του Pedro Almodóvar
(οι δηλώσεις του σκηνοθέτη)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2122_madres-paralelas.jpg

Η ταινία ξεκινά με την Janis να ψάχνει για το πως μπορεί να ανοίξει έναν ομαδικό τάφο στον οποίο έχει ταφεί ο προπάππους της, που δολοφονήθηκε στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο και τελειώνει τρία χρόνια αργότερα με το άνοιγμα του τάφου. Ενδιάμεσα και στο κέντρο της ταινίας, υπάρχει η σχέση της με την Ana και οι πολύ απρόσμενες επιπλοκές της.
Η ταινία Madres paralelas μιλά για προγόνους και απογόνους, για την αλήθεια του ιστορικού παρελθόντος και την πιο προσωπική αλήθεια των χαρακτήρων. Μιλά για την ταυτότητα και το μητρικό πάθος μέσω τριών πολύ διαφορετικών μητέρων. Εκτός από την Janis και την Ana, υπάρχει η μητέρα της Ana, εγωίστρια και χωρίς κανένα μητρικό ένστικτο. Οι ατέλειες αυτών των μαμάδων, πολύ διαφορετικές από αυτές που εμφανίστηκαν στη φιλμογραφία μου μέχρι σήμερα, με ελκύουν περισσότερο ως αφηγητή.
Αυτός είναι ο πιο δύσκολος χαρακτήρας που έχει παίξει ποτέ η Penélope Cruz και ίσως ο πιο οδυνηρός. Το αποτέλεσμα είναι υπέροχο. Στο πλευρό της, η νεαρή Milena Smit γίνεται η μεγάλη αποκάλυψη της ταινίας. Η καθαρότητα και η αθωότητα της Ana της τονίζουν τα πιο σκοτεινά μέρη της Janis. Και οι δύο συνοδεύονται πολύ καλά από τους Aitana Sánchez Gijón και Israel Elejalde. Στο τέλος, όλοι μαζί θα αποτελέσουν μέρος μιας διαφορετικής και απροσδόκητης οικογένειας, η οποία είναι επίσης πραγματική και αυθεντική.
(...)
    Η υποπλοκή για τους μαζικούς τάφους από την εποχή του Φράνκο είναι πολύ σημαντική για μένα. Στα πρώτα προσχέδια του σεναρίου, είχε μεγαλύτερη έκταση αλλά ήταν κάτι τόσο δυνατό που κατέληξε να επισκιάζει τα πάντα γύρω της. Έτσι αποφάσισα να δώσω μεγαλύτερη έμφαση στην ιστορία της Τζάνις και της Άνα, και να αφήσω το άνοιγμα του τάφου για το τέλος.
    Ελπίζω η ταινία αυτή να συμβάλει στην ευαισθητοποίηση σχετικά με ένα ζήτημα που είναι ιδιαίτερα κρίσιμο και επιτακτικό για την Ισπανία. Χειρίστηκα το ζήτημα με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ευαισθησία γιατί δεν είχα σκοπό να ξεκαθαρίσω τους λογαριασμούς μου με την ιστορία, όπως ακριβώς οι συγγενείς των θυμάτων δε ζητoύν τίποτα παραπάνω από μια ταφόπλακα για να βάλουν το όνομα του αγαπημένου τους προσώπου και ένα σημείο για να τα θάψουν. Είναι κάτι που η ισπανική κοινωνία τούς χρωστάει, ένα επιτακτικό χρέος γιατί πλέον πρόκειται για τη γενιά των δισέγγονων που ζητούν την εκταφή των σορών - και είναι, μάλιστα, η πρώτη γενιά που το κάνει.
    Όλες οι μαρτυρίες συγγενών που ακούγονται στην ταινία είναι αληθινές. Παρά τις δραματικές καταστάσεις του παρελθόντος και του εμφυλίου, η ταινία στοχεύει στην ανακούφιση και το συναίσθημα. Δεν υπάρχει διάθεση για εκδίκηση ή ξεκαθάρισμα λογαριασμών στις μαρτυρίες. Στη σκηνή όπου ο τάφος ανοίγει, τα μέλη της ΜΚΟ που ανέλαβε την εκταφή και ορισμένοι συγγενείς ξαπλώνουν μέσα στον τάφο, μιμούμενοι τη στάση των σορών. Είναι ένας φόρος τιμής από τους ζωντανούς προς τους νεκρούς.
(...)
    Λόγω ιδιαίτερων συνθηκών, η Janis αναγκάζεται να ζήσει την απόλυτη αντίθεση ανάμεσα στην ιστορική αλήθεια και τη δική της, προσωπική αλήθεια σε σχέση με την κόρη της. Το ηθικό της δίλημμα είναι η καρδιά της ιστορίας, κάτι που κάνει την Janis έναν περίπλοκο, γενναιόδωρο, αντιφατικό, ακόμη και δύστροπο χαρακτήρα. (...)
    Κατά τη διάρκεια της συγγραφής του σεναρίου, όταν οι χαρακτήρες έχουν ήδη ζωντανέψει, μερικές φορές ανεξαρτητοποιούνται από τον σεναριογράφο και εκείνος μπορεί απλώς να τους ακολουθεί. Είναι κάτι το πραγματικά μυστήριο - και μου συνέβη με την Janis. Η συνθήκη στην οποία την έβαλα είναι ίσως η δυσκολότερη από όλους τους χαρακτήρες μου μέχρι σήμερα. Για τον λόγο αυτό, η Penélope έπρεπε να μου παραδοθεί ολοκληρωτικά κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, σχεδόν σαν να βρίσκεται σε ύπνωση.

(πηγή σημειώσεις για την παραγωγή)