(Δεν υπάρχει Κακό)
του Mohammad Rasoulof
(η κριτική της Ζωής- Μυρτώς Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2021_there-is-no-devil.jpg

Πόσο δύσκολο είναι το πάτημα ενός κουμπιού ή το σπρώξιμο ενός σκαμνιού; Και πόσο μετράνε οι αρχές όταν μια πράξη θεσμοθετημένης απανθρωπιάς εξασφαλίζει ένα βιώσιμο μέλλον; Ή έστω τρεις μέρες άδειας; Η κοινοτοπία του Κακού συναντιέται με την αφηγηματική δεινότητα του ιρανικού σινεμά σε μια εξαιρετική ταινία ουσίας και υπόκωφης δύναμης που επάξια κέρδισε τη Χρυσή Άρκτο του φετινού φεστιβάλ Βερολίνου. Ο σκηνοθέτης δεν παραβρέθηκε καθώς του έχει απαγορευτεί η έξοδος από τη χώρα του. Η ίδια η ταινία, που γυρίστηκε παράνομα μιας και του έχει απαγορευτεί και η σκηνοθεσία, αποτελεί με την ύπαρξή της μια πράξη αντίστασης σε όλα αυτά που ο Ρασούλοφ θέλει να καταδείξει.
Ένας μεσήλικας άνδρας περνάει τη μέρα του διεκπεραιώνοντας οικογενειακές υποχρεώσεις με την γυναίκα και την κόρη του. Το επόμενο πρωί ο άνδρας είναι στη δουλειά του. Ετοιμάζει το φαγητό του και χωρίς βιασύνη πατάει ένα κουμπί. Το ίδιο ακριβώς κάθε μέρα.
Ένας νεαρός στρατιώτης κλαίει. Προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποφύγει αυτό που του ανέθεσαν, δεν φαίνεται, όμως να βρίσκει λύση. «Μπορείς να το κάνεις» επιμένει η κοπέλα του εννοώντας κάτι διαφορετικό. Κι εκείνος αποφασίζει να προσπαθήσει.
Ένας άλλος στρατιώτης επιστρέφει στο χωριό της δικής του κοπέλας. Θέλει να την ζητήσει σε γάμο, όμως, πρέπει να περιμένει λίγο γιατί κάποιος δικός της μόλις πέθανε Το πρόσωπο του νεκρού θα τον φέρει αντιμέτωπο με τον εαυτό του, αλλά και με εκείνη.
Η ανιψιά ενός άνδρα έρχεται πρώτη φορά στο Ιράν από τη Γερμανία για να περάσει λίγες μέρες μαζί του στο απομονωμένο μέρος που εκείνος ζει. Ο άνδρας παίρνει μια καραμπίνα για να της μιλήσει για το κυνήγι της αλεπούς. Και για τις επιλογές που σημάδεψαν τη ζωή του.
Μέσα από τις τέσσερις ιστορίες του Δεν υπάρχει Κακό, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Μοχάμαντ Ρασούλοφ πραγματεύεται τη φύση της συμμόρφωσης και τις συνέπειες των ατομικών επιλογών βάζοντας όλους τους ήρωές του μπροστά στο ίδιο δίλημμα: τη συμμετοχή τους ή όχι σε μια εκτέλεση.
Παρά το δύσκολο της θεματολογίας, η ταινία δεν γίνεται ποτέ βαριά και κάθε ιστορία κινηματογραφείται με διαφορετικό ύφος κι ατμόσφαιρα:  η πρώτη με την αισθητική και τους ρυθμούς μιας ανεξάρτητης ταινίας πόλης, η δεύτερη με την κλειστοφοβική αίσθηση επικείμενου θρίλερ, η τρίτη σαν ειδυλλιακό ρομάντζο στην ονειρική φύση και η τέταρτη στα σκληροτράχηλα τοπία μιας ερημιάς – ένα είδος υπενθύμισης ότι η επιλογή του «σωστού» σ’ ένα αυταρχικό καθεστώς μπορεί και να ρημάξει τη ζωή κάποιου. Το στοιχείο της ανατροπής, υπαρκτό σε όλες τις ιστορίες δημιουργεί κάθε φορά άλλη αίσθηση στο θεατή, αφήνοντάς τον μπροστά στο περίκλειστο του περίγυρου και σε καινούργια ερωτήματα χωρίς να του αποκλείει όμως δια παντός την οδό της διαφυγής και ζητώντας του να αποφασίσει ο ίδιος προς τα που θέλει να κινηθεί το αυτοκίνητο: στη δραπέτευση ή στην αναμέτρηση με την εσωτερική αλήθεια.