της Κατερίνας Πατρώνης
(η κριτική του Αχιλλέα Κυριακίδη)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1920_tetartos-xaraktiras.jpg

Ένας αυτοκαταστροφικός γέροντας, μια γυναίκα που περιφέρει το καταστροφικό της πένθος, ένας νέος που βρήκε τον Θεό στο χείλος της ψυχικής καταστροφής. Και γύρω τους, από πάνω τους, από κάτω τους, κυρίαρχος, αμείλικτος, δεσποτικός, ασφυκτικός, άξενος, φονικός, ολετήρας, ο τέταρτος χαρακτήρας του ντοκιμαντέρ: η Αθήνα, όπως (ίσως) δεν έχει κινηματογραφηθεί ποτέ ξανά. Βροχερή, αδιάβατη, με δρόμους που γλιστράνε θάνατο, με άδειες σακούλες της πλαστικής ευημερίας να χορεύουν στον αέρα, με αυτοκίνητα που προσπερνούν αδιάφορα την ακινησία των άλλων.
Είναι συγκλονιστικό να βλέπεις την πόλη να μιλάει ανάμεσα σε θραύσματα σκέψεων, εξομολογήσεων, οδυρμών από τρεις ανώνυμους ανθρώπους που, αντίθετα απ' ό,τι οι εξίσου ανώνυμοι θεατές, βγήκαν για λίγο απ' το σκοτάδι και θα ξαναμπούν όταν τελειώσει η ταινία.
Το πένθος της γυναίκας οδοιπορεί οριζόντια. Δεν υπάρχει πάνω (ούτε καν με την έννοια που του δίνει ο τρίτος χαρακτήρας), ενώ το κάτω (ο θάνατος) δέχεται επισκέψεις με όνειρα και μεταμέλειες. Ο γέρος διασχίζει κάθε μέρα όλη την Αθήνα, εγκλωβισμένος σ' ένα λεωφορείο, εγκλωβισμένος σε μια δίνη αναμνήσεων, σε μιαν αέναη και αδιέξοδη αυτοεξομολόγηση αμαρτιών, για να πάει να ταΐσει πουλιά, εκφραστές της μοναδικής απόλυτης ελευθερίας: προς τα πάνω. Ο τρίτος, πρώην πρωταθλητής του σκι, δηλαδή της έντεχνης καθόδου, οραματίζεται την άνοδο, ενώ δεν παύει να μονολογεί (σε σημείο που να υποπτεύεσαι ότι προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του) για το πόσο ευτυχισμένος είναι που έχει βρεθεί στο κατώτατο σημείο: να μαζεύει σκουπίδια και να καθαρίζει τις τουαλέτες ενός μοναστηριού. (Εξαιρετική η έμπνευση της σκηνοθέτιδας να τον βάλει να κατέβει τρέχοντας, σχεδόν κουτρουβαλώντας, ένα βραχόλοφο με σκουπίδια, σαν να 'φερνε στην πόλη ένα επείγον μήνυμα σωτηρίας - ή τις Δέκα Εντολές.)
Δύο (μόνο) πράγματα "μου κλότσησαν". Νομίζω ότι σε μια τόσο "προσγειωμένη" ταινία χτυπάει σαν ξένο σώμα ένα (ανεξήγητο) πλάνο του φεγγαριού, ενώ το... απόλυτο ξένο σώμα στην ταινία είναι η μουσική που, κατά τη γνώμη μου, δε χρειάζεται σε κανένα, μα κανένα πλάνο, αφού, ακόμα κι όταν δεν μιλούν οι τρεις χαρακτήρες, μιλάει η πόλη με τη βουή και τους ήχους της.
"Τα πουλιά είναι μια εξιλέωση για μένα. Κάτι βρήκα ν' αγαπάω κι εγώ" λέει ο γέρος κάποια στιγμή, ενώ ταΐζει τα περιστέρια.
Κι εμείς εξιλεωνόμαστε όταν βλέπουμε τόσο καλές ταινίες.

(Πρώτη δημοσίευση ανάρτηση στο facebook)