(Εγώ, Καπετάνιος)
του Matteo Garrone
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2324_io-capitano.jpg

Θυμίζοντας ως σκηνικό το ναυάγιο-τραγωδία σε διεθνή ύδατα ανοιχτά της Πύλου το καλοκαίρι του 2023 με τις εικόνες του σαπιοκάραβου με τους 750 μετανάστες, η τελευταία σεκάνς της ταινίας του Garrone ολοκληρώνει την Οδύσσεια που αφηγείται η ταινία αλλά με μια αντίστροφη λογική. Η έμφαση δίδεται εξ ολοκλήρου στο ταξίδι και η όποια προσμονή για την αβέβαιη και γεμάτη κινδύνους και δυστυχία κατάληξη μετατίθεται διαρκώς προκειμένου να αποτυπωθεί με κινηματογραφική γλαφυρότητα η σκληρότητα των δικτύων των διακινητών. Αυτό επιτρέπει στον σκηνοθέτη να διασφαλίσει την συμπάθεια προς τους χαρακτήρες έτσι ώστε οι πραγματικοί πρωταγωνιστές των ροών της Μεσογείου να αποκαθίστανται ηθικά και να μην συγχέονται με εν δυνάμει τρομοκράτες ή εγκληματίες λόγω της εξαθλίωσής τους, ή ακόμα και με «εκμεταλλευτές» του αξιακού περιβάλλοντος της Ευρώπης και του κράτους πρόνοιας (ή ό,τι έχει απομείνει από αυτό) με το οποίο αυτή είναι συνυφασμένη. Το αντίθετο ισχύει: η στυγνή εκμετάλλευση και βία αφορά στο διεθνές δίκτυο Αφρικανών που «διαχειρίζεται» το μεγάλο ταξίδι προς το όνειρο της Ευρώπης.
Η πλοκή της ταινίας είναι υποτυπώδης. Δύο ξαδέλφια στο Ντακάρ της Σενεγάλης αποφασίζουν κόντρα στις συμβουλές των πρεσβυτέρων της κοινότητάς τους να μεταναστεύσουν στην Ευρώπη. Αφήνοντας πίσω τη ζεστασιά και την πολύχρωμα απεικονισμένη εστία με φτώχεια φυσικά αλλά, επίσης, με τραγούδια και παραδοσιακούς χορούς, έλκονται από την προοπτική της ευμάρειας που ο Garrone αποτυπώνει ειρωνικά μέσα από τις μπλούζες ποδοσφαιρικών ομάδων που φορούν οι νεαροί (π.χ. της Γιουβέντους με την καταναλωτική επιγραφή ‘Jeep’ και της Μπαρτσελόνα με αυτή της ‘Unicef’, αντίφαση και ειρωνεία ταυτόχρονα αλλά και διάκριση των επιπέδων ευμάρειας που χαρακτηρίζουν την Ευρώπη). Από τη στιγμή της απείθειας προς τους νουνεχείς του περιβάλλοντός τους, οι 16χρονοι Seydou και Moussa διεκδικούν με τη ζωτική ορμή που χαρακτηρίζει τη νεότητά τους την έξοδο από τη Σενεγάλη. Η ταινία ομολογεί σύντομα αυτό που επιδιώκει: τη μετάβασή της από την απλή μυθοπλασία στο παιδευτικό «ντοκιμαντέρ». Οι σταθμοί της Οδύσσειάς τους στα σύνορα Μάλι και Νίγηρα, η διάσχιση της Σαχάρας, η μετάβαση και κακοποίηση από ανακριτική τελετή ταπείνωσής τους στη νότια Λιβύη, καθώς και η τελευταία ανάσα στην Τρίπολη της Λιβύης πριν οι μετανάστες επιβιβαστούν στο αλιευτικό προς την Ιταλία έχουν αφηγηματικά χαρακτηριστικά επεισοδίων, το καθένα με στόχο την εκπαίδευση του θεατή ως προς του τι πραγματικά μεσολαβεί μέχρι την άφιξή των ροών στην Ευρώπη: Η έκδοση πλαστών διαβατηρίων, η δωροδοκία των συνοριακών φρουρών, η διάσχιση της ερήμου με περιφρόνηση προς «παράπλευρες απώλειες», η ψευδεπίγραφη νουθεσία για τον τρόπο απόκρυψης των χρημάτων των μεταναστών προκειμένου να τα διασώσουν από επιδρομείς και τοπικούς μαφιόζους, η καταδυνάστευσή τους στη Λιβύη ή οι ορδές εργατικού δυναμικού στα τεράστια συγκροτήματα κατοικιών ή η ατομική εργασία προκειμένου να στολιστεί η έπαυλη ενός ξιπασμένου φεουδάρχη της ερήμου.
Αντιστρέφοντας τη διαδρομή «Παρίσι-Ντακάρ» στο φημισμένο ράλλυ σε αυτή του «Ντακάρ-Σικελία», ο Garrone αναπαριστά διακριτικά μεν αλλά δεικτικά δε τη σχάση της Αφρικής: την απεικόνισή της από τους «περιπετειώδεις» Ευρωπαίους και αυτή της πραγματικότητας των ίδιων των Αφρικανών προς το δικό τους έπαθλο. Άλλωστε, η σεκάνς της ξέφρενης πορείας του ημιφορτηγού των διακινητών στην έρημο δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας ή υπερ-ερμηνείας σχετικά με αυτό: κινηματογραφείται σαν ράλλυ τόσο με εναέρια λήψη όσο και με τράβελινγκ. Με ζωηρά χρώματα και χαρακτηριστικά τοιχογραφίας (που θυμίζει λίγο τον Meirelles στον «Επίμονο Κηπουρό») αλλά και με ποιητικό ρίσκο σε στιγμιότυπα παραισθησιογόνων από τις κακουχίες αποκυημάτων της φαντασίας του Seydou, η ταινία του Garrone επανασυνδέει τη σχέση μας με την Αφρικανική ήπειρο. Δεν διστάζει να στρέψει την κριτική της ματιά προς τα αφρικανικά δίκτυα διακινητών σε αντίθεση, για παράδειγμα, με την κριτική στη χώρα υποδοχής όπως επιχειρεί ο Γαβράς στο «Παράδεισος στη Δύση». Αποφεύγει δε με μαεστρία κάποιο πατερναλισμό ευημερίας ταυτισμένο με την Ευρώπη, πέρα από την ελπίδα που η τελευταία εκπέμπει προς κάθε περιβάλλον στέρησης, εκμετάλλευσης και αυθαιρεσίας της εξουσίας. 

Io Capitano (Matteo Garrone, Ιταλία/ Βέλγιο/ Γαλλία, 2023)