feslo104.jpg

Εν μέσω προβλημάτων, αντιξοοτήτων και αμφισβητήσεων η 45η διοργάνωση του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης υπήρξε αναμφίβολα και η πιο πετυχημένη: Το τελικό αποτέλεσμα έθεσε ακόμα πιο ψηλά τον πήχη. Η απουσία οργανωτικών προβλημάτων, η αύξηση, για μια ακόμα χρονιά, των θεατών, αλλά κυρίως το επίπεδο των επιλογών του Διεθνούς Διαγωνιστικού τμήματος και των παράλληλων τμημάτων υπήρξαν οι παράγοντες της επιτυχίας.
Αν κάτι χαρακτήρισε την φετινή διοργάνωση αυτό σίγουρα ήταν η πληθώρα των τιμητικών αφιερωμάτων σε γνωστούς από το παρελθόν δημιουργούς αλλά και σε νέα πρόσωπα. Αυτά τα πρόσωπα και η αισθητική ταυτότητα των ταινιών που προβλήθηκαν υπήρξαν οι συντεταγμένες που εντάσσουν αυτό το φεστιβάλ μέσα στο παγκόσμιο χάρτη της κινηματογραφοφιλίας σήμερα: η θέση του είναι ενός τόπου συνάντησης όπου το πιο ανήσυχο, και κοινωνικά και αισθητικά, σινεμά συναντά το κοινό του. Λόγω της αστραπιαίας εξάπλωσης του DVD και του Internet, η κινηματογραφοφιλία υποκύπτει ολοένα και περισσότερο στην τάση της εποχής, δηλαδή στην ιδιώτευση του Home Cinema, τον πολυκερματισμό και τη δημιουργία κλειστών λατρευτικών ομάδων. Απέναντι σ’ αυτό το τοπίο το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης επαναφέρει την χαμένη κοινωνικότητα της κινηματογραφικής αίθουσας και την ευρύτητα του πνεύματος που χαρακτήριζε την κινηματογραφοφιλία –δηλαδή την άνευ όρων και άνευ αισθητικών ή θεματικών ορίων αγάπη για το σινεμά. Στις δέκα μέρες που διαρκεί το Φεστιβάλ ο θεατής εκτίθεται σε μια πολυμορφία και ένα πλουραλισμό θεματικών τάσεων μοναδικό. Μέσα σ’ ένα διεθνές τοπίο όπου κυριαρχείται από την χολιγουντιανή αυτοκρατορία και την ακατάσχετη τηλεοπτική ροή, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης οριοθετεί έναν τόπο όπου το σινεμά, που αρνείται τις ευκολίες της μέσης οδού, μπορεί να υπάρξει και να λειτουργήσει, δηλαδή να προβληθεί στους θεατές.
Στην φετινή διοργάνωση  συναντήσαμε πρόσωπα όπως ο Aμπάς Kιαροστάμι (στην πιο πλήρη ρετροσπεκτίβα που έγινε ποτέ) μ’ ένα σινεμά παραδειγματικά λιτό, στο οποίο η πρώτη ύλη είναι το ανθρώπινο πρόσωπο και το τοπίο και όπου διαμέσου της απλότητας της εικόνας ο θεατής οδηγείται στην πνευματικότητα και το λυρισμό. Ή τον Βίκτορ Ερίθε με το ολιγάριθμο αλλά εξαιρετικής πυκνότητας έργο του που επικεντρώνεται στα ζητήματα ταυτότητας και της ροής του χρόνου. Στα φετινά αφιερώματα θα βρούμε επίσης τον άγνωστο στο ελληνικό κοινό Κιγιόσι Κουροσάουα: η επιλογή ταινιών που παρουσιάστηκε ανέδειξε ένα σκηνοθέτη που σκηνοθετεί την ανισορροπία του σύγχρονου κόσμου με τον άνθρωπο πάντα εν μέσω μιας χαοτικής πραγματικότητας. Στις τιμητικές επισημάνσεις που συνοδεύουν κάθε διοργάνωση συναντάμε μια σταρ, την Ιζαμπέλ Ιπέρ, μια ηθοποιό που απεικόνισε τη σκοτεινή ενδοχώρα της γυναικείας ψυχής με ένταση και αληθινό πάθος.
Στα τιμώμενα πρόσωπα ιδιαίτερης μνείας πρέπει να τύχουν ο Αλέξης Δαμιανός για την απεικόνιση με φόντο μια ταραχώδη περίοδο της ιστορίας της πιο ακατέργαστης και γι’ αυτό ποιητικής όψης της ελληνικής ψυχής, -ο Κώστας Σφήκας για τη συνεπή στάση διερεύνησης και υπεράσπισης ενός μη αφηγηματικού κινηματογράφου -η Μαρία Κλωνάρη και η Κατερίνα Θωμαδάκη για το πειραματικό σινεμά τους που ενσωματώνει κοινωνικούς προβληματισμούς και τάσεις του εικαστικού χώρου των τελευταίων 30 χρόνων. Τέλος επισήμανσης χρήζουν και οι τιμητικές εκδηλώσεις: για τον Μάνο Ζαχαρία με την καταλυτική του παρουσία στον Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου αλλά και με το άγνωστο στο ελληνικό κοινό έργο του -όπως και για τον Ιάκωβο Καμπανέλλη, ένα σημαντικό πρόσωπο του ελληνικού θεάτρου που δοκίμασε τις δυνάμεις του και στο κινηματογράφο.
Ωστόσο πέρα από τα προηγούμενα πρόσωπα, στη φετινή διοργάνωση προβλήθηκαν και ταινίες από δημιουργούς γνωστούς από το παρελθόν που επιβεβαίωσαν το status τους στο χάρτη του παγκόσμιου κινηματογράφου. Αναφερόμαστε στο τμήμα Μεγάλοι δημιουργοί του καιρού μας που κάθε χρόνο καταλαμβάνει πιο περίοπτη θέση στον πρόγραμμα του φεστιβάλ. Φέτος  φιλοξένησε μεταξύ άλλων τον Αμος Γκιτάι και την Γη της Επαγγελίας μια ταινία για τα κυκλώματα εμπορίας λευκής σαρκός, τον Ουσμάνε Σεμπένε πατριάρχη του αφρικάνικου σινεμά και το Μοολαάντε μια ταινία για το ασφυκτικό κλίμα καταπίεσης που επιβάλει η παράδοση (και πώς αυτό ανατρέπεται), τον Γκόραν Πασκάλιεβιτς και το Όνειρο χειμωνιάτικης νύχτας μια αλληγορία για την κατάρρευση αλλά και μια τραγωδία για την εξαθλίωση που προκάλεσε ο πόλεμος στη σερβία, τον Ουόνγκ Καρ-ουάι και το 2046 έναν μοναδικό αισθητικό παροξυσμό όπου η ερωτική επιθυμία, η μνήμη και η μελαγχολία της ύπαρξης προκαλούν μια ανεπανάληπτη σχεδόν παραισθητική οπτική εμπειρία, τον Τζία Ζανγκ-κε τον πιο σημαντικό σκηνοθέτη της 6ης γενιάς του κινέζικου σινεμά με το Κόσμο μια ταινία για την τραγική διάψευση των ψευδαισθήσεων που βιώνει η νεολαία στην Κίνα του σήμερα και τέλος τον Χου Χσιάο- χσιέν και το Café Lumiere, την πιο σημαντική ταινία του Φεστιβάλ, έναν φόρο τιμής στο Γιασουτζίρο Όζου, μια ταινία για τα τραίνα, την πόλη, τις δαιδαλώδεις διαδρομές μέσα σ’ αυτήν και έναν έρωτα εν τη γενέσει του.
fest104.jpg
Το Διεθνές Διαγωνιστικό
Γεμάτο είτε πορτραίτα χαρακτήρων είτε διαπραγματεύσεις περιπλοκών σχέσεων, το φετινό πρόγραμμα τoυ Διεθνούς Διαγωνιστικού επιβεβαίωσε την πορεία όλων των προηγούμενων χρόνων: πολυμορφία στο αισθητικό ύφος και ένας βαθύτατα ουμανιστικός χαρακτήρας ως προς την θεματολογία. Σε τόνο ρεαλιστικό ή όχι, οι ταινίες αυτές συλλαμβάνουν την εικόνα μιας πραγματικότητας: εξωτερικής –όπου ο άνθρωπος είναι έκθετος μέσα στον κόσμο ή μέσα στη συναναστροφή του πλήθους-  και εσωτερικής –όπου ο άνθρωπος είναι αντιμέτωπος με τα βαθύτερα των συναισθημάτων του και τους φόβους του. Ο διευθυντής του Φεστιβάλ Μιχάλης Δημόπουλος περιγράφει με τα παρακάτω λόγια το στίγμα του διεθνούς διαγωνιστικού  «ταινίες ανθρωποκεντρικές, αλλά και αποκεντρωμένες σε σχέση με τα επιβεβλημένα standards, πορτρέτα ανθρώπινα που αναδεικνύουν τον πολυκερματισμό και τη διάλυση των σύγχρονων κοινωνιών, πορτρέτα ανθρώπων που αναμετρώνται με τον πόλεμο, την οικονομική κρίση ή τον θρησκευτικό φανατισμό, που επιβιώνουν, αφομοιώνονται ή καταβαραθρώνονται».
Την καταβαράθρωση θα βρούμε στο ιταλικό Άνεμος της στεριάς του Βιτσέντσο Μάρα/ Vincenzo Marra ένα πορτραίτο ενός συνηθισμένου ανθρώπου, στο ύφος του νεορεαλισμού, με μια λιτή και χωρίς δραματικές εξάρσεις αφήγηση. Η ταινία παρακολουθεί τη διαδρομή του ήρωα από τα χρόνια της νεότητας μέχρι τη συντριβή του από τις δυνάμεις της μοίρας αλλά και από μια απρόσωπη αόρατη εξουσία. Στο Whisky των ουρουγουανών Χουάν Πάμπλο Ρεμπέγια/ Juan Rebella και Πάμπλο Στολ/ Pablo Stoll η συντριβή έχει ήδη συμβεί και τον τόνο δίνει η μοναξιά. Με μια αφήγηση λιτή και ουσιώδης και λήψεις σχεδόν μετωπικές, οι σκηνοθέτες περιγράφουν μια «οικογενειακή ζωή» την οποία υποδύονται ότι ζουν οι δύο μεσήλικες ήρωες, ο μεσήλικας ιδιοκτήτης μιας βιοτεχνίας και η συνομήλική του υπάλληλος. Μέσα στη σύμβαση μια ψεύτικης οικογενειακής ζωής, τα χαμένα στοιχήματα της ζωής φαίνεται ότι έρχονται ξανά στο προσκήνιο και μαζί μ’ αυτά οι ελπίδες: Όταν η σύμβαση διαλύεται τότε τίποτε δεν είναι το ίδιο.
Το Πράσινο καπέλο του Λιού Φέντου/ Liu Fendou  είναι μια τολμηρή για τα δεδομένα της Κίνας διαπραγμάτευση των αναταράξεων που προκαλεί η σεξουαλική εμμονή μέσα στο περιβάλλον της συζυγικής συμβίωσης. Διττή στην αφήγηση της η ταινία αναπτύσσεται γύρω από το θέμα της συζυγική απιστίας. Όμως αυτή είναι μόνο μια από τις πλευρές της δραματικής πλοκής: στο κέντρο βρίσκουμε την αδυναμία του άνδρα να υπάρξει αντιμέτωπος στην γυναίκα και στο αίτημα της σεξουαλικής της ελευθερίας. Οι κωμικοί τόνοι χρωματίζουν τα πορτραίτα των νεαρών, και όχι και τόσο νεαρών, ηρώων στο Κυνήγι της πάπιας του μεξικάνου Φερνάντο Έιμπκε/Fernando Eimbcke. Η δραματική πλοκή έγκλειστη, όπως και οι ήρωες, στον ευρύχωρο όπως αποδεικνύεται χώρο ενός διαμερίσματος συνίσταται από κωμικά επεισόδια που φέρνουν αντιμέτωπους τους ήρωες με το μέλλον και τις εναλλακτικές προοπτικές του. Και το Ημέρες και ώρες του Πιέρ Ζάλιτσα/Pjer Zalica κρατά έγκλειστη στο περιορισμένο χώρο ενός σπιτιού την αφήγηση. Μέσω μιας χαμηλών τόνων και φαινομενικά χωρίς δραματουργικές εξάρσεις ιστορίας -η επίσκεψη του ήρωα στους ηλικιωμένους θείους του- σταδιακά ξετυλίγεται το θέμα της ταινίας. Καθώς ο θεατής βυθίζεται μέσα στην ευχάριστη οικειότητα αυτής της μικρής γειτονιάς στο Σαράγιεβο, αποκαλύπτεται ότι αυτό που υπάρχει πίσω από τις εικόνες είναι τα κατάλοιπα του εμφυλίου: η πάντα δυσχερής συνδιαλλαγή με τις αποτρόπαιες συνέπειες του πολέμου, με τον πόνο της απώλειας, με το πένθος και την θλίψη. Η ταινία διακρίνεται από μια θετική στάση απέναντι σ’ αυτά τα πρόσωπα προκρίνοντας όχι τον πόνο του παρελθόντος αλλά τις δυσκολίες που πρέπει να υπερπηδηθούν για να υπάρξουν εν ειρήνη. Το Ζήτω η Αλγερία του Ναντίρ Μοκνές/ Nadir Moknèche είναι ένα πορτραίτο σε δραματικούς τόνους μιας νέας γυναίκας στο Αλγέρι του σήμερα, καθώς αναζητά ένα χώρο για να υπάρξει. Οι δυσκολίες της συναισθηματικής της ζωής, οι περίπλοκες σχέσεις με την μητέρα και τέλος η αίσθηση μιας ακαθόριστης απειλής (η ισλαμική τρομοκρατία που υπάρχει διαρκώς στο φόντο): είναι οι συντεταγμένες της αφήγησης. Εδώ η περίπλοκη πολεοδομία του Αλγερίου είναι μια μεταφορά για τους δαιδάλους των συναισθημάτων μέσα στους οποίους περιπλανιέται η ηρωίδα αναζητώντας ισορροπία.
fest604.jpgΤαινία εσωτερικών χώρων που υπηρετείται από την εξαιρετική υποκριτική των ηθοποιών της, το Να πάρεις μια γυναίκα των Σλόμι και Ρονίτ Ελκαμπέτς/ Ronit & Shlomi Elkabetz από το Ισραήλ έχει επίσης στο κέντρο το δράμα μιας γυναίκας. Η αφήγηση εισβάλλει στη χαοτική οικογενειακή ζωή ενός ζευγαριού Σεφαραδιτών: και εδώ η σύγκρουση ανάμεσα στις επιταγές της παράδοσης- θρησκείας και την γυναικεία επιθυμία είναι σφοδρή και καθοριστική. Εστιάζοντας κατά βάση στο γυναικείο πρόσωπο, η σκηνοθεσία, χωρίς να διατηρεί ένα μαχητικό τόνο, αναζητά –μάταια όπως αποδεικνύεται στο τέλος- την ισορροπία και την χρυσή τομή. Μ’ ένα παρόμοιο τρόπο το Ένας στους δύο του Αλέχο Ερνάν Τάουμπε/Alejo Hernόn Taube εισβάλλει στο εσωτερικό μιας κοινότητας που βιώνει τις αναταραχές που προκάλεσε η οικονομική κατάρρευση στην Αργεντινή του 2001. Αν και η ταινία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το πορτραίτο ενός χαρακτήρα –του μόνου που δεν βιώνει τις επιπτώσεις λόγω των παράνομων δραστηριοτήτων του- παρόλα αυτά είναι μάλλον μια τοιχογραφία των συναισθημάτων που βιώνουν οι κάτοικοι μιας κοινότητας σε μια κατάσταση κρίσης. Εδώ ο κεντρικός χαρακτήρας δεν είναι παρά ένας καταλύτης αφού ωθεί στην επιφάνεια τα κρυμμένα συναισθήματα των ανθρώπων που τον περιτριγυρίζουν: ο φόβος, η απελπισία και οι κρυφές ελπίδες.  
Η Εποχή του Θερισμού (Μαρίνα Ραζμπεκίνα/ Marina Razbezhkina) είναι ένα μικρό λυρικό ποίημα που αναπτύσσεται με φόντο την ζωή ενός κολχόζ. Αντάξια των καλύτερων παραδόσεων της σοβιετικής εποχής, η ταινία βυθίζει τον θεατή στην ατμόσφαιρα της αγροτικής ζωής. Το τούρκικο Βαρκούλες από καρπουζόφλουδες του Αχμέτ Ουλουτσάι/ Ahmet Uluçay διαδραματίζεται στη δεκαετία του 60 σ’ ένα χωριό της Ανατολίας και αφηγείται μια ιστορία για τον έρωτα στα χρόνια της εφηβείας και το πάθος για σινεμά. Νοσταλγικό πορτραίτο της νεότητας, η ταινία συλλαμβάνει τόσο τις ανησυχίες του έρωτα όσο και το πώς αυτές μετασχηματίζονται σε πάθος για τον κινηματογράφο.
Το γαλλικό Επιστρέφουν στην ζωή του Ρομπέν Καμπίγια/Robin Campillo  αποκλίνει από τον μέσο όρο. Διαθέτει μια ισχυρή μη ρεαλιστική διάσταση λόγω του θέματος –η επιστροφή των νεκρών. Όμως η σκηνοθεσία δεν διαχειρίζεται το θέμα μέσα από τα αφηγηματικά κλισέ των ταινιών τρόμου ή φαντασίας: εν τέλει αυτό που επιλέγει να αναδείξει είναι οι αναταράξεις που δημιουργούνται στη συναισθητική ζωή των ζωντανών, η διαπραγμάτευση και η συνδιαλλαγή με τον πόνο, την θλίψη, το πένθος.
Στο ιρανικό Όνειρο πικρό του Μοσέν Αμιργούσεφι/ Mohsen Amiryoussefi το θέμα δεν είναι παρά το επερχόμενο τέλος ενός νεκροπομπού. Εστιάζοντας πάνω στην μοναδική φιγούρα του ηλικιωμένου νεκροπομπού και στις νεκρικές τελετουργίες, ο σκηνοθέτης εισάγει τον θεατή στο προθάλαμο του θανάτου, στις προετοιμασίες των νεκρών λίγο πριν τη ταφή. Εν μέσω ενός τεράστιου νεκροταφείου ο θάνατος μπορεί να εκλογικεύεται, αλλά η προοπτική της συνάντησης μαζί του μοιάζει πάντα αποτρόπαια και τρομακτική: ο αποχωρισμός από την ζωή είναι πάντα πρώιμος και άδικος.
Το πρόγραμμα του διεθνούς διαγνωστικού συμπλήρωσαν οι ελληνικές ταινίες Είναι ο Θεός μάγειρας; του Στέργιου Νιζήρη γι’ ένα νέο που αναζητά την πορεία του στην ζωή μέσα από την ενασχόληση του με την μαγειρική και το Πριν την νύχτα του Τίμωνα Κουλμάση ένα πορτραίτο τριών γυναικών αντιμέτωπες με καθοριστικές επιλογές ζωής.

Ελληνικές ταινίες
Η φετινή χρόνια υπήρξε το αποκορύφωμα της χρόνιας κρίσης που ταλανίζει τον χώρο του ελληνικού κινηματογράφου. Εξαιρέσεις που κερδίζουν την προσοχή του κοινού (Οι Νύφες) ή των φεστιβάλ (Delivery) δεν μπορούν να λειτουργήσουν πλέον ως άλλοθι, δεν μπορούν να προκαλέσουν την  αισιοδοξία, δεν μπορούν πλέον να ακυρώσουν την γενική εντύπωση, δημιουργώντας την εικόνα μιας επίπλαστης ευμάρειας.
Η Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ) στις επισημάνσεις που συνοδεύουν το ετήσιο βραβείο δεν εξέφρασε απλώς την γενική πεποίθηση, υπήρξε παράλληλα καίρια, σαφής και κατηγορηματική. Σημειώνει λοιπόν: "Στη φετινή ελληνική κινηματογραφική παραγωγή αντανακλάται ξεκάθαρα για μια ακόμη φορά η γενικότερη έλλειψη παιδείας στην πολιτιστική πραγματικότητα της χώρας μας. Είναι εμφανέστερο από ποτέ πόσο αποξενωμένοι παραμένουν οι Έλληνες κινηματογραφιστές από τη σύγχρονη πραγματικότητα. Στο τοπίο ενός Διεθνούς φεστιβάλ όλα αυτά μεγεθύνονται καθώς η σύγκριση με αντίστοιχες ξένες παραγωγές είναι απογοητευτική". Έτσι η βράβευση από την ΠΕΚΚ των δύο ταινιών (που ισοψήφησαν στη σχετική ψηφοφορία) φαίνεται να υποδεικνύει και δυο δρόμους που θα μπορούσε να ακολουθήσει το ελληνικό σινεμά για να υπερβεί το τέλμα και τη στασιμότητα. Από την μια πλευρά υπάρχει η ταινία CC TV του Βασίλη Κατσίκη μ’ ένα σινεμά ευρηματικό, ατίθασο και κοινωνικά ανήσυχο. Και από την άλλη υπάρχει μια ταινία όπως η Αληθινή ζωή του Πάνου Κούτρα που έχοντας ως βάση το τετριμμένο και χιλιοειδωμένο υλικό μίας τηλεοπτικής σαπουνόπερας κάνει μια ταινία αισθητικά περίτεχνη και οπτικά συναρπαστική.
Φυσικά το τοπίο συμπληρώνει και η βραβευμένη από την FIPRESCI ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου Delivery. Μια μοναχική και «καταραμένη» ταινία μέσα στο σύγχρονο τοπίο του ελληνικού κινηματογράφου, μια ταινία που συλλαμβάνει την προϊούσα διαφθορά του αστικού χώρου, την περιρρέουσα αίσθηση ηθικής κατάρρευσης, τη διάλυση του κοινωνικού ιστού, μια ανατριχιαστικά αληθινή ταινία για ότι υπάρχει πέρα και πίσω από την λαμπερή όψη που η ελληνική κοινωνία αυτάρεσκα σκηνοθετεί για ιδίαν κατανάλωση.
feslo304.jpg
10 (Χρόνια) Ματιές στα Βαλκάνια
Μια δεκαετία έχει περάσει αφότου το τμήμα Ματιές στα Βαλκάνια εντάχθηκε στο πρόγραμμα του Φεστιβάλ. Προσανατολισμένο να παρουσιάζει την κινηματογραφική πραγματικότητα των Βαλκανίων, το τμήμα αυτό φιλοξένησε ταινίες που αποτελούν τόσο μαρτυρίες της εποχής τους όσο και καταγραφές, με το μοναδικό τρόπο του σινεμά, της ανθρώπινης κατάστασης. Ο αιματηρός πόλεμος στην πρώην Γιουγκοσλαβία, οι χίμαιρες του εθνικισμού, τα (δειλά) βήματα χωρών όπως η Αλβανία, Βουλγαρία, Ρουμανία υπό ένα νέο πολιτικό καθεστώς, η «άγρια» οικονομία της αγοράς και η κοινωνική αστάθεια, οι κρυφές και σκληρές όψεις κοινωνιών όπως η τουρκική: το πλαίσιο στο οποίο κινήθηκαν οι βαλκανικές ταινίες που φιλοξενήθηκαν τόσο στο τμήμα Ματιές στα Βαλκάνια όσο και στα άλλα (όπως το διεθνές διαγωνιστικό) ορίστηκε από τη συντριπτική, ανυπέρβλητη και πολλές φορές τραγική πραγματικότητα. Ο τόνος σ’ αυτές τις ταινίες δεν υπήρξε πάντα δραματικός, πολλές φορές ένα ειρωνικό, σαρκαστικό βλέμμα και μια χιουμοριστική οπτική επιχειρούσε να απαλύνει τις γκρίζες όψεις της πραγματικότητας.
Αυτά τα δέκα χρόνια συνέβη μια συνταρακτική αλλαγή στον χώρο του κινηματογράφου των γειτονικών χώρων. Η κατάρρευση των μηχανισμών υποστήριξης του κινηματογράφου οδήγησε στη συρρίκνωση της παραγωγής, στην αποχώρηση των παλιών δημιουργών και στην εμφάνιση μιας νέας γενιάς σκηνοθετών οι οποίοι ήδη βρίσκονται στην τρίτη τους ταινία. Η ολοένα και μεγαλύτερη διεθνή αποδοχή των ταινιών τους, αποτελεί μια επιβεβαίωση των ελπίδων που συνόδευσαν την παρουσία τους.
Οι ταινίες που συγκρότησαν φέτος το τμήμα Ματιές στα Βαλκάνια -βραβευμένες οι περισσότερες σε διεθνή φεστιβάλ- επιβεβαιώνουν όλα τα προηγούμενα. Η σχέση με το παρελθόν και με τα προβλήματα που αυτό γέννησε παραμένει μια κυρίαρχη θεματική: Οι αναταράξεις, οι πολεμικές συγκρούσεις, η δυναστική επιβολή της εξουσίας έχουν προκαλέσει ανεπούλωτες πληγές που απαιτούν ίαση. Η ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας και το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας είναι η αφετηρία για την ταινία Περιμένοντας τα σύννεφα της Γιεσίμ Ουστάογλου. Ενώ η σκληρή καταπίεση του καθεστώτος Χότζα αντανακλά τόσο στην χαοτική πραγματικότητα του σήμερα όσο και στον έρωτα που ζουν δύο νέοι στο αλβανικό Νύχτα χωρίς φεγγάρι του Αρτάν Μιναρόλι. Στην βραβευμένη στο Βερολίνο ταινία από την Κροατία Μάρτυρες του Βίνκο Μπρέσαν ο πρόσφατος πόλεμος επανεξετάζεται τουλάχιστον ως προς τις συνέπειες στο κοινωνικό σώμα: τα κρυφά εγκλήματα του και την κατάρρευση των ηθικών αντιστάσεων. Στην ρουμάνικη Ο Φαραώ του Σίνισα Ντράγκιν δεν υπάρχει το παρελθόν παρά μόνο οι εμφανείς συνέπειές του στον ομώνυμο του τίτλου χαρακτήρα που περιφέρεται ζητιανεύοντας στους δρόμους.
Το σήμερα τροφοδοτεί μια άλλη ομάδα ταινιών. Όπως την πρώτη ανεξάρτητη βουλγαρική παραγωγή Η Μίλα από τον Άρη της Σοφία Ζόρνιτσα, το πορτραίτο μιας νεαρής γυναίκας που αναζητά καταφύγιο από την βαρβαρότητα της πόλης σ’ ένα εγκαταλελειμμένο χωριό. Γυναικείο είναι και το κεντρικό πρόσωπο στη σλοβένικη Κάτω απ’ το παράθυρο της του Μέτοντ Πέβετς μια ταινία για τις αγωνίες του έρωτα και τον τρόμο της μοναξιάς. Ο τόνος είναι κωμικός και ο ρυθμός έντονος στην ταινία Όταν μεγαλώσω θα γίνω καγκουρώ του Ραντιβόγε Άντριτς μια τοιχογραφία μιας μικρής γειτονιάς στο Βελιγράδι σε κατάσταση παροξυσμού. Το βοσνιακό Καλοκαίρι στην χρυσή κοιλάδα του Σέρτζαν Βούλετιτς επικεντρώνεται στο χάος της σημερινής εποχής και στις προσπάθειες ενός νέου να βρει τον βηματισμό του στην ζωή. Και κατά ένα ανάλογο αλλά όχι όμοιο τρόπο στο Η εποχή των ψευδαισθήσεων του Σβετοζάρ Ριστόφσκι από την FYROM ο νεαρός ήρωας υφίσταται τις συνέπειες της κοινωνικής και ηθικής διάλυσης.
Τέλος στο τμήμα Ματιές στα Βαλκάνια θα βρούμε ένα εξαιρετικό δείγμα του σινεμά του δημιουργού από την Τουρκία, χώρα που μας έχει προσφέρει τις καλύτερες ταινίες αυτών των δέκα χρόνων. Η αίθουσα αναμονής του Ζεκί Ντεμιρκουμπούζ είναι μια εκ των έσω μαρτυρία για τις αγωνίες της δημιουργίας, μια περιήγηση στο εργαστήρι του σκηνοθέτη. Ελλειπτική στην αφήγηση και μπρεσονική στην υφή της, γυμνή από συναισθηματικές υπερβολές, αποστρεφόμενη τις ανούσιες δραματικές κορυφώσεις, η ταινία βυθίζει τον θεατή της στο χαοτικό σύμπαν ενός δημιουργού λίγο πριν τη δημιουργία. Η συναισθηματική αστάθεια, η αμφιθυμία, ο εγωκεντρισμός δεν είναι ορίζουν μόνο το πλαίσιο της ταινίας -αποτελούν ταυτόχρονα και την πρώτη ύλη της δημιουργίας.

Το σινεμά της Αργεντινής επιστρέφει…
Την τελευταία πενταετία ο κινηματογράφος της Αργεντινής είναι ίσως η πιο σημαντική και ζωντανή «δυτική» κινηματογραφία: μια γενιά νέων σκηνοθετών έχουν κατακτήσει τη διεθνή προσοχή καταρχάς σε κινηματογραφικά φεστιβάλ και αργότερα στις αίθουσες. Το τραυματικό παρελθόν της δικτατορίας που πάντα ρίχνει βαριά τη σκιά της στο σήμερα, οι άθλιες οικονομικές συνθήκες που οδήγησαν την χώρα στα πρόθυμα της οικονομικής καταστροφής και βύθισαν όλη την μεσαία τάξη της στην ανέχεια, η παρουσία μιας νέας γενιάς σκηνοθετών που ακολούθησαν νέους δρόμους αρνούμενοι την παράδοση του μαγικού ρεαλισμού και του μελοδράματος και τέλος η γόνιμη παρέμβαση θεσμών όπως η κινηματογραφική σχολή Universidad del Cine, το περιοδικό El Amante/Cine και το Φεστιβάλ Ανεξάρτητου Κινηματογράφου του Buenos Aires: συνιστούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε αυτή η κινηματογραφία. Όμως για να υπάρξει, μέσα στα ασφυκτικά οικονομικά πλαίσια του παρόντος, αυτό το σινεμά απαραίτητη είναι μια εξωτερική στήριξη: η ενεργός συμμετοχή παραγώγων της Ευρώπης αλλά και μηχανισμών οικονομικής στήριξης όπως το Hubert Bals Fund του Φεστιβάλ του Ρότερνταμ, επέτρεψαν την ύπαρξη αυτών των ταινιών.
Αν κάτι είναι άξιο σημείωσης είναι ότι το έδαφος τα τελευταία χρόνια εξακολουθεί να’ ναι γόνιμο και εύφορο: η περσινή ταινία του διαγωνιστικού Η Άννα και οι άλλοι της Σελίνα Μούργκα και η φετινή Ένας στους δύο του Αλέχο Ερνάν Τάουμπε αλλά κυρίως οι φετινές επιλογές του αφιερώματος το αποδεικνύουν. Έτσι αυτό που χαρακτηρίζει το μικρό αφιέρωμα στο σινεμά της Αργεντινής είναι σίγουρα η λέξη επιβεβαίωση. Όταν το 2001 το Φεστιβάλ Θεσ/νίκης είχε διοργανώσει το μεγάλο αφιέρωμα στη κινηματογραφία της Αργεντινής με 16 ταινίες, οι προσδοκίες που συνόδευαν αυτούς τους νέους κινηματογραφιστές ήταν υπό την αίρεση του χρόνου. Σήμερα 3 χρόνια αργότερα, όλες αυτές οι ελπίδες που γέννησαν μοιάζουν να επιβεβαιώνονται από τον χρόνο.
Στις πέντε ταινίες του αφιερώματος θα βρούμε τους σκηνοθέτες που αποτελούν την εμπροσθοφυλακή αυτής της γεμάτης ζωτικότητας λατινοαμερικάνικης κινηματογραφίας. Τα πρόσωπα λοιπόν που θα βρούμε είναι: Ο Πάμπλο Τραπέρο (ο σκηνοθέτης του Mundo Grua και του El Bonaerense) με την τρίτη του με τίτλο Περιπλανώμενη οικογένεια, μια οικογενειακή ταινία δρόμου που αφηγείται τις απροσδόκητες περιπλοκές και εντάσεις που ανασύρονται στην επιφάνεια κατά τη διάρκεια ενός μακρινού ταξιδιού. Η Λουκρέσια Μαρτέλ με το Άγιο Κορίτσι, (μόλις στη δεύτερη ταινία μετά το La Cienaga) επικεντρώνεται στις απροσδόκητες διαστάσεις που μπορεί να προσλάβει ο σεξουαλικός πόθος όταν συγκρούεται -ή μάλλον συνδιαλέγεται- με την θρησκευτική πίστη. Η Άνα Πόλιακ με το Κορίνες (δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία της μετά το La Fe del volkan), μια σπουδή χαρακτήρα σε μινιμαλιστικό ύφος ενός νεαρού που ζει και απολαμβάνει την μονοτονία της εργασίας. Νέο πρόσωπο είναι η Μαρία Βικτόρια Μένις που παρουσιάζει την πρώτη της ταινία με τίτλο Μικρός ουρανός, ένα πορτραίτο ενός νεαρού που χωρίς να το καταλάβει έρχεται ξαφνικά αντιμέτωπος με τα συναισθηματικά ελλείμματα της παιδικής του ηλικίας. Και τέλος υπάρχει και το Οι νεκροί, η εξαιρετική δεύτερη ταινία του Λισάνδρο Αλόνσο (σκηνοθέτης του La Libertad). Σε μια πρώτη προσέγγιση είναι μια απλοϊκή στην έκφραση ταινία περιπλάνησης ενός άρτι αποφυλακισθέντα δολοφόνου, η οποία όμως στη συνέχεια αποδεικνύεται μια πολυσύνθετη και πολυεπίπεδη διαπραγμάτευση του θέματος της ενοχής. Σ’ αυτήν απεικονίζονται οι διάφορες φάσεις της ανθρώπινης κατάστασης: από τον εγκλεισμό και τη στέρηση της ελευθερίας, στη συγκαλυμμένη καταπίεση της οργανωμένης κοινωνίας και από εκεί στην απόλυτη ελευθερία των ενστίκτων του φυσικού κόσμου. Στο τέλος αυτής της διαδρομής -που μοιάζει ως ένα ταξίδι στον Κάτω Κόσμο, ή ως η διάπλευση της Αχερουσίας Λίμνης- υπάρχει το απόλυτο κενό: Και εκεί ο ήρωας θα βρει τις ερινύες του, τους νεκρούς του… 
feslo204.jpg
Οι Νέοι Ορίζοντες
Προσανατολισμένο πάντα στο να συστήνει στο κοινό τις νέες αισθητικές και θεματικές τάσεις, τα νέα ενδιαφέροντα πρόσωπα όπως και να παρακολουθεί την πορεία κάποιων παλαιοτέρων, το φετινό πρόγραμμα των Νέων Οριζόντων, πέρα από το τμήμα Διεθνή Επιλογή, οργανώθηκε γύρω από μια σειρά αφιερώματα. Ο Δημήτρης Εϊπίδης υπεύθυνος του προγράμματος σημειώνει σχετικά με τα κριτήρια των επιλογών του: «η αναζήτηση για νέους τρόπους κινηματογραφικής άρθρωσης συνδιαλέγεται με γνώριμες φωνές, οι οποίες όμως δεν εφησυχάζουν στους ήχους και τις εικόνες που τους καθιέρωσαν αλλά συνεχίζουν τον αδιάκοπο πειραματισμό τους σε νέες αισθητικές προτάσεις». Φέτος οι Νέοι Ορίζοντες ήταν αφιερωμένοι στην μνήμη του Τέο φαν Χοχ, ενός σκηνοθέτη γνώριμου από το παρελθόν στο κοινό της Θεσσαλονίκης που δολοφονήθηκε από φανατικό ισλαμιστή λίγες μέρες πριν το Φεστιβάλ. Ο Δημήτρης Εϊπίδης επισημαίνει ότι ήταν «ένας άνθρωπος ταγμένος όχι μόνο στον κινηματογράφο αλλά στην ελεύθερη σκέψη και στην ακέραιη έκφραση της». Προβλήθηκε η τελευταία ταινία του Cool που αφηγείται την ζωή μιας ομάδας νέων που διάγουν ένα βίο παράνομο και βρίσκονται μπροστά στους διαφορετικούς δρόμους της ζωής.
Στο φετινό πρόγραμμα των Νέων Οριζόντων θα βρούμε καταρχήν δύο αφιερώματα σε εθνικές κινηματογραφίες: Όπως στο νέο ρωσικό σινεμά με ταινίες σαν το Schizo της Γκούκα Ομαροβά για την ενηλικίωση ενός 15χρονου και την απρόοπτη οικειότητα που απολαμβάνει με μια νεαρή γυναίκα ή σαν το Εμείς του Ντμίτρι Μεσχίγιεβ μια ταινία στην παράδοση των πολεμικών ταινιών της σοβιετικής εποχής που αφηγείται μια αντιηρωική εκδοχή του αντάρτικου στα χρόνια του Β! Παγκοσμίου πολέμου ή τέλος σαν την ταινία Ο χορδιστής της Κίρα Μουράτοβα για έναν έρωτα και τις επιλογές στην ζωή που αυτός ωθεί. Η άλλη τιμώμενη κινηματογραφία ήταν η γαλλική με ταινίες όπως Ο παρείσακτος της Κλέρ Ντένι μια ταινία για μια «καρδιά γεμάτη πάθος», Τα εγγόνια του Ιλάν Ντιράν Κοέν μια δραματική κωμωδία στο κέντρο της οποίας βρίσκεται το πένθος ή τέλος η Καθαρή του Ολιβέ Ασαγιάς ένα ευαίσθητο πορτραίτο για μια γυναίκα που μάχεται να κερδίσει μια θέση στον κόσμο και στην καρδιά του ανήλικου γιου της (στον κεντρικό ρόλο η πάντα συναρπαστική Μάγκι Τσεούνγκ).
Πέρα από τις εθνικές κινηματογραφίες στους Νέους Ορίζοντες θα βρούμε και αφιερώματα: στον Αμερικάνο Τοντ Βέροου έναν σκηνοθέτη με μια «εναλλακτική» θεματολογία και ανάλογη αισθητική, τον Αυστριακό Γκέτς Σπίλμαν με ταινίες που παρουσιάζουν το σκληρό και τραχύ τοπίο των ανθρώπινων σχέσεων και τέλος τον Ιάπωνα Χιροκάζου Κόρε-Έντα έναν σκηνοθέτη που κινηματογραφεί με την ίδια συναισθηματική δύναμη τόσο τις σκιές του θανάτου που πέφτουν βαριές πάνω στον κόσμο των ζωντανών όσο και την αγωνία μιας ομάδας παιδιών καθώς προσπαθούν να επιβιώσουν μόνα τους σε μια πόλη.
Στο τμήμα Διεθνής Επιλογή συναντάμε όπως πάντα μια σειρά από ενδιαφέρουσες ταινίες. Το Niceland: το νόημα της ζωής του Φρίντρικ Θορ Φρίντρικσον έχει ως κεντρικά πρόσωπα ένα ζευγάρι νέων που είναι διανοητικά καθυστερημένοι. Η ταινία έχει την μορφή και τον τόνο ενός παραμυθιού καθώς παρακολουθεί τους ήρωες της να αναζητούν τον νόημα της ζωής και να οδηγούνται προς την ενηλικίωση. Προς την ενηλικίωση οδηγείται και ο 12χρονος ήρωας της ταινίας Ο κυνηγός του Σερικ Απρίμοβ. Εδώ η δραματική πλοκή αποτελείται από συμβάντα –τελετουργικές τελετές μύησης και ενηλικίωσης με φόντο τα ορεινά τοπία του Καζακστάν, εστιάζοντας παράλληλα στη σχέση του με το δάσκαλο του. Το σύμπαν της εφηβικής ζωής έχει ως σκηνικό η ταινία Ερωτικό Καλοκαίρι του Πάβελ Παβλικοφσκι. Ένας αντισυμβατικός έρωτας γεννιέται μεταξύ δύο νεαρών κοριτσιών και το γεγονός αυτό συνταράσσει τις ψυχές τους. Αποφεύγοντας οποιαδήποτε σκανδαλοθηρική εκμετάλλευση του θέματος, η σκηνοθεσία σχεδιάζει τα πορτραίτα των νεαρών κοριτσιών και εμμένει στην μεταξύ τους σχέση και στις ασταθείς ισορροπίες της. Και η ταινία Μπομπον-Ο σκύλος του Κάρλος Σορίν έχει στο κέντρο της τις αγωνίες περί του σεξ. Όμως εδώ ο κεντρικός χαρακτήρας είναι ο σεξουαλικά ανίκανος νεαρός σκύλος και αγωνιών ο ιδιοκτήτης του. Τον κωμικό τόνο της ταινίας δεν διαταράσσει η εστίαση του σκηνοθέτη σ’ αυτόν το άνεργο μεσήλικα και τα συναισθήματα του, ο οποίος αναζητώντας μια εργασία θα βρει ένα σκύλο (και τα σεξουαλικά προβλήματα του).
Στο πρόγραμμα των Νέων Οριζόντων θα βρούμε και δύο από τις καλύτερες ταινίες του φετινού φεστιβάλ. Η πρώτη είναι η βραβευμένη στις Κάννες Ορ-Η χρυσαφένια της Κέρεν Γεντάγια. Παρακολουθώντας την πορεία της σχέσης μεταξύ μιας μητέρας βυθισμένης στην πορνεία και της κόρης της, η σκηνοθέτις αρχικά εστιάζει στις προσπάθειες της κόρης να απελευθερώσει την μητέρα από τα δεσμά της πορνείας. Όμως ο τόνος της ταινίας μεταλλάσσεται από δραματικός σε τραγικός καθώς σιγά-σιγά βλέπουμε το νεαρό κορίτσι να βυθίζεται στο τέλμα. Οι εξαιρετικές υποκριτικές ερμηνείες των δύο ηθοποιών συνεπικουρούνται από ένα σκηνοθετικό ύφος που αποφεύγει τις έντονες δραματοποιήσεις και την ηθικολογία.
Ο Κιμ Κι–ντουκ υπήρξε πάντα ένας σκηνοθέτης σχέσεων και συναισθημάτων και η ταινία του 3-Iron το επιβεβαιώνει: όλη η δραματική πλοκή στηρίζεται στη σχέση μεταξύ ενός άνδρα και μιας γυναίκας. Όπως και στις προηγούμενες ταινίες του έτσι και εδώ το ζητούμενο είναι πάντα η απελευθέρωση: δέσμια ενός καταπιεστικού γάμου η ηρωίδα θα προσκολληθεί σ’ έναν νεαρό που εισβάλει στο σπίτι της. Η σκηνοθεσία ανιχνεύει τις εντάσεις, σχεδιάζει το συναισθηματικό πορτραίτο της γυναίκας και παρακολουθεί την πορεία της μεταξύ τους σχέσης, το πως αυτή λόγω της συνάφειας συνεχώς μεταλλάσσεται και το πως τελικά οδηγεί στη σταδιακή απελευθέρωση της νεαρής γυναίκας.

Δημήτρης Μπάμπας