(Βαγόνι αριθμός 6)
του Juho Kuosmanen
(η κριτική της Καλλιόπης Πουτούρογλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2122_compartment-no-6-2.jpg

Voyage Voyage,
Plus loin que la nuit et le jour,

Voyage Voyage,
dans l΄ espace inoui de l΄ amou
r”,
Desireless (1987)

Ποιος ταξιδεύει χειμωνιάτικα από την Μόσχα ως τον Αρκτικό κύκλο, στο πολικό Μουρμάνσκ, μόνο και μόνο για να δει από κοντά κάποια σκαλισμένα στα βράχια προϊστορικά πετρογλυφικά; Ένα μακρύ ταξίδι με τρένο που θα μπορούσε να είναι η επισφράγιση μιας ερωτικής σχέσης για τη Φιλανδή φοιτήτρια της ρωσικής γλώσσας Laura καταλήγει σε μια μοναχική περιπετειώδη διαδρομή γεμάτη ανατροπές. Αδαής και ανύποπτη σε μια χώρα που στα τέλη της δεκαετίας του 90 κουβαλάει πολλά από το σοβιετικό της παρελθόν, η Laura θα δοκιμάσει τις αντοχές της σε μια αναγκαστική και άκρως δυσάρεστη συγκατοίκηση, θα αναθεωρήσει βεβαιότητες και επιφυλάξεις, θα αναμετρηθεί με τον εαυτό της και θα βγει λυτρωμένη μέσα από μια θορυβώδη αμαξοστοιχία-καθαρτήριο.
Εμπνευσμένος από το ομώνυμο μυθιστόρημα της συγγραφέως Rosa Liksom, τα συχνά ταξίδια του στη Ρωσία αλλά και την αγάπη του για τα τρένα, ενισχυμένη από το βιβλίο του δασκάλου του Peter von Bagh, “On the Train”, ο φιλανδός σκηνοθέτης Juho Kuosmanen (The Happiest day in the Life of Olli Mäki) στο Compartment no.6/ Βαγόνι αριθμός 6 κλείνει σε ένα κουπέ τρένου δυο ανθρώπους εντελώς διαφορετικούς αλλά το ίδιο μόνους. Από το μοσχοβίτικο ελιτίστικο σαλόνι ενός παλιού και άνετου διαμερίσματος της Μόσχας η Laura θα προσγειωθεί απότομα σε ένα κλειστοφοβικό ζοφερό περιβάλλον, έχοντας μοναδικές διεξόδους τη βιντεοκάμερα και τα γουόκμαν της, νοσταλγικές καταγραφές στιγμών που όπως αποδεικνύεται στην πορεία έχουν παρέλθει οριστικά. Απέναντι της ο ρώσος συνταξιδιώτης της, ο μεθυσμένος Ljoha, επιθετικός και άξεστος χωρίς καλλιτεχνικές ευαισθησίες, που κάνει το ταξίδι για λόγους επιβίωσης, ένας άντρας ωμός και ακατέργαστος. Καθώς το τρένο κινείται προς τον αρκτικό κύκλο και οι μέρες διαδέχονται τις νύχτες - που οι στάσεις τους επιφυλάσσουν εκπλήξεις- , οι συναισθηματικές καταστάσεις των ηρώων μετατοπίζονται κι αυτές, μετατρέποντας την μεταξύ τους πολεμική σε κάτι πιο ανάλαφρο, πολύ κοντά στην αποδοχή. Οι φαινομενικά αταίριαστοι ήρωες θα προσεγγίσουν ο ένας τον άλλον όχι μόνο λόγω της αναπότρεπτης εγγύτητας αλλά και μιας συναισθηματικής ανάγκης που ωριμάζει όσο το τρένο πλησιάζει προς τον προορισμό του, όσο οι προσωπικές απώλειες, οι ανασφάλειες και οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες του καθενός κάπου συναντιούνται ή αλληλοκαλύπτονται.
Η ταινία του Kuosmanen θα μπορούσε να είναι άλλη μια ιστορία αγάπης που επιβεβαιώνει τη ρομαντική αντίληψη περί έλξεως των αντιθέτων. Ο σκηνοθέτης ωστόσο επιλέγει τη δημιουργία μιας ταινίας δρόμου, έμπλεης μελαγχολίας αλλά και αναπάντεχων στιγμών ευθυμίας, μιας ιστορίας βλεμμάτων και αδέξιων διαλόγων που διαπερνά τη σκοτεινή επιφάνεια δύο εξίσου μοναχικών ψυχών. Υπάρχει εξάλλου κάτι παράξενα νοσταλγικό αλλά και διαχρονικό μαζί σε αυτήν την πιστή αναδημιουργία των χώρων και της εποχής. Είναι αυτή η ατμόσφαιρα που δημιουργείται από τις εστιάσεις και την κίνηση της κάμερας, τη σωματικότητα των ερμηνειών, τους ήχους και τους τριγμούς της διαδρομής, από το επαναλαμβανόμενο ρεφραίν ενός τραγουδιού, από μία σύντομη πρόταση στο τέλος του ταξιδιού, όταν το τοπίο εκτείνεται πάνω από τα παγωμένα πετρογλυφικά και μαζί και η οπτική των ηρώων: «Τελικά αυτό ήταν;/ Ναι, αυτό