(για την ταινία Mεκτούβ, Αγάπη μου του Abdellatif Kechiche)
της Μαρίας Γαβαλά
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1718_mektoub-my-love-canto-uno.jpg

Το ανθρώπινο πεπρωμένο (μεκτούμπ στα αραβικά), η απατηλή ελαφράδα της ουτοπίας, η μέθεξη, κι οι αποστάσεις που παίρνει εκείνος ο οποίος παρατηρεί απλώς τα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω του: αυτά θα ’λεγε κανείς, σε γενικές γραμμές, πως είναι τα όρια του περιγράμματος της ταινίας του Κεσίς, τοποθετημένης σε μια λαμπερή ατμόσφαιρα καλοκαιριού και διακοπών, το 1994, στο παραθαλάσσιο θέρετρο Σετ, στον Νότο της Γαλλίας, και στον μικρόκοσμο μιας κοινότητας Γαλλο-Τυνήσιων μικροεπιχειρηματιών, οι οποίοι δραστηριοποιούνται επαγγελματικά στην περιοχή, είτε ως ιδιοκτήτες εστιατορίων και χώρων διασκέδασης είτε ως κτηνοτρόφοι. Μια ταινία ανοικτή σε θαυμασμό και λατρεία (ένα αριστούργημα, σύμφωνα με τη γαλλική Le Monde) ή σε επιθέσεις από διάφορους, οι οποίοι βλέπουν παντού εστίες τοξικής μόλυνσης, σεξιστικής επί του προκειμένου. Προσωπικά, και το δηλώνω εξαρχής, πιστεύω ότι είναι μια ταινία χυμώδης και ρέουσα, επιρρεπής στο μυστήριο και στο διφορούμενο, όπως ρευστή και αινιγματική άλλωστε είναι κι η ίδια η ερωτική επιθυμία. Μια ταινία με ξεχωριστή προσωπικότητα, φτιαγμένη με πολύ κόπο και κέφι, που αφήνει διαρκώς ορθάνοιχτα παράθυρα, όχι μόνο για να περάσει θριαμβευτικά η καλοκαιρινή αύρα της Μεσογείου, αλλά και για να διεισδύσουν διάφορα ερωτήματα που ενδεχομένως θα γεννηθούν στο μυαλό μας όσο την παρακολουθούμε. Και φυσικά, πάντοτε με το σκεπτικό, ότι στον κινηματογράφο (όπως και σε άλλες τέχνες), όταν σπάμε το κεφάλι μας για να καταλάβουμε κάποια πράγματα, δεν είναι πάντα για λόγους αρνητικούς κι απωθητικούς ή για θέσεις και καταστάσεις που δεν ευσταθούν. Οι απορίες μας, στην προκειμένη περίπτωση, μοιάζουν με απορίες που προξενεί μια όμορφη κι εντυπωσιακή κατασκευή, η οποία θυμίζει λίγο παράξενη, εξωτική, κάμαρη, όπου μέσα της ξετυλίγεται ένα πολύχρωμο  και πολύβουο πανηγύρι.
   Στο επίκεντρο, τοποθετείται το βλέμμα του νεαρού, χαμηλών τόνων, Αμίν, νεοφώτιστου φωτογράφου κι επίδοξου κινηματογραφιστή. Εξαρχής δηλώνεται η ύπαρξη και η ακριβής θέση ενός αυτόπτη μάρτυρα, ο οποίος παρατηρεί, προσεκτικά, με προσήλωση, αισθαντική συγκίνηση και σκεπτικισμό, συχνά και με μελαγχολία, ενδεχομένως λόγω και της αποστέρησης επειδή δεν συμμετέχει, όσα συμβαίνουν στον δρόμο του ή στο περιβάλλον του, κατά την επιστροφή στον τόπο καταγωγής του, προερχόμενος απ’ το Παρίσι. Το πρώτο κοίταγμα θα γίνει κρυφά, μέσα από μισόκλειστα παντζούρια, με αντικείμενο μια μακράς διαρκείας σεξουαλική συνεύρεση, ο τρόπος κινηματογράφησης της οποίας φέρνει στο νου άμεσο κινηματογράφο, ντοκιμαντέρ ή ντοκιμυθοπλασία. Όλα είναι ενδεχόμενα. Ο Αμίν, εξ απροόπτου, θα γίνει ένας Πήπινγκ Τομ (Peeping Tom) – ο ραφτάκος ηδονοβλεψίας της γνωστής ιστορίας της Λαίδης Γκοντάιβα – μόνο που δεν θα τιμωρηθεί ούτε θα τυφλωθεί όπως ο παραβάτης του μύθου, αλλά θα διατηρήσει υγιέστατο, εναργέστατο και πολύ διεισδυτικό το βλέμμα του, για τις επόμενες ποικίλες θεάσεις του, και αφού θα έχει πληροφορηθεί μέσα από μια μακρά συνομιλία, λεκτική αυτή τη φορά, εκμαιεύοντας επίμονα λεπτομέρειες, όλη την ιστορία μας ερωτικής απιστίας, στην οποία εμπλέκονται γνωστά και συγγενικά του πρόσωπα. Άρα, ο Αμίν δεν είναι μόνο ματάκιας, αλλά και κάτι σαν «οικογενειακός δραγάτης», ο οποίος συλλαμβάνει, επ’ αυτοφώρω, δύο άλλους παραβάτες, οικείους του, τη στιγμή της εκτέλεσης και ολοκλήρωσης μιας πράξης απιστίας κι ερωτικής προδοσίας.
b_505X0_505X0_16777215_00_images_1819_mektoub-my-love.jpg
Από εκεί κι ύστερα, το ενδιαφέρον μας, ως θεατών, είναι πολλαπλό και πλήρες γόνιμων αποριών. Ο σκηνοθέτης της ταινίας, Αμπντελατίφ Κεσίς / Abdellatif Kechiche, μέσω του alter ego του, του νεαρού Αμίν, πού θα δώσει προτεραιότητα; Στην αίσθηση που αποπνέουν οι μεμονωμένες στιγμές της ιστορίας του ή στο νόημα και στα αίτια της δράσης των ηρώων του; Ή και στα δύο, ταυτοχρόνως; Ισχύει εδώ ο κανόνας του ντοκιμαντέρ, ότι όλα αξίζει να κινηματογραφηθούν στην καθημερινότητά τους, ούτως ώστε να αποκαλυφθεί η όμορφη και η σκληρή πραγματικότητά τους; Θα χρειαστεί μια ιδιαίτερη πλοκή για την ανέλιξη της ιστορίας που αφηγείται ο Κεσίς, ή η ταινία θα βασιστεί στην οργάνωση των στιγμών που ζουν οι πρωταγωνιστές, είτε αυτοσχεδιάζοντας, είτε υπακούοντας σε αυστηρούς κανόνες οργάνωσης, και πάντα υπό το άγρυπνο βλέμμα και την καθοδήγηση του παντογνώστη και παντοδύναμου σκηνοθέτη. Απ’ ό,τι μαθαίνουμε, μέσα από συνεντεύξεις του ίδιου του δημιουργού, όλα εξελίσσονται μέσα από πολλαπλές πρόβες και σκληρή δουλειά προετοιμασίας, προτού ενεργοποιηθεί η κάμερα. Όπως το «Χρονικό ενός καλοκαιριού» των Ζαν Ρους και Εντγκάρ Μορέν, 1961, είναι και τούτη η ταινία μια έρευνα πάνω στην αληθινή ζωή μιας ομάδας ανθρώπων; Μήπως όμως δεν πρόκειται για την αληθινή ζωή, αλλά για την αποτύπωση μιας ουτοπικής εμπειρίας που βιώνουν όλοι όσοι συμμετέχουν στην ταινία; Μήπως, χωρίς να αποκλείουμε τη μυθοπλασία, προσεγγίζουμε έτσι την πραγματικότητα με μεθόδους άμεσης κινηματογράφησης; Ερχόμαστε σε επαφή με μια δεδομένη αλήθεια, η οποία αιχμαλωτίζεται επιδέξια, με άμεσο τρόπο, και με το να δίνεται μεγάλο βάρος, πράγματι, στη μοναδικότητα της στιγμής; Βλέπε και τη μεγαλειώδη σκηνή της φωτογράφησης της γέννησης των αμνών, μια από τις ωραιότερες της ταινίας, και μια από τις εμβληματικότερες, που υπάρχουν, πάνω στο θέμα της έλευσης στη ζωή, άξια ανθολόγησης. Ένα από τα αγαπημένα θέματα παραστάσεων και αποτυπώσεων του Κεσίς, το γνωρίζουμε από παλιά, είναι κι εκείνο της κατάδειξης του αισθησιασμού των σωμάτων. Εδώ η γυμνότητα γίνεται συνώνυμο του καλοκαιριού, των διακοπών, της σχέσης με τη θάλασσα και με τον ήλιο, με το ξεφάντωμα και την ευωχία των σωμάτων, και ειδικά των εύχυμων γυναικείων σωμάτων. Πόσο είναι δυνατή, ρεαλιστική και μεμπτή (σε τελική ανάλυση) όλη τούτη η ελαφρότητα, ή μήπως δεν πρόκειται για ελαφρότητα, αλλά για κυνήγι εικόνων αφθονίας, επιθυμίας, γονιμότητας και ηδονής, οι οποίες δονούν την ταινία του Κεσίς, όταν κινηματογραφεί αυτά τα σώματα, απ’ τα οποία ξεπηδά η μαγική σπίθα που θα πυροδοτήσει την ορμή της ζωής; Το ανδρικό βλέμμα, που γοητεύεται με τη μορφή του θηλυκού, ακόμα και σε βαθμό υπερβολής, μπορεί να είναι απολύτως αθώο και γόνιμο ή μπορεί να εμπεριέχει και σπέρματα νοσηρότητας, πυροδοτώντας αντιδράσεις (ιδιαιτέρως από θεατές που ψάχνουν παντού εστίες μόλυνσης), σχετικά με το πού ακριβώς διαχωρίζεται η ανδρική από τη θηλυκή οπτική; Το ανδρικό από το θηλυκό βλέμμα; Η αναπαράσταση της σεξουαλικότητας στον κινηματογράφο, μπορεί να προσλάβει τοξικό χαρακτήρα; Μπορεί να εκπέσει σε κοινό πορνό; Και τι ακριβώς σημαίνει, αν σημαίνει κάτι πρόσφορο για συζήτηση, τούτο το τελευταίο; Ένα θηλυκό σώμα εκπροσωπεί καλύτερα το μυστήριο και την αινιγματικότητα από ένα ανδρικό; Αυτός ο κόσμος που κυκλοφορεί θορυβωδώς στην ταινία του Κεσίς είναι ένας κόσμος ονείρου ή πρόκειται για «παραθεριστές» και σουλατσαδόρους, για επαγγελματίες καμάκια και εστιάτορες που «ανθίζουν» μόνο λίγους μήνες το χρόνο, σε έναν ουτοπικό χρόνο και χώρο, στην παραλία, το καλοκαίρι, υπό την απατηλή λάμψη του ήλιου; Ο κόσμος τον οποίο «τεκνοποιεί» ο κινηματογράφος, μπορεί να λειτουργήσει ως καταφύγιο στη βία του φυσικού κόσμου (εξ’ ου και δύο από τα δυσάρεστα θέματα της ταινίας, η θεία που πεθαίνει από κίρρωση του ήπατος ή ο μνηστήρας πολεμιστής αεροπόρος στον πόλεμο του Ιράκ, παραμένουν σε όλη τη διάρκεια της ταινίας αθέατα στο περιθώριο). Η ξέφρενη κίνηση της κάμερας πάνω στα κορμιά (ηδονοβλεπτική εμμονή ή εμμονική καταδίωξη) είναι ένας επιπλέον κινηματογραφικός δαίμονας που κυνηγά τους πάντες και τα πάντα, με σκοπό να κινηματογραφήσει ή  να καταβροχθίσει; Η κάμερα εξερευνά, ελίσσεται, τροχάζει αναζητώντας τη στιγμή της αποκάλυψης. Αλλά ποια είναι αυτή η στιγμή; Πού κρύβεται; Σε μια αληθοφανή, πειστικότατη, σκηνή σεξ, πίσω από μισόκλειστα παντζούρια, ή στη γέννηση των αμνών στο μαντρί, σε μια εντυπωσιακή μυστικιστική τελετουργία της φύσης, μες στο σούρουπο, όταν παρακολουθούμε την έλευση στη ζωή των ζώων, μέσα απ’ την εκτίναξή τους στον κόσμο, από τη μητρική κοιλιά; Τι μας εντυπωσιάζει περισσότερο, τι μας διεγείρει κυρίως, τι μας συγκινεί, η αποκάλυψη του μυστηρίου του έρωτα ή η αποκάλυψη του μυστηρίου της γέννησης; Και τα δύο είναι εξίσου σκοτεινά, εξίσου αινιγματικά, διεγερτικά, εξίσου αδιανόητα, και μπορούμε να τα συλλάβουμε, και διά της λογικής, και μέσω του ενστίκτου, και μέσω της έκστασης. Και στην τελική, ο Αμίν, πόσο συμμετέχει σε όλα αυτά που ζει, ή πόσο είναι αποστασιοποιημένος; Πόσο αφήνει ελεύθερα και πόσο συγκρατεί τα ένστικτά του, μιας κι αποφασίζει να είναι νηφάλιος παρατηρητής, για τούτο άλλωστε, πολύ συχνά, το βλέμμα του δεν είναι απλώς αποστασιοποιημένο αλλά και θλιμμένο, σαν να έμεινε εκτός τελετής, αποσυνάγωγος και παραπονεμένος, πιθανόν και λόγω προσωπικής αδυναμίας του. Ο Αμίν είναι μόνο καλλιτεχνικά διεγερμένος; Όχι σωματικά, με γενετήσιο πόθο; Είναι ο μόνος προϊδεασμένος για όλες τις κρυφές λεπτομέρειες της ουτοπικής γιορτής, ο μόνος που έχει επίγνωση ότι όλος τούτος ο διονυσιασμός, το όργιο, στην πραγματικότητα είναι κάτι πολύ πρόσκαιρο, όσο κι η ανθρώπινη ζωή, άρα η συνέχεια της ευτυχίας, η λογική του παραδείσου είναι ανέφικτα αγαθά; Μήπως πρόκειται για απλή ιστορία μιας ενηλικίωσης; Και ποιο είναι το πρόσωπο της γυναίκας-μυστηρίου που απασχολεί τη μνήμη του, μιας ρωσίδας που τον γοήτευσε, κάπου, κάποτε, αλλά που δεν θα τη δούμε ποτέ, μόνο θ’ ακούμε γι’ αυτήν, αφού είναι αθέατη, φευγάτη, εξαφανισμένη, πρόσωπο-φάντασμα, ενώ το φευγαλέο πέρασμά της θα καλυφθεί με τη συνάντηση του Αμίν και της συναισθηματικά-ερωτικά πληγωμένης Σαρλότ, σε ένα πολύ όμορφο ρομερικό τέλος, που μας θυμίζει λίγο «Πράσινη Αχτίδα», λίγο «Ιστορίες του καλοκαιριού». Τούτη η συνάντηση, θα μπορούσε να είναι η αρχή μιας συναισθηματικής σχέσης ή μια εμβαλωματική ερωτική παρένθεση, προσωρινά ανακουφιστική της μοναξιάς και του ανέφικτου ή της ελαφρότητας του έρωτα. Η ταινία που βλέπουμε είναι το πρώτο μέρος μιας τριλογίας, άρα έπεται συνέχεια επί της οθόνης, κι αυτή η συνέχεια δεν γνωρίζουμε ακριβώς τι μπορεί να μας επιφυλάττει.
Αδιάβλητη παραμένει η κινηματογράφηση της φυσικής έντασης, της στιγμιαίας παρόρμησης, της εκτόνωσης μέσω των ντελιριακών κινήσεων του έρωτα ή του χορού. Όμως, σημασία μπορεί να έχει και μια απλή, τυχαία, συνάντηση, διότι κινηματογραφώ δεν σημαίνει μόνο υφαίνω μια σχέση ή επιμένω στις εντάσεις και στις κορυφώσεις. Ο όλος  μηχανισμός, που στήνει επιδέξια και πονηρά ο σκηνοθέτης Κεσίς (ένας ούτως ή άλλως πληθωρικός, μεσογειακός, καλλιτέχνης) σίγουρα μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο ύπαρξης των όσων κινηματογραφεί. Όντας απόλυτα πιστός ή υπερβαίνοντας τα όρια της άμεσης πραγματικότητας. Κάνοντας μια ταινία τόσο «πάνω σε» κάποια πρόσωπα, όσο και μια ταινία «μαζί με αυτά» τα πρόσωπα, μια μυθοπλασία που φλερτάρει με το ντοκιμαντέρ, κοντολογίς, «προγραμματίζοντας το τυχαίο», σύμφωνα με τον ορισμό του ψυχίατρου Ζαν Ουρί. Για όλους αυτούς τους λόγους, για όλα τούτα τα ερωτήματα που θέτει, για όλα τα ζητήματα που ψηλαφεί, η ταινία του Κεσίς αποτελεί ένα τολμηρό, σύνθετο, ανοικτό σε διαφορετικές ερμηνείες, πολύ γοητευτικό κινηματογραφικό εγχείρημα. Μια ταινία πλούσια και δηκτική, που διαθέτει όλες τις πρώτες ύλες για ένα αποτέλεσμα μεστό και χυμώδες, ακόμα κι εκείνες, τις οποίες μοιάζει να δυσκολεύεται να διαχειριστεί. Ή οι οποίες τον ξεπερνούν, ή που μπροστά τους διστάζει να αποφασίσει ποια θα πρωτοδιαλέξει.

(Mektoub, My Love: Canto uno )