(σκόρπιες σκέψεις για το L'Avenir /Το μέλλον της Mia Hansen-Løve)
της Μαρίας Γαβαλά
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1617_l-avenir-2.jpg

Οικογενειακό χρονικό αλλά και χρονικό απόσχισης από την οικογένεια, όπως και χρονικό μιας προσωπικής κρίσης, η πέμπτη κινηματογραφική δουλειά της Μία-Χάνσεν Λοβ/ Mia Hansen-Løve, ανοίγει πολλά παράθυρα προσφέροντάς μας την απόλαυση μιας όμορφα σκηνοθετημένης ταινίας, ταυτοχρόνως όμως και την ανάγνωση ενός φιλμικού κειμένου με παραγράφους και σκέψεις που τις διακρίνει, πρωτίστως, η ανάγκη να διαβαστούν προσεκτικά, έτσι ώστε να μη χαθεί η ουσία αλλά και η αμφισημία των «φράσεων» και των «λέξεων». Δεν είναι μόνο το γεγονός  πως η ιστορία επικεντρώνεται στον ιδιωτικό χώρο μιας ομάδας Γάλλων διανοούμενων, πιο συγκεκριμένα καθηγητών φιλοσοφίας, αλλά και κάθε φορά που απομακρύνεται από αυτά τα στενά, ειδικά, πλαίσια, πάλι στον πολιτισμό στρέφει το βλέμμα της (η επίσκεψη στον τάφο του Chataubriand στον βράχο του Grand Bé, πλάι στη θάλασσα, –που αποτελεί και την ουβερτούρα της ταινίας –, τα όσα συμβαίνουν σε λύκεια με τις εμβληματικές ονομασίες Henri-IV ή Paul-Valéry, το γηροκομείο που επίσης φέρει το όνομα Jean-Vilar κ.ο.κ). Στο επίκεντρο επίσης και οι σχέσεις ανάμεσα σε διαφορετικές γενιές, σε δάσκαλους και σε μαθητές ή ανάμεσα στα ρήματα διαβάζω-σκέπτομαι-γράφω-διδάσκω. Στο επίκεντρο, τέλος, και η αρμονία μεταξύ ιδεών και συναισθημάτων, μεταξύ απόκρυψης και αποκάλυψης αυτών των συναισθημάτων, ή μια ζωή που πορεύεται πλάι-πλάι και χέρι-χέρι με τη νοητική πλευρά και ικανότητα του ανθρώπου. Η Ναταλί, καθηγήτρια φιλοσοφίας, που ηλικιακά έχει περάσει το κατώφλι της έκτης δεκαετίας, σύζυγος, μητέρα δύο παιδιών αλλά και κόρη μιας μητέρας καθ’ οδόν προς την εξώθυρα της ζωής, γιαγιά εντός ολίγου με τη σειρά της, κινείται με μεγάλη ακρίβεια και συνέπεια ανάμεσα σε αυτά ακριβώς τα ρήματα: διαβάζω- σκέπτομαι-διδάσκω, τις περισσότερες φορές προσπερνώντας με βιασύνη και αδιαφορία το ρήμα «ζω». Η ζωή όμως είναι παρούσα, ούτως ή άλλως, περιλαμβάνοντας και τις πιο πάνω δραστηριότητες, μαζί με πολλά άλλα διαφορετικά πράγματα, έχοντας επιπλέον τις απαιτήσεις της, θέτοντας συνεχώς προσκόμματα και διλήμματα. Το ζήτημα, μάλιστα, τίθεται επιτακτικότερα όταν αυτές οι απαιτήσεις κάνουν πραγματική εισβολή σε έναν χώρο αυστηρά θωρακισμένο, στα όρια της υπερβολής. Η κρίση λοιπόν ξεσπά σε ατμόσφαιρα πολιτισμένων και ευφυών ανθρώπων, όπου οι διενέξεις και η δυσφορία (ακόμα και η οργή) έχουν μεν θέση, αλλά είναι απολύτως ευπρεπείς, της τάξεως «κακώς ο σύζυγος, εγκαταλείποντας τη συζυγική εστία, βουτά από την κοινή βιβλιοθήκη την έκδοση των απάντων του Levinas, η οποία είναι προσφιλής και αναγκαία στο πρόσωπο που μένει πίσω»... Αγανάκτηση αλλά καμιά περισσότερο νευρωσική εκδήλωση. Τούτο όμως το πολιτισμένο κλίμα δεν κατορθώνει να αποκρύψει την οικογενειακή και διαπροσωπική δυσλειτουργικότητα, η οποία σοβεί από την αρχή ακόμα της ταινίας. Ολόκληρο το σύμπαν της Ναταλί, και η ταινία σε επέκταση, καθορίζεται από μια λογική που τελείως σχηματικά θα τη χαρακτηρίζαμε διπλής όψεως ή κατεύθυνσης. Η Ναταλί παίρνει, κατά γράμμα, τη δήλωση του άνδρα της, «είμαι ερωτευμένος με άλλη γυναίκα», δεν μπορεί όμως να ερμηνεύσει, και συνεπώς να δεχτεί, την υποσημείωση «θα σ’ αγαπώ όμως πάντα». Τα ταξίδια της Ναταλί, με χαρακτηριστική επαναληπτικότητα, είναι εξωτερικά (χρησιμοποιεί πλοίο, τραίνα, λεωφορεία, ΙΧ, ταξί), αναγκαστικά όμως γίνονται και εσωτερικές μετακινήσεις. Η μία όψη τους οδηγεί σε συγκεκριμένους γεωγραφικά τόπους (παραλία της Βρετάνης, Γκραν Μπε, Βερκόρ κ.λπ), και η άλλη σε απάτητα μέχρι τώρα εσωτερικά μονοπάτια (μοναξιά, ελευθερία, συνειδητοποίηση των γηρατειών), σε διόδους τις οποίες η ηρωίδα είναι υποχρεωμένη να ακολουθήσει. Ο χρόνος κυλά γρήγορα, όσο και αργά (μια ισορροπία γρήγορου βάδην/βραδυπορίας που χρεώνεται στα θετικά της ταινίας). Είναι απαραίτητος, σε κάθε μορφή του, για να συνειδητοποιήσουμε αυτό που μένει μετά τη θραύση του γυαλιού (των ευπαθών σχέσεων). Το ζωντανό, όσο και το λιγότερο ακμαίο κομμάτι. Ο ενθουσιασμός της νεότητας βρίσκεται στους αντίποδες του σκεπτικισμού της ώριμης ηλικίας. Η λεχώνα γυναίκα είναι χαρούμενη αλλά και λυπημένη που απέκτησε παιδί. Η εναλλαγή των εποχών (καλοκαίρι-χειμώνας, ήλιος-χιόνι, φωτεινότητα-συννεφιά) δανείζεται την παρατηρητικότητα και την αισθαντικότητα του Ερίκ Ρομέρ, προκειμένου να τονίσει τη συγκρουσιακή της υπόσταση. Η γούνα της γάτας προκαλεί αλλεργία, αλλά είναι και το ασφαλές καταφύγιο σε στιγμές θλίψης και αβεβαιότητας. Υπάρχει, λοιπόν, πληθώρα τέτοιων αντιθετικών λεπτομερειών, με προεξάρχουσα την έννοια της ελευθερίας (εξαντλητική η αναφορά στον φιλόσοφο Emmanuel Levinas και στο έργο του Difficile Liberté-Δύσκολη Ελευθερία), και τις διαφορετικές όσο και αλληλοσυγκρουόμενες σημασίες της. Η Ναταλί εναντιώνεται στην ελεύθερη βούληση των μαθητών της για απεργία, παίρνει όμως δικαιωματικά τις δικές της ελευθερίες προκειμένου να αντιταχθεί στους εκδότες της, όταν συνωμοτούν μπροστά ή πίσω από την πλάτη της για να την παραγκωνίσουν, ή προκειμένου να πετάξει έξω από το σπίτι της και από το χριστουγεννιάτικο τραπέζι τον άπιστο σύζυγό της. Έτσι μια ώριμη στην ηλικία γυναίκα η οποία διατείνεται, έστω άτυπα και ανομολόγητα, πως οι ιδέες έχουν μεγαλύτερη σημασία από τα συναισθήματα, δεν μπορεί παρά να υποχωρήσει και να επανεξετάσει τη δογματική της τοποθέτηση. Η Ναταλί, σίγουρα δεν υπαναχωρεί με φλύαρες δηλώσεις ή με ηχηρές εκφράσεις μετανοίας, όμως μέσω της βουβής συμπεριφοράς της ή των αποσπασματικών και αυθόρμητων εξομολογήσεών της, παραδέχεται πως πράγματι δεν ξέρει τι ακριβώς να κάνει την ελευθερία της. Είναι κάτι που τη γοητεύει αλλά και τη φοβίζει. Και πάνω απ’ όλα, η ηρωίδα εμφανίζεται ανώριμη συναισθηματικά και «ανήλικη» στο να προσεγγίσει και να κάνει δική της αυτή την αποδέσμευση από την τροχοπέδη και τη μέγγενη των οικογενειακών υποχρεώσεων. Η ενηλικίωση όμως είναι μια φυσική εξέλιξη, άρα η ωριμότητα της Ναταλί όχι κάτι ανέφικτο. Στην ίδια γραμμή πλεύσης και η ίδια η ταινία, που σκοπίμως δεν παίρνει σαφή θέση απέναντι στα τεκταινόμενα ή στις εξελίξεις. Αντίθετα, δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο σε επί μέρους λεπτομέρειες ή σε ολόκληρες σεκάνς, προκειμένου να μεταφέρουν αισθήσεις στη θέση των ρητών συμπερασμάτων: δες για παράδειγμα την εξαιρετική ενότητα εντός του γηροκομείου, όταν η ηλικιωμένη γυναίκα (συγκινητική η παρουσία της πάντα γλυκύτατης Εντίτ Σκομπ) δεν αναγνωρίζει τον Σαρκοζί, ενώ η εξηντάχρονη κόρη της συνειδητοποιεί επώδυνα, έστω μέσα από μια χιουμοριστική στιγμή, πως η άνοια είναι προ των θυρών, ένας πιθανός εχθρός για κάθε ηλικιωμένο. Μια απειλή δηλαδή απέναντι στην οποία δεν μπορούν να είναι άτρωτοι μηδέ οι φιλόσοφοι. Οι εκμυστηρευτικές περισσότερο, παρά φιλοσοφικές, συζητήσεις με τον παλιό της μαθητή Fabien, έχουν κι αυτές μια ανάλογη χροιά. Αυτό που κυρίως τη συνδέει με τον κατά πολύ νεότερό της Φαμπιέν είναι μια πλατωνική σχέση δάσκαλου-μαθητή, άρα δεν αποκλείεται καθόλου και το ερωτικό στοιχείο, λανθάνον μεν, διόλου αμελητέο δε. Τα δώρα της Ναταλί προς τον γοητευτικό και αντισυμβατικό πρώην μαθητή της είναι δώρα πνευματικής και συναισθηματικής προσφοράς (βιβλία ή ακόμα κι η ίδια η γάτα), μιας προσφοράς που έρχεται να καλύψει το κενό του αδύνατου και αδιανόητου (ή ματαιωμένου) έρωτα ανάμεσα στα δύο πρόσωπα.
   Θα ήταν άδικο να τελειώσει κανείς ένα εγκωμιαστικό κείμενο για μια ταινία, προσπερνώντας το μισό της ψυχής αυτού του εγχειρήματος. Για την Ιζαμπέλ Ιπέρ / Isabelle Huppert, πιθανόν, έχουν γραφτεί και ειπωθεί τα πάντα. Τι καινούριο και πρωτότυπο θα μπορούσε να προσθέσει κανείς; Τούτο μόνο: πως στη συγκεκριμένη ταινία της Μία-Χάνσεν Λοβ, ξαναβρίσκει κάτι από τις πρωτεϊκές αρετές της (σε ταινίες όπως η «Κυρία Μποβαρύ» ή το «Μια υπόθεση γυναικών»). Με ποια έννοια; Όντας χρόνια στο μάτι του κινηματογραφικού κυκλώνα, και κουβαλώντας διαφορετικές εποχές στη ράχη της, όταν το θέλει και βοηθούν σε αυτό και οι συγκυρίες, μπορεί να μεταλλάσσεται εκφραστικά, κατά βούληση, με τρόπο που δεν τον συναντάμε πουθενά αλλού (η Μπινός, μια πιθανή αντίπαλος αν και ιδιοσυγκρασιακά εντελώς διαφορετική περίπτωση). Σφρίγος, ικμάδα, ευφυΐα. Ελέγχοντας ερμηνευτικά τα πάντα, αποποιούμενη την απλοϊκή ταύτιση με το πρόσωπο που υποδύεται, κατορθώνει να μπει στο «πετσί του ρόλου», καθώς λένε, προσφέροντας μια Ναταλί, η οποία στιγμή δεν παύει να εντυπωσιάζει, να συγκινεί, να προκαλεί αναταράξεις και συνεχείς εκπλήξεις. Ένας άνεμος που εκεί που πάει να καταλαγιάσει, ξαφνικά σηκώνεται με ορμητικότερη δύναμη και σαρώνει τα πάντα. Εν ολίγοις, προσφέρει έναν κινηματογραφικό χαρακτήρα ο οποίος δεν αφήνει τον θεατή ποτέ ήσυχο, ποτέ επαναπαυμένο. Κάτι που, κατά γενική ομολογία, είναι σπάνια αρετή.                         


* Η Μαρία Γαβαλά είναι σκηνοθέτις, συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου.
Το προσωπικό της μπλογκ είναι στη διεύθυνση http://mariagavala.blogspot.gr/