15doc.jpg

La nave dolce (Το γλυκό καράβι), Daniele Vicari
Το 1991, μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Αλβανία, στο λιμάνι του Δυρραχίου, ένα πλοίο, το Vlora, καταλήφθηκε από 20 χιλιάδες άτομα. Οι επιβάτες-πειρατές εξανάγκασαν τον καπετάνιο και το πλήρωμα να οδηγήσει το πλοίο στην Ιταλία. Σκοπός τους, η μετανάστευση: η Ιταλία ήταν ο τόπος της επαγγελίας, ο παράδεισος της Δύσης.
Το ντοκιμαντέρ είναι το χρονικό μιας μετανάστευσης: η αποβίβαση, το ταξίδι, η υποδοχή, η σύντομη παραμονή στην Ιταλία, η επιστροφή πίσω στην πατρίδα. Ωστόσο, πέρα από τα προηγούμενα, ότι έχει σημασία είναι οι αφηγήσεις των συμμετεχόντων, αλλά κυρίως οι όψεις τους. Οι συμμετέχοντες σ' αυτήν την ιδιόμορφη πειρατεία, 20 χρόνια μετά, νοσταλγούν τα του ταξιδιού -τώρα όμως δεν είναι ρακένδυτοι και ενδεείς, αλλά καλοζωισμένοι και καλοντυμένοι. Η γλώσσα που μιλούν είναι η ιταλική –η προφορά τους δείχνει μια χρόνια παραμονή στη χώρα. Τελικά δεν απέτυχαν στις προσπάθειες τους να μεταναστεύσουν.
Και είναι αυτή αντίθεση ανάμεσα στις τηλεοπτικές εικόνες και τη σημερινή εικόνα που παράγει όλα τα, σχετικά με τη, μετανάστευση συμπεράσματα…
wavumba.jpg
Wavumba, Jeroen Van Velzen
Επιστρέφοντας στην κρυφή ενδοχώρα της παιδικής ηλικίας, ο σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ αναζητά κάτι από τη χαμένη μαγεία και το μυστήριο της. Βρίσκεται στην Κένυα, τόπο όπου πέρασε τα πρώτα χρόνια της παιδικής του ηλικίας, πριν καταλήξει εσώκλειστος στα ιδιωτικά σχολεία της Μεγάλης Βρετανίας. Νοσταλγώντας και αναζητώντας με επιμονή τους μύθους και τους θρύλους της παιδικής ηλικίας, τα μυθικά πλάσματα της φαντασίας του, αυτό που θα βρει, σ’ ένα μικρό ψαράδικο χωριό, είναι έναν ηλικιωμένο ψαρά, τον Masoud και τις ιστορίες του. Θα συναντήσει επίσης και τους σαμάνους του χωριού –άνδρες και γυναίκες-, και θα ακούσει τις αφηγήσεις τους για τους θρύλους και τους μύθους του τόπου.
Επιβλητικός και υποβλητικός, ο χώρος -η θάλασσα και οι ακτές-, έτσι όπως είναι κινηματογραφημένος από τον σκηνοθέτη, συνιστά αυτό το μυστηριακό και μαγικό σύμπαν: ένα χώρο όπου άνθρωποι και πνεύματα συνυπάρχουν. Οι ρυτίδες που βαθιά χαρακώνουν το πρόσωπο του Masoud, τα σημεία του γήρατος πάνω στο σώμα του, εντέλει δεν είναι παρά οι τόποι και μέρη αυτού του άλλου σύμπαντος, του παράλληλου με το πραγματικό.
Και είναι εντέλει αυτό το σύμπαν που εικονογραφεί, με τους πολύχρωμους τόνους ενός μαγικού ρεαλισμού, αυτό το τόσο ιδιαίτερο στη μορφή ντοκιμαντέρ.
actofkil.jpg
The Act of Killing (Η πράξη του φόνου),  Joshua Oppenheimer
Το φόντο σ’ αυτήν την ταινία ντοκιμαντέρ είναι σίγουρα τρομακτικό και ανατριχιαστικό: η σφαγή εκατοντάδων χιλιάδων αντιφρονούντων –πιο συγκεκριμένα κομμουνιστών, διανοούμενων, και κινεζικής καταγωγής πολιτών- από παρακρατικές συμμορίες μέσα σε διάστημα ενός χρόνου, αμέσως μετά τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας από τον Suharto, το 1965, στην Ινδονησία.
Η ταινία ανήκει στο κινηματογραφικό είδος του «making of»: Η αφηγηματική γραμμή της συγκροτείται από τις δραστηριότητες -γυρίσματα αλλά και έρευνα- γύρω από τη δημιουργία μιας ταινίας μυθοπλασίας από τον ίδιο σκηνοθέτη, με θέμα τη δράση του Anwar Congo, ενός διαβόητου εκτελεστή. Η ιδιαιτερότητα της υπό διαμόρφωση ταινίας έγκειται στο γεγονός της ενεργού συμμετοχής του Anwar Congo, αυτοπροσώπως: θα υποδυθεί στην ταινία τον εαυτό του και θα αναπαραστήσει τις αποτρόπαιες πράξεις του.
Αφηγήσεις δολοφονιών και βασανιστηρίων, αναπαραστάσεις από όνειρα και εφιάλτες, σκηνές από τα γυρίσματα, τελετουργίες, ρόλος και πραγματικότητα: όλα μπερδεύονται και συσσωρεύονται. Είναι όμως η τελευταία αναπαράσταση βασανιστηρίων και φόνων, που κρύβει μια αλλαγή στους ρόλους: ο Anwar Congo υποδύεται το θύμα και όχι τον θύτη. Και είναι αυτή ακριβώς η τοποθέτησή του στη θέση του θύματος που τού επιτρέπει να βιώσει στην πλήρη έκταση τους, τα πάθη των θυμάτων του. Μόνο όταν δει, εκ των υστέρων, ο Anwar Congo, ως θεατής, στην οθόνη, τον εαυτό του να υποδύεται το θύμα, μόνο τότε όλα θα γίνουν σαφή και καθαρά.
Κατά μια έννοια, και παραφράζοντας το ναζιστικό «Arbeit macht frei», τελικά ο κινηματογράφος απελευθερώνει...
sofialas.jpg
Sofia's Last Ambulance (Το τελευταίο ασθενοφόρο της Σόφιας), Ilian Metev
Καταγραφή του τι συμβαίνει εν ώρα εργασίας σ’ ένα ασθενοφόρο, το ντοκιμαντέρ του Ilian Metev είναι παράλληλα πορτραίτο αλλά και απεικόνιση των σχέσεων 3 πρόσωπων, που ασκούν ένα επάγγελμα σε καταστάσεις οριακές.
Το πλήρωμα του ασθενοφόρου που κινείται μέσα στην πόλη της Σόφια το αποτελούν ο οδηγός Plamen και οι νοσοκόμοι Krassi και Mila. Ο σκηνοθέτης καταγράφει την καθημερινότητα της εργασίας τους: τις νυχτερινές ή τις ημερήσιες βάρδιες, τη γεμάτη κραδασμούς κίνηση του ασθενοφόρου, τις επεμβάσεις διάσωσης, τα περιστατικά που καλούνται, τις περιπλανήσεις στην πόλη αλλά και την ύπαιθρο, τις συνομιλίες τους, μέσω ασυρμάτου, με το κέντρο άμεσης επέμβασης. Το πτώμα μιας μοναχικής ηλικιωμένης, ένας μεθυσμένος με κάταγμα, ένας ναρκομανής, μια έγκυος: τα περιστατικά το ένα μετά το άλλο, σωρευτικά, σχηματίζουν μια εικόνα, την εικόνα της εργασίας τους. Παράλληλα, το ντοκιμαντέρ καταγράφει και τους νεκρούς χρόνους: τις ώρες αναμονής, τις μεταξύ τους συζητήσεις, τις σκέψεις και τους συλλογισμούς τους, τις στιγμές οικειότητας, τις στιγμές που αποκαλύπτεται κάτι από τον εαυτό τους.
hivernom.jpg
Hiver nomade (Νομάδες του χειμώνα), Manuel von Stürler
Ταινία δρόμου, αλλά και πορτραίτο προσώπων που ζουν μια άλλη από την αστική ζωή, το ντοκιμαντέρ του Manuel von Stürler είναι μια καταγραφή ενός πανάρχαιου τρόπου ζωής που σήμερα πια βρίσκεται στο περιθώριο.
Μακριά από τη ζωή στα αστικά κέντρα ή ακόμα και τους αυτοκινητόδρομους της Ελβετίας, τα δύο κεντρικά πρόσωπα της ταινίας –η νεαρή Carole και ο 50χρονος Pascal - ασκούν ένα από τα αρχαιότερα επαγγέλματα του κόσμου: αυτό του βοσκού. Το επάγγελμα τους, αλλά και η ζωή τους μοιάζει ως ένας αναχρονισμός: ένας τρόπος ζωής τόσο παλιός όσο και άνθρωπος, που όμως πλέον σήμερα ελάχιστη επαφή έχει με ότι συνιστά τον σύγχρονο πολιτισμό. Από τις αρχές του χειμώνα μέχρι τις αρχές της άνοιξης, οι δύο βοσκοί οδηγώντας το αποτελούμενο από 800 πρόβατα κοπάδι τους στην αναζήτηση βοσκοτόπων.
Στην καθημερινότητα της δουλειάς τους, ο μοντέρνος πολιτισμός και ότι τον συνοδεύει, γίνεται εμφανής μόνο μέσα από τη χρήση των κινητών τηλεφώνων αλλά και την παρουσία του αφεντικού τους, που σε τακτά διαστήματα έρχεται και παίρνει πρόβατα για να τα πουλήσει.
Ότι άλλο υπάρχει στην ταινία είναι μια «La Vie Naturelle» στην πιο σύγχρονη εκδοχή της: μόνο ο Άνθρωπος και η Φύση.
staircase.jpg
Soupçons (Οι σκάλες),  Jean-Xavier de Lestrade
Η αποτελούμενη από 8 επεισόδια σειρά ντοκιμαντέρ The Staircase/ Soupçons/ Οι σκάλες είναι μια καταγραφή των γεγονότων γύρω από την δίκη του Michael Peterson για τον φόνο της γυναίκας του, μια συναρπαστική αφήγηση με ανατροπές, ένα πραγματικό δικαστικό δράμα.
Όλα ξεκίνησαν τον Οκτώβρη του 2001, μ’ ένα τηλεφώνημα του στις Πρώτες Βοήθειες: η γυναίκα του Kathleen είχε πέσει από τις σκάλες και ζητούσε βοήθεια. Όμως όταν ήρθε η αστυνομία, τον κατηγόρησε για δολοφονία και τον συνέλαβε. Η αφήγηση της σειράς επικεντρώνεται ακριβώς στη νομική μάχη για την υπεράσπιση του. Δύο είναι τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα: από την μια ο εισαγγελέας με την ομάδα του και από την άλλη οι δικηγόροι του Michael Peterson και η οικογένεια του. Η οπτική της σκηνοθεσίας είναι εστιασμένη πάνω στο δεύτερο στρατόπεδο.
Κάθε επεισόδιο διαθέτει μια διαφορετική αφηγηματική γραμμή και εστιάζει σε μία από τις πολλές όψεις της νομικής μάχης: εκθέτει τα επιβαρυντικά στοιχεία και προχωρά στην ανατροπή τους. Παράλληλα εξετάζονται οι επιπτώσεις των γεγονότων (συναισθηματικές, ψυχολογικές και άλλες) στα πρόσωπα, στο πως η δικαστική διαδικασία αλλάζει (και ορισμένες φορές ανατρέπει) την ισορροπία στις μεταξύ τους σχέσεις.
Το τέλος μοιάζει πικρό και απογοητευτικό, για τον θεατή που έχει υιοθετήσει τη σκηνοθετική οπτική…
soupcon2.jpg
Death on the Staircase: The Last Chance,  Jean-Xavier de Lestrade
Σίκουελ της πετυχημένης σειράς ντοκιμαντέρ Soupçons /The Staircase του ίδιου σκηνοθέτη, το ντοκιμαντέρ παρουσιάζει τα γεγονότα μετά την καταδίκη του συγγραφέα Michael Peterson για τη δολοφονία της γυναίκας του Kathleen.
Το πρώτο μέρος, το αποτελούμενο από 8 μέρη ντοκιμαντέρ The Staircase ήταν μια συναρπαστική καταγραφή της δίκης και ότι προηγήθηκε αυτής: επικεντρωμένο τόσο στην προσωπικότητα του Michael Peterson, και την οικογένεια του, όσο επίσης και στη διαδικασία της δίκης. Τώρα, ο σκηνοθέτης, με αφετηρία το Νοέμβρη του 2011,  εστιάζει στις προσπάθειες για αναψηλάφηση της δίκης και απελευθέρωση του καταδικασμένου Michael Peterson.
Το ντοκιμαντέρ, πολύ διαφορετικό τόσο στο ύφος όσο και τις αφηγηματικές πρακτικές από το πρώτο μέρος, εστιάζει αποκλειστικά στις δικαστικές διαδικασίες. Ιχνογραφεί το τοπίο της δίκης και ότι το περιβάλλει -πρόσωπα, καταστάσεις, συναισθήματα: Η δικαιοσύνη και οι πλάνες της, η απογοήτευση και η προσδοκία, ο πόνος ενός πένθους (για τη σύζυγο) σε διαρκή αναστολή, οι οικογενειακές σχέσεις, η ζωή που συνεχίζεται...
Ωστόσο κυρίως σχεδιάζεται το πορτραίτο του κεντρικού χαρακτήρα, του Michael Peterson, που κουρασμένος και εξαντλημένος στη φυλακή, συνεχίζει να ελπίζει στην απελευθέρωση του. Αλλά και της οικογένειάς του: των γιων του και των (υιοθετημένων) θυγατέρων του, που συνεχίζουν τη ζωή τους, φέροντας πάντα το βάρος της πατρικής καταδίκης. Στο τέλος η απελευθέρωση του Michael Peterson, μοιάζει σαν η κάθαρση σε μια οικογενειακή τραγωδία…
theimpos.jpg
The Imposter,  Bart Layton
Στο κέντρο του ντοκιμαντέρ είναι ο γάλλος Frédéric Bourdin και η δράση του, το 1997, όταν υποδύθηκε, με αξιοσημείωτη επιτυχία, τον εξαφανισμένο γιο μιας αμερικάνικης οικογένειας.
Το 1994 στο San Antonio του Τέξας των ΗΠΑ, ο 13χρονος Nicholas Barclay, μετά από ένα καυγά με την οικογένεια του, εξαφανίζεται. Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά, η οικογένεια του ειδοποιείται ότι βρέθηκε σ’ ένα άσυλο για εγκαταλελειμμένα παιδιά στην Ισπανία. Στην πραγματικότητα είναι ο 23χρονος Frédéric Bourdin, ο οποίος, χάρις σε μια συγκυρία παράδοξων γεγονότων, υποδύεται τον εξαφανισμένο Nicholas. Με αφετηρία αυτήν τη χρονική στιγμή, το ντοκιμαντέρ αφηγείται ότι ακολούθησε: το ταξίδι της αδελφής του εξαφανισμένου Nicholas στην Ισπανία, την αναγνώριση και την άφιξη του Frédéric Bourdin στις ΗΠΑ, τις έρευνες που οδήγησαν τελικά στην αποκάλυψη της πλαστοπροσωπίας και της εξαπάτησης.
Στο κέντρο όλων βέβαια, βρίσκεται ο γάλλος Frédéric Bourdin, ένας πραγματικός χαμαιλέοντας, ένα αληθινά δραματικό πρόσωπο: τα προβλήματα ταυτότητας που αντιμετωπίζει δημιουργούν ένα περίπλοκο και απίστευτα συναρπαστικό ψυχολογικό τοπίο. Επιπλέον στο κέντρο βρίσκεται και η οικογένεια του εξαφανισμένου Nicholas, όπως και η αντιφατική και αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά της: ο πόνος της εξαφάνισης και η ανακούφιση της επιστροφής ή η συγκάλυψη ενός οικογενειακού μυστικού; Θύμα εξαπάτησης ή θύτης; Όποια και αν είναι η απάντηση, από την πλευρά του θεατή, αυτή είναι μέρος της γοητείας της ταινίας…

Δημήτρης Μπάμπας