι και το ίδιο νέοι όπως εκείνη την παραμονή Χριστουγέννων που σκοτώθηκαν τριάντα χρόνια πριν, όταν ο Άνταμ ήταν μόλις στα δώδεκα του.
Ταινία φαντασίας και γκέι έρωτας μαζί, αλλά και λαχτάρα ενός αγοριού για τους γονείς του και για μια αποδοχή που δεν έζησε εξαιτίας και της εποχής του, το Άγνωστοί μεταξύ μας του Άντριου Χέιγκ, φέγγει μελαγχολικό σαν μια πόρτα κλειστή, εύθραυστο σαν τη ζωή που χάνεται και συγκινητικό σαν τη μοναξιά που τελειώνει, δυναμώνει το φως του όσο η ώρα περνάει και λάμπει λυτρωτικά με το τέλος του, σαν μικρό αστεράκι που απέκτησε θέση στο κινηματογραφική στερέωμα, με επάξια κερδισμένο τρόπο. Φωτισμένο κι ερμηνευμένο εξαιρετικά, απτό σαν τα σώματα που ξαπλώνουν γυμνά ή κάνουν έρωτα και απατηλό σαν τις μορφές που είναι εκεί αλλά δεν υπάρχουν, το έργο, η συγκινησιακή ατμόσφαιρα του οποίου αντιστοιχεί πλήρως στις εφηβικές μουσικές του Χέιγκ κι ειδικά στο Power of Love των Frankie goes to Hollywood, υπερβαίνει τις διαστάσεις, τα γούστα και τα σχήματα, κι ακολουθεί μια τροχιά σαν φαντασίωση και σαν ύμνος αγάπης. Με ανθρωποκεντρική ευφυία κι αισιόδοξη κατά βάθος διάθεση – μην περιμένετε ωστόσο να αποφύγετε το κλάμα- το σενάριό του, είναι μια ελεύθερη διασκευή, απ’ τον ίδιο τον Χέιγκ, του μυθιστορήματος Strangers του γιαπωνέζου Ταίσι Γιαμάντα. Η πλοκή συνταιριάζει τη γκέι προβληματική -δίνοντας άμεσα και με ειλικρίνεια και το στίγμα των δυσκολιών των γκέι της γενιάς του 80- με μια ευφάνταστη δυτικότροπη απόδοση της γιαπωνέζικης παράδοσης του φανταστικού και του ρόλου των φαντασμάτων, για να ανοίξει θέματα τραύματος, πληγών, τρόπων άμυνας κι επανόρθωσης μιας μοναξιάς, που μπορεί να μην μας αφορά όλους με τον ίδιο τρόπο ή στον ίδιο βαθμό, είναι, όμως, αδύνατον να μην αγγίζει την ψυχή μας.
Το άδειο κτίριο, οι επισκέψεις στο παιδικό σπίτι, ο «παγωμένος» χρόνος, οι απωθημένες μνήμες και συνειδητοποιήσεις αποτελούν μέρη μια σημειολογίας που εύκολα μπορεί να διαβαστεί έως και ψυχαναλυτικά με τα διαφορετικά επίπεδα να εκφράζουν τις μεταβαλλόμενες σχέσεις του Άνταμ με το συνειδητό κι ασυνείδητο εαυτό του. Η απόσυρσή του απ’ τον κόσμο της πραγματικότητας και της ευχαρίστησης, κι ο εγκλεισμός του σ’ αυτόν τον άχρονο χώρο, μπορεί να θεωρηθεί έτσι αποτέλεσμα των αμυνών και της εσωτερικευμένης ομοφοβίας του που τον θέλει μόνο και μονίμως μελαγχολικό, να επιζητά μόνιμα μια εξωτερική αποδοχή που δεν πήρε. Τα απωθημένα «φαντάσματα» τον κάνουν ν’ αποδεχτεί τον εαυτό του μέσα απ’ την οδύνη και τη συνειδητοποίηση της απώλειας κι έτσι η ιστορία γίνεται αισιόδοξη, μια κι η επανόρθωση δεν βασίζεται στην έλλειψη τραύματος, αλλά στη δυνατότητα ν’ ανοίξουμε ξανά την πόρτα. Η μουσική μας βοηθάει να ονειρευτούμε τις επιθυμίες μας ακόμα και πριν μάθουμε το σχήμα τους, όπως έκανε κι ο 12χρονος Άντριου Χέιγκ με το Power of love, κι όπως κάνουμε κι όλοι μας όταν φανταζόμαστε κάποιον που θα κρατήσει τους βρικόλακες μακριά κι απ’ τη δική μας πόρτα.