του Erich von Stroheim
(γράφουν για την ταινία)
greed2.jpg

«Τ’ αρπαχτικά ήταν η κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του Φρανκ Νόρρις Μακ Τηγκ σε 42 μπομπίνες που μειώθηκαν σε 24 και μετά την απόλυση του Στροχάιμ, το 1925, έγιναν μόνο 10. Η ταινία αποτελεί μια πραγματική απεικόνιση της μεσοαστικής φιλαργυρίας: μερικές από τις σκηνές, όπως εκείνη του πρώτου γαμήλιου προγεύματος, ενώ έξω περνάει μια νεκρώσιμη ακολουθία και εκείνη της Κοιλάδας του Θανάτου στην Καλιφόρνια, σοκάρουν ακόμα. Στις σκηνές αυτές ο Στροχάιμ προκαλούσε έμμεσα τις υλικές αξίες πάνω στις οποίες χτίστηκε η χολυγουντιανή αυτοκρατορία κι αυτό ήταν που ανησύχησε τον Θάλμπεργκ όσο τον ανησυχούσε πάντα το κόστος παραγωγής».
Keith Reader, Ιστορία του Παγκόσμιου Κινηματογράφου (1985)

«Το πορτραίτο της υλιστικής πλευράς της ανθρώπινης ψυχής είναι το πρώτο που έχουμε δει στον κινηματογράφο. Η ηθική κατάπτωση τριών ανθρώπων λόγω της απληστία τους απεικονίζεται με μία πικρία και σκληρότητα που όμοιά της έχουμε διαβάσει μόνο στους Ρώσους συγγραφείς, χωρίς όμως τον διδακτισμό των τελευταίων. Ο Στροχάιμ περιγράφει χωρίς να κρίνει. Μας δίνει μια λεπτομερή εικόνα των πιο κρυφών γωνιών της κόλασης, αλλά αφήνει πάνω μας την αποκρυπτογράφησή τους»
Marcel Defosse, μετά τη γαλλική πρεμιέρα του Greed το 1926, όπως παρατίθεται από τον Georges Sadoul στο Dictionnaire du cinéma (1965)

«Ο εξαιρετικός ψυχολογικός πλούτος που προίκιζε για πρώτη φορά τον κινηματογράφο με ορισμένα εφόδια του μυθιστορήματος, αξίζει περισσότερο από την αφθονία των λεπτομερειών που παρά την αλήθεια τους και την ειλικρίνειά τους, είναι κάπως μια έξη ύφους στον Στροχάιμ. […]Ο Στροχάιμ είναι πιο μεγάλος όταν πέρα από τις νατουραλιστικές υπερβολές, φτάνει στον αληθινό ρεαλισμό περιγράφοντας τις φθορές που προκαλεί το πάθος του χρήματος σε μια τριάδα μικροαστών. Στη λύση, ο άγριος ρομαντισμός του κατακτά ένα επικό μεγαλείο. […]Το έργο, πλατύ και δυνατό, αποτέλεσε μια στροφή ή μάλλον την αρχή μιας παράδοσης. Έχει γίνει κλασικό».
Georges Sadoul, Η Ιστορία του Παγκόσμιου Κινηματογράφου, L’ Histoire du cinema (1949)
greed1.jpg
«Οι κάτοικοι της Απληστίας είναι ανάμεσα στους πιο κακούς και βίαιους του αμερικάνικου και ευρωπαϊκού κινηματογράφου μέχρι σήμερα. Η τελική σκηνή ανάμεσα στους δύο άντρες, αντιμέτωπους στην Κοιλάδα του Θανάτου, παρουσιάζει εικόνες καταστροφής όπου το συναίσθημα δεν έχει καμία θέση. Βλοσυρός, αλλά και με ένα κρυφό αίσθημα ευφορίας, ο Στροχάιμ απεικονίζει με ψυχρή παρατηρητικότητα αποκλίνουσες συμπεριφορές. Οι ήρωες  παρατηρούνται σαν έντομα σε γυάλα και ο Στροχάιμ μας καλεί να μοιραστούμε τη χαρά του να βλέπουμε τις αντιδράσεις τους. Η Απληστία είναι μια προφητεία του ανελέητου εξορκισμού της αστικής τάξης του Λουί Μπουνιουέλ»
Robert Phillip Kolker, The Altering Eye: Contemporary International Cinema (1983)

«Η φανατική αναζήτηση του Στροχάιμ για όλο και πιο ρεαλιστικές απεικονίσεις τον οδήγησε κάποιες φορές σε υπερβολές και ο Τζην Χέρσχολτ διηγείται την ιστορία των γυρισμάτων στην Κοιλάδα του Θανάτου, όπου ο σκηνοθέτης οδήγησε τους ηθοποιούς του στην πραγματικότητα σε τέτοια  εξαντλητική κατάσταση και τους έκανε να νοιώθουν τόση οργή, που δεν είχαν καμία δυσκολία να παίξουν τη σκηνή της πάλης στο τέλος της ταινίας. Είπε στους δύο ηθοποιούς να κοιτιούνται μεταξύ  με τέτοιο μίσος σα να κοιτούσαν τον ίδιο»
Herman G. Weinberg,  Saint Cinema writings on the film, 1929-1970

(πηγή δελτίο τύπου)