(Πεσμένα φύλλα)
του Aki Kaurismäki
(κριτική: Μαρία Γαβαλά)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2324_fallen-leaves.jpg

ΟΙ ΠΡΩΤΟΤΥΠΕΣ ΛΥΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΟΥΡΙΣΜΑΚΙ («Πεσμένα φύλλα», 2023). Όταν η εργατική τάξη, μετά πολλών εμποδίων, πάει επιτέλους στον παράδεισο (για να θυμηθούμε τον Έλιο Πέτρι). Και, «Ω! Άνσα, τι αποστάσεις έπρεπε να διανύσω για να φτάσω μέχρι σε σένα» (παραποιώντας λιγάκι τον Μπρεσόν). Φως φανάρι, δεν χρειάζεται πολλή σκέψη για να παραδεχτούμε ότι τόσο κινηματογραφόφιλο σκηνοθέτη, σαν τον Καουρισμάκι, δεν συναντάμε κάθε μέρα μπροστά μας. Τι σημασία έχει που η ιστορία της τελευταίας ταινίας του δεν ξετυλίγεται στην Ιταλία της εργασιακής εκμετάλλευσης και της πολιτικής σύγχυσης που επικρατεί στα συνδικάτα, τη δεκαετία του ’70, αλλά σε αντίστοιχα περιβάλλοντα εργασιακής τοξικότητας στη Φινλανδία του 2022, ενώ η ηρωίδα του δεν ονομάζεται Ζαν, όπως στον μπρεσονικό Πορτοφολά, αλλά Άνσα; Ολόκληρη η ταινία του Φινλανδού σκηνοθέτη ξετυλίγεται υπό τη σκέπη – δεν μιλάμε μόνο για τις κινηματογραφικές αίθουσες ή τις αφίσες που κατακλύζουν τις σκηνές του, ή τις ευθείες βολές/ αναφορές του, για παράδειγμα στα ζόμπι του Τζάρμους, «Οι νεκροί δεν πεθαίνουν» – της έγνοιας του για τον κινηματογράφο, αλλά και για τις ιστορίες του κινηματογράφου (το τελευταίο με την γκονταρική σημασία των λέξεων και εννοιών). Ο Καουρισμάκι συνεχίζει να οδηγεί την κινηματογραφική καμιονέτα του έχοντας κατά νου συνεχώς τα μοντέλα του Μπρεσόν ή σφυρίζοντας κλέφτικα στον Γκοντάρ, πλην όμως κάποια στιγμή, κρίνει πως το να πάρει τις αποστάσεις από τους μέντορές του είναι ο λυτρωτικός, προσωπικός του μονόδρομος. Κι εδώ είναι, πιστεύω, που αρχίζει να αναδύεται αυτό που θα μπορούσαμε με βεβαιότητα να αναγνωρίσουμε ως «πατέντα Καουρισμάκι». Ένας αλλόκοτος, πράγματι, καλλιτέχνης από τον Βορρά, ένας απόμακρος και μονόχνοτος Νανούκ, που μοιάζει να κινείται, να ονειρεύεται, να σκέπτεται και να πράττει, τρυπωμένος σε μια γυάλινη σφαίρα, απ’ όπου παρατηρεί τους πάντες γύρω του, χωρίς να του διαφεύγει η ουσία τα σύγχρονών του κοινωνικών πεπραγμένων. Ένας τόσο ευαίσθητος δέκτης, μοιραία και γρήγορα, θα ξεμυτίσει απ’ το καβούκι του, αδιαφορώντας αν είναι πολύ αργά να συγχρονισθεί με την αντάρα του φλέγοντος παρόντος – άρα τι του μένει; Να κινηθεί κόντρα στο ρεύμα, με εμμονικό πείσμα και αξιοθαύμαστη τόλμη. Επί του προκειμένου: από τη μια, υπάρχουν οι ντεμοντέ συσκευές ραδιοφώνων, που μεταδίδουν αμήχανα τα νέα από το Ουκρανικό μέτωπο, αλλά τα τζουκ μποξ παίζουν το «Μάμπο Ιταλιάνο» του Ρενάτο Καροζόνε, αχτύπητο σουξέ της δεκαετίας του πενήντα. Οι ήρωες πράγματι συνομιλούν σε ρυθμούς και στυλ νεκροζώντανων, τα όσα λένε όμως μεταξύ τους προδίδουν μια ντελικάτη θυμοσοφία, χαριτωμένη και σερβιρισμένη με λακωνική αβρότητα και αρκετή μελαγχολία μέσα της. Και ναι, από ένα σημείο κι έπειτα, αναγκαστικά, ο δημιουργός βγαίνει από τη μακαριότητα της παραπειστικής αταραξίας του, κι αρχίζει να κινείται «με την όπισθεν», πάντα, αλλά καταγράφοντας, με ακρίβεια και συνέπεια, όλα όσα του αποκαλύπτει το διαυγέστατο, με σχολαστικότητα καθαρισμένο, παρμπρίζ του. Ο όλεθρος του πολέμου είναι παρών και κυρίαρχος, ως σύγχρονο δεδομένο, έστω μέσω παρωχημένων μέσων αναμετάδοσης, ενώ το ερώτημα πέφτει στο τραπέζι με αμείλικτες τσεκουριές. Τι είναι χειρότερο, να τρως βόμβες στο κεφάλι ή να σε τσεκουρώνουν τα ανάλγητα, φασιστοειδή αφεντικά σου, σε καθεστώς υποτιθέμενης ειρήνης/ ευμάρειας –αγαθά που μοιάζουν βγαλμένα από φαρσοκωμωδία, μιας και ο κυνισμός κι η βαρβαρότητα που περικλείουν, δεν υπαινίσσονται, σαρκαστικά, παρά απλησίαστες και σπάνιες γαίες επαγγελίας για ορισμένους. Η μητρόπολη είναι πάντα εκεί, με την απόκοσμη σύγχρονη αγριότητα και παγωμάρα της, όπως εξίσου εκεί είναι και οι άνθρωποι που την κατοικούν, διψασμένοι για επικοινωνία, δραπέτες μιας καταθλιπτικής υπαρξιακής πραγματικότητας, σημαδεμένης από ανεπάρκεια, κυρίως λόγω ανωριμότητας και συναισθηματικής αναπηρίας. Αλλά κυρίως, όντας υποκείμενα κοινωνικού διαχωρισμού, αποκλεισμού, και μοιραίως εγκλωβισμού στη μαύρη μοίρα τους. Ο Καουρισμάκι, γενναιόδωρος αρχιτέκτων κινηματογραφικών αφηγημάτων, θα προσφέρει στους αναξιοπαθούντες ήρωές του, εξίσου γενναιόδωρα, ένα φωτεινό μέλλον, έστω συνοδευόμενο από αθέατα  ερωτηματικά. Παρηγοριά στον ασθενή μέχρι να βγει η ψυχή του; Όπως το πάρει κανείς. Πάντως, το αποτέλεσμα της κινηματογραφικής κατασκευής, μοιάζει να είναι ο αναντίρρητα κερδισμένος της υπόθεσης: οι περισσότεροι θεατές εμφανίζονται ικανοποιημένοι, αν κρίνουμε από τις διατυπωμένες γνώμες: ένα δείγμα ενσυναίσθησης, συγκίνησης και απλότητας, που τα λέει σταράτα –σαφές, ειλικρινές, ντόμπρο. Όλοι μένουν ικανοποιημένοι, και οι αριστεροί θεατές, σύμφωνα με τις πολιτικές τους ευαισθησίες, και οι λιγότερο αριστεροί, και οι σινεφίλ, και οι ρομαντικοί, και οι ευαίσθητοι κι ονειροπόλοι, και όλοι όσοι θα διακρίνουν με χαρά το όνειρο να γίνεται πραγματικότητα, έστω σε βάθος πεδίου, και πάντα επί της οθόνης.

(Πρώτη δημοσίευση ανάρτηση στο facebook)