του Βύρωνα Κριτζά
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2425_kore-ydro.jpg

Μια μπάντα σχηματίζεται στην Κέρκυρα το μακρινό πια 1993. Γυμνασιόπαιδα τα μέλη της, λίγες γνώσεις από μουσική συνολικά και τ’ όνομα που διαλέγουνε ας το πούμε απλά μη πιασάρικο. Αργότερα θα το συντομέψουνε κιόλας. Παρ’ όλα αυτά είναι αποφασισμένοι να σκίσουν. Ειδικά ο Παντελής που γράφει στίχους, μουσική και τραγουδάει. Κάνουν όλα τα στάδια της παραγωγής μόνοι τους και για διανομή δίνουν τις κασέτες τους χέρι-χέρι. Κάτι όμως λείπει. Θα πάψει όταν θα γνωρίσουν τον Αλέξανδρο. Κι αντί να τελειώσουν όλα εκεί, από εκεί βασικά θ’ αρχίσουν. Κι οι Κόρε.Ύδρο. θα σκίσουν όπως ήλπιζαν. Μέχρι τις αρχές του 2014 που θα διαλυθούν. Αλλά εδώ είναι τώρα, να μας τα πουν και μόνοι τους.  Με το δικό τους τρόπο, όπως κάναν πάντα και στα τραγούδια τους.
Μουσικό ντοκιμαντέρ για την πορεία, την ουσία και την διάλυση των Κόρε.Ύδρο. αλλά και το γιατί τους λάτρεψε τόσο το κοινό τους, δια στόματος των ιδίων, μερικών φίλων και συνεργατών τους, αρχειακού υλικού, τραγουδιών τους, αλλά κι ενός πολύ γλυκού hater το Εδώ μιλάνε για λατρεία του Βύρωνα Κριτζά θα προσφέρει χαρά και συγκίνηση στους οπαδούς της μπάντας και μπόλικα ερεθίσματα σ’ όσους δεν τους ήξεραν για να τους γνωρίσουν.  Πόσο μάλλον που πέραν πάσης προσδοκίας στο ντοκιμαντέρ συμμετέχει κι ο Αλέξανδρος – ένας μικρός άθλος του ίδιου του Κριτζά που κάνει πιο ολοκληρωμένη την εξιστόρηση και δίνει αθέλητα στους αμετανόητους οπαδούς τροφή να ελπίζουνε – όσο κι αν η επανένωση δηλώνεται ξανά ως ξεγραμμένη.
Μ’ αμεσότητα, χιούμορ και μια τάση να μην παίρνει τον εαυτό της πολύ στα σοβαρά, όπως δηλαδή ακριβώς έκαναν κι οι Κόρε.Ύδρο. η αφήγηση διακλαδώνεται γύρω απ’ τον Παντελή, αφήνοντας χώρο και για όλους τους άλλους, που μας μιλάν, ο καθένας απ’ την πλευρά του για όλα αυτά που συγκρότησαν το ιδιοσυγκρασιακό σύμπαν του συγκροτήματος. Οι μουσικές και μη επιρροές του μουσικού τους ηχοχρώματος και του καλλιτεχνικού τους σκεπτικού, ο εσκεμμένα χειροποίητος, κολεκτιβιστικός τρόπος λειτουργίας τους, η δήθεν άτεχνη μελαγχολία στίχων που δεν φοβούνται να εκτεθούν και να υπερβάλλουν, η διονυσιακή διάθεση των συναυλιών, ο Παντελής κι ο Αλέξανδρος ως δύο πόλοι με συγκλίσεις και αποκλίσεις, όλα όσα καθόρισαν τους Κόρε.Ύδρο., χωρίς διχαστικές λεπτομέρειες ή αναπάντεχες εκ βαθέων εξομολογήσεις τα βρίσκει κανείς στο ντοκιμαντέρ αυτό. Και φυσικά η Κέρκυρα ως τόπος που «στοιχειώνει το βίωμα» όπως έλεγε ο Παντελής κι η οποία πρωταγωνιστεί συμβολικά, αλλά και κυριολεκτικά αφού τη βλέπουμε συνέχεια μπροστά μας. Ο Κριτζάς, που έγινε εδώ πρώτη φορά σκηνοθέτης από αγάπη για την μπάντα  και τον Παντελή και στηρίχτηκε στην πολύτιμη βοήθεια του διευθυντή φωτογραφίας του Γιάννη Κολόζη, θεωρεί τους Κόρε.Ύδρο. ως ένα φαινόμενο με διαστάσεις καλτ και ως τέτοιο προσπαθεί να το αποκρυπτογραφήσει, προσεγγίζοντας το απ’ τη συγκινησιακή του σκοπιά. Όπως μας εξηγούν κοιτώντας την κάμερα κι οι  νεότερες γενιές των οπαδών τους, οι Κόρε.Ύδρο. τους αγγίζουν βαθιά ακριβώς επειδή τους θυμίζουν ανείπωτες πλευρές του εαυτού τους σε τέτοιο βαθμό που ανακουφίζονται που κάποιος εκεί έξω τους νοιώθει. Και δεν νοιώθουν πια γελοίοι ή μη σοβαροί για όλα αυτά που εσωτερικά τους τριβελίζουν. Ο τρόπος που οι Κόρε.Ύδρο., μοιάζει να αφουγκράστηκαν και να εξέφρασαν το πνεύμα της εποχής με τρόπο που εν τέλει να είναι για κάποιο κόσμο διαχρονικός, κάνει τη μπάντα τόσο καλτ όσο είναι κι η Γλυκεία Συμμορία του Νικολαΐδη ή κάποιες ατάκες ταινιών του Τσιώλη. Για παράδειγμα αυτή που λέει πως «οι άνθρωποι δε συγχωρούν αυτούς που από έρωτα εκπέσανε». Στην περίπτωση των Κόρε.Ύδρο. όχι απλά τους συγχωρούν, αλλά τους λατρέψανε κιόλας γι αυτό το λόγο.

(Η ταινία βραβεύτηκε με τον Αργυρό Αλέξανδρο στην κατηγορία Newcomers Competition και με το Βραβείο Κοινού Fischer για ελληνική ταινία άνω των 50΄ στο 27ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.)