του Νίκου Νικολαΐδη
(γράφει ο Σωτήρης Ζήκος)  
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2122_proini-peripolos.jpg

Ο καθένας νιώθει πιο ιδιαίτερα δεμένος με κάποιες εικόνες που ρέουν στην οθόνη, όχι μικρές ή μεγάλες, αλλά αυτές που τις αισθάνεται να δονούνται συντονισμένες με το δικό του παλμό.
Κι έπειτα ήρθε η νύχτα κι ένα παράξενο φως φάνηκε να ζυγώνει από μακριά, απ' το πουθενά και να δυναμώνει. Ώσπου μεγεθύνθηκε κι έγινε μια πρώτη εικόνα σε διαστάσεις κανονικές. Μουντή, γκρίζα εικόνα, ρημαγμένο τοπίο, θολός ουρανός, άδειος ορίζοντας ενός αλλιώτικου κόσμου, κυριαρχημένος από μια δυσοίωνη σιωπή που εντείνεται από την ανθρώπινη απουσία. Εδώ, κάτι ασύληπτα τρομερό σ' ένα απροσδιόριστο πριν, έχει συμβεί.
Και τότε εμφανίζεται Εκείνη, η γυναίκα που δεν έχει όνομα, παρελθόν, μόνο μια χούφτα σκόρπιες, αμφίβολες αναμνήσεις, η γυναίκα που δεν έρχεται από πουθενά, όπως άλλωστε και ο ου-τόπος που φτάνει...
Και αρχίζει ένας μονόλογος “εσωτερικός”, εξαιρετικά φορτισμένος και ίσως γι' αυτό εκκωφαντικά ηχηρός, που σαρώνει τη νηνεμία του έρημου χώρου -λόγια που σκάνει σαν υπόκωφες εκρήξεις στο πρόσωπο των εικόνων και ανταγωνίζονται την σιωπή.
Έπειτα Εκείνη μπαίνει νύχτα στην πόλη, περνάει κρυφά την απαγορευμένη ζώνη, σκοτώνει. Σκοτεινοί έρημοι δρόμοι μετά τη βροχή, μικροί πάροδοι, υπόγεια περάσματα, στοές και ατέλειωτοι διάδρομοι συνθέτουν τμηματικά μια πόλη-φάντασμα του παλιού εαυτού της, κάποτε ζωντανή, τώρα απειλητική...
Τα σπίτια είναι όλα ανοιχτά, τα τραπέζια στρωμένα, οι τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα παίζουν ασταμάτητα. Ό,τι έγινε έγινε ξαφνικά, απροειδοποίητα, αιφνιδιαστικά. Τα τηλέφωνα δεν απαντούν, παρά μόνο αυτά της οθόνης για να εντείνουν το αίσθημα αποκοπής. Όλοι οι άνθρωποι λείπουν, κυκλοφορούν μόνο φευγαλέες, κάποιες απειλητικές παρουσίες, φονιάδες που στοιχειώνουν το χώρο σαν φαντάσματα. Παντού γύρω καραδοκεί στο σκοτάδι ένας αόρατος, ανεντόπιστος κίνδυνος. Πουθενά δεν υπάρχει ασφάλεια ή τόπος να ξαποστάσεις. Οι ανοιχτές φωτοβόλες οθόνες που σαγηνεύουν τα μάτια είναι παγίδες για να σε κάνουν να ξεχαστείς. Ο μόνος τρόπος για να επιζήσεις είναι να μετακινείσαι ακατάπαυστα και τυχαία. Δεν υπάρχει ούτε χρόνος για να σκεφτείς, να αναρωτηθείς ποιος είσαι, από πού έρχεσαι και πού πας. Δεν υπάρχει καμιά προοπτική διαφυγής στον ορίζοντα, ούτε ορίζοντας καν, μόνο μια φήμη πως κάπου τελειώνουν όλα αυτά και αρχίζει η θάλασσα... Κι έτσι, ίσως γεννιέται ένα ζωτικό αίσθημα αναμονής, μια ελπίδα, ένα κίνητρο για να συνεχίσεις.
Και μετά εμφανίζεται Εκείνος, που ήταν μέχρι τώρα σκιά ανάμεσα στις σκιές, ανώνυμος, μελλοθάνατος, οπλισμένος φρουρός της Πρωινής Περιπόλου... εντεταλμένος να σκοτώνει όσους γυρίζουν σαν αδέσποτα αγρίμια στην πόλη. Ξέρει ή έτσι νομίζει πως Εκείνη έχει κάποιον προορισμό που Εκείνος δεν είχε ποτέ κι ούτε θα έχει. Δηλητηριώδης και δηλητηριασμένος σκορπιός μιας πόλης-παγίδα, την παρακολουθεί και την προστατεύει, φαίνεται να την προσεγγίζει και ν' αποφασίζει να την αφήσει να ζήσει, για δικούς του λόγους που θα παραμείνουν αδιευκρίνιστοι, ίσως για να αποκτήσει κι αυτός μια προοπτική, έστω προσωρινή.
Ο τρόπος που συναντιούνται και συνυπάρχουν κάθε άλλο παρά είναι διαφωτιστικός για τις προθέσεις του καθενός. Ο εκβιασμός με τα φάρμακα, η βεβαιότητα Εκείνου ότι ελέγχει τα πράγματα, η απειλή με το όπλο είναι κάποια λίγα στοιχεία που δείχνουν την κοινή εμπειρία επιβίωσης που έχουν αποκτήσει και ότι κάθε εμπιστοσύνη στον άλλον, στον οποιονδήποτε άλλον, έχει χαθεί.
Και η μετακίνηση συνεχίζεται, καινούρια τμήματα του χώρου αποκαλύπτονται διευρύνοντας την αρχική εικόνα αυτής της πόλης. Πάλι στοές, έρημοι δρόμοι, κατεστραμμένες αυλές, κι άλλοι δρόμοι, σοκάκια, ένα νεκροταφείο αυτοκινήτων, ένα μισοτελειωμένο κτίριο, περάσματα, το εσωτερικό ενός λεωφορείου κι έπειτα... η έξοδος... το άγριο ανοιχτό τοπίο έξω απ' την πόλη.
Κι αυτή η πορεία καταλήγει μια νύχτα στο βάλτο, όπου Εκείνος, έχοντας εκπληρώσει την αποστολή του: να την βοηθήσει να βγει έξω απ' την πόλη-παγίδα, θα ξεψυχίσει στην αγκαλιά της. Χωρίς ποτέ να μάθουμε ποιοι ήταν αυτοί οι δυο, αν αγάπησαν, αν αγαπήθηκαν, πώς βίωσαν τη σύντομη κοινή τους ζωή, αν αναζητούσαν ένα πρόσκαιρο νόημα ζωής ή τον ίδιο το θάνατό τους.
Μα σ' έναν τέτοιο “τελειωμένο” κόσμο, τι σημασία έχει άλλωστε!