(Paulina)
του Santiago Mitre
paulina-la-patota.jpg

Εστιάζοντας σ’ ένα πρόσωπο και σ’ ένα αληθινά τραυματικό γεγονός που βιώνει, ο αργεντίνος σκηνοθέτης δομεί ένα πολυεπίπεδο πορτραίτο ενός αντιφατικού χαρακτήρα.
Εξ αρχής το πρόσωπο και το βλέμμα δημιουργεί εντύπωση: η Paulina, είναι μια επίμονη και αποφασισμένη γυναίκα, μια νεαρή δικηγόρος που υπερασπίζεται με πάθος τις επιλογές της (στο ρόλο η εξαιρετική Dolores Fonzi). Εγκαταλείπει μια πολλά υποσχόμενη ακαδημαϊκή καριέρα της για να διδάξει σ’ ένα λύκειο μιας υποβαθμισμένης επαρχίας, «Αγωγή του Πολίτη». Η επιλογή της αυτή μοιάζει στα μάτια των κοντινών της προσώπων –του δικαστή πατέρα της και του φίλου της- ακατανόητη. Όμως η επιλογή της αυτή θα έχει συνέπειες: μια βραδιά βιάζεται από μια ομάδα νεαρών μαθητών της. Η Paulina βρίσκεται αντιμέτωπη με τα τραύματα που προκαλούνται και με τις επιλογές της που έχει μπροστά της.
Ο σκηνοθέτης ακολουθεί τη διαδρομή αυτής της νεαρής γυναίκας: από τον αστικό χώρο στην επαρχία. Αφηγείται την ιστορία υιοθετώντας καταρχάς την οπτική της ηρωίδας. Όμως σε κάποια κομβικά για την ανεξέλιξη της ιστορίας, σημεία διακόπτει αυτή την αφηγηματική στόχευση, για να εισάγει φλάσμπακ που επαναφέρουν το χρόνο της αφήγησης λίγο πιο πίσω στο παρελθόν. Παράλληλα, αυτές οι διακοπές στην αφήγηση εισάγουν για ένα περιορισμένο χρόνο και την εστίαση σ’ ένα άλλο πρόσωπο, ένα πρόσωπό που με τις πράξεις και τις ενέργειες του, διαταράσσει τις ισορροπίες της ζωής της Paulina. Είναι η αφηγηματική στόχευση, καταρχάς στον βιαστή και αργότερα στον πατέρα της, που δημιουργούν αυτές τις διακοπές στην κατά τα άλλα γραμμική αφήγηση της ταινίας.
Αυτές οι αφηγηματικές διακοπές –αναμφίβολα δικαιωμένες απο δραματουργικούς λόγους- συνδέονται με κάτι πιο ουσιαστικό ως προς τον κεντρικό πρόσωπο της ταινίας. Ό,τι παρακολουθούμε είναι τη διαδρομή μιας ανεξάρτητης γυναίκας που αναζητά ένα δρόμο στη ζωή. Και, αυτή η διαδρομή διακόπτεται βίαια από αυτά τα δύο πρόσωπα που επεμβαίνουν στη ζωή της: ο πρώτος προκαλώντας το τραύμα και ο δεύτερος –ο πατέρας- μην αφήνοντας να το διαχειριστεί με τον τρόπο που αυτή θέλει- επιλέγει. Αναμφίβολα πατερναλιστικές συμπεριφορές. Αυτό που συνθλίβεται και στις δύο περιπτώσεις είναι κυρίως τα συναισθήματα της ηρωίδας, η αίσθηση της ανεξαρτησίας της -και όχι το σώμα της ή οι επιλογές της.
Προσοχή, όμως, ο σκηνοθέτης δεν δικαιώνει την ηρωίδα στις επιλογές της: όπως πολύ καλά μας υποδεικνύει αυτή η πληθώρα λόγου που κυριαρχεί στις σκηνές της με τον πατέρα της, η ηρωίδα είναι μια αστή διανοούμενη και ως τέτοια είναι «θύμα» του λόγου της. Υπάρχει λοιπόν και εδώ όπως και στην προηγούμενη ταινία του σκηνοθέτη (El estudiante) μια παθολογία του λόγου, που στιγματίζει το κεντρικό πρόσωπο: ο λόγος υπάρχει όχι ως ένα μέσο συνδιαλλαγής και συνενόησης, αλλά ως ένας τρόπος επιβολής στον Άλλον. Ο διάλογος είναι πάντα ένα πεδίο μάχης, όπου η πειθώ δεν είναι παρά η προσπάθεια για την επικράτηση του Εγώ.
Ζητήματα ηθικής τίθενται από τις επιλογές της ηρωίδας: η συγχώρεση που προσφέρει στο τέλος μοιάζει ως μια άρνηση να δει το πρόβλημα και το τραύμα. Είναι αυτή η συγχώρεση αδικαίωτη και μετέωρη μέσα στη συνολική ρητορική της ταινίας: είναι οι αντιφάσεις που αναδύονται στο τέλος.
Ωστόσο, αυτό είναι ακριβώς που ενδιαφέρει τη σκηνοθεσία: να συγκροτήσει το πορτραίτο ενός πολύπλοκου, αντιφατικού προσώπου που συγκρούεται με τον αληθινό κόσμο, δηλαδή τη ζωή και τις περιπλοκές της, που κάνει τις επιλογές του και πληρώνει το τίμημα γι' αυτές.

Δημήτρης Μπάμπας