(Πριν την επανάσταση)
του Bernardo Bertolucci
(κριτική: Μαρία Γαβαλά)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2324_prima-della-rivoluzione.jpg

Υπενθύμιση: στην ERTFLIX, σπεύδουμε προτού παρέλθει. “Chi non ha vissuto gli anni prima della rivoluzione non può capire che cosa sia la dolcezza del vivere.”  Όποιος δεν έζησε τα χρόνια πριν την επανάσταση, δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει γλύκα να ζεις». Το motto της ταινίας, ένα απόφθεγμα του Ταλεϋράνδου. “Prima della rivoluzione”, 1964, του Bernardo Bertolucci, με τους Adriana Asti και Francesco Barilli, στους κεντρικούς ρόλους. Ο Φαμπρίτσιο, γόνος επιφανούς μεγαλοαστικής οικογένειας της Πάρμα (γενέτειρας του Μπερτολούτσι) γίνεται μαρξιστής και έχει κατά νου (με ζήλο, στα όρια του πάθους) να σπάσει τους δεσμούς με την τάξη από την οποία προέρχεται, μαζί κι εκείνον (εδώ, με λύπη του, μιας και η νεαρή γυναίκα δείχνει να είναι η προσωποποίηση της ομορφιάς, της χάρης και της αγνότητας, όπως και στον Σταντάλ άλλωστε) με την αρραβωνιαστικιά του Κλέλια, επίσης πλούσια αστή – μέλος κι εκείνη επιφανούς οικογενείας της Πάρμα. Εκ παραλλήλου, συνάπτει ερωτική σχέση με τη θεία του Τζίνα, μια γοητευτική γυναίκα που βλέπει τη ζωή της να βουλιάζει στην απραξία και την ανία της ζωής των πλουσίων του Μιλάνου, στη δίνη των ψευδαισθήσεων κι απογοητεύσεών της, ενώ, απ’ ό,τι φαίνεται, οι απόπειρες για αναζήτηση βοήθειας και υποστήριξης περιορίζονται σε μια απελπισμένη συνομιλία, από τηλεφώνου, με τον ψυχαναλυτή της (ενδεχομένως, μοναδική της δικλίδα ασφαλείας, απέναντι στον καταδικασμένο ανάρμοστο και αδιέξοδο ερωτικό δεσμό της). «Ο μοναδικός άνθρωπος, που έχει περισσότερες ψευδαισθήσεις απ’ τον ονειροπόλο, είναι ο άνθρωπος της δράσης», θα πει κάποια στιγμή, επί σκηνής, η παγιδευμένη στα αδιέξοδά της θεία, μια γυναίκα της δεκαετίας του ’60, επιζητώντας τη χάρη και τη βοήθεια των προτύπων Fabrice del Dongo και της θείας του Gina de Sanseverina, κεντρικών ηρώων του επίσης «επαναστατικού» μυθιστορήματος του Σταντάλ «Το μοναστήρι της Πάρμας». Δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Μπερτολούτσι, πολύ εντυπωσιακό και γενναίο άλμα ενός εικοσιτριάχρονου σκηνοθέτη, να βρει την κινηματογραφική προσωπική «γλώσσα του», τη ελευθερία και την αυτονομία του, ως καλλιτέχνη, διά μέσου μιας ευφυούς συρραφής αναφορών σε κορυφαίες στιγμές, τόσο της πολιτικής σκέψης και δράσης, όσο και της λογοτεχνίας ή της μουσικής, και φυσικά του κινηματογράφου. Από το «Μοναστήρι της Πάρμας» του Σταντάλ, στο «Μόμπι Ντικ» του Μέλβιλ το οποίο διαβάζει ο μαρξιστής δάσκαλος στους μικρούς μαθητές του, από την πολιτική σκέψη και δράση (βλ. τις μακροσκελείς πολιτικές συζητήσεις με τον μέντορά του Cesare ή τις δυναμικές δράσεις του ΙΚΚ και τις γιορτές της «Unita»), στην όπερα και στον «Μάκβεθ» του Βέρντι (εδώ μάλλον via Visconti και “Senso”), με επίμονες στάσεις στον Γκοντάρ («Une femme est une femme» και «Une femme mariée») και τις ανάλογες σινεφίλ συζητήσεις πάνω στην αναζήτηση της κινηματογραφικής ηθικής ή την επιλογή θέσης της κάμερα προκειμένου να γυριστεί μια ταινία. Από τη μία, η επιθυμία για καθολική ρήξη με τις ρίζες της καταγωγής και την ιδεολογία της κοινωνικής τάξης στην οποία ανήκει κάποιος, και από την άλλη, ο δισταγμός να προχωρήσει επιχειρώντας το μεγάλο άλμα. Ή το μετέωρο βήμα μεταξύ ταπεινωτικού συμβιβασμού και υποχώρησης, ακόμα και απονενοημένου διαβήματος, βλ. την αυτοκτονία ( ; ) του Αγκοστίνο. Ή «τη γενέθλια ενοχή και την επίκτητη απελπισία», όπως γράφει ο μεγάλος απών φίλος μας Γιώργος Μπράμος, στο πολύ μεστό και σαφές κείμενό του για την ταινία του Μπερτολούτσι. Πάντως, ο αστός νεαρός διανοούμενος Μπερτολούτσι βρήκε το θάρρος για το μεγάλο άλμα, αποτολμώντας την κινηματογραφική δική του επανάσταση με απόλυτη επιτυχία – κάτι που δεν αλλάζει με τίποτα. Η θέση του στην Ιστορία του Σινεμά ήταν, είναι και παραμένει πάντα περίοπτη. Αν δεν πέσει μάλιστα κι άλλο ο πέλεκυς της πολιτικής ορθότητας, να τον «κάψει» σε καμιά μεσαιωνική ή χιτλερική πλατεία, το βέβαιο είναι ότι θα τον χαιρόμαστε ες αεί, χωρίς παρατράγουδα. Ελπίζω!

(Πρώτη δημοσίευση ανάρτηση στο facebook)