(ένα αφιέρωμα του φεστιβάλ Karlovy Vary 2014)
ben-rivers.jpg

Ένας άνθρωπος μέσα σε μια αυτοσχέδια σχεδία στο μέσο μιας λίμνης. Η αίσθηση της υπέρτατης γαλήνης κυριεύει όλη την εικόνα. Μια στιγμή μοναδικής ηρεμίας και αρμονίας της φύσης και του ανθρώπου από την ταινία Two Years at Sea (2011). Αυτή θα μπορούσε να είναι η σκηνή «δραματικής κορύφωση» σε μια ταινία του Ben Rivers.
Μετέωρος ανάμεσα στα ήθη του πειραματικού σινεμά και σ’ ό,τι επιτάσσει ο όρος «δημιουργικό ντοκιμαντέρ», ο λονδρέζος δημιουργός ήρθε στο προσκήνιο με τα δύο πρόσφατα «ντοκιμαντέρ» του: το προαναφερθέν και το A Spell to Ward off the Darkness (2013), σε συν-σκηνοθεσία με τον Ben Russell. Αυτών όμως είχαν προηγηθεί ένα πλήθος μικρού μήκους ταινιών, όπου τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, το «ντοκιμαντέρ» και τη μυθοπλασία, το εθνογραφικό σινεμά και τη πειραματική έκφραση είναι συχνά δυσδιάκριτα. Slow Action (2010), I Know Where I'm Going (2009), May Tomorrow Shine The Brightest Of All Your Many Days As It Will Be Your Last (2009), Origin of the Species (2008), Ah, Liberty! (2008), House (2007), Terror! (2006), The Coming Race (2006), Astika (2006), This Is My Land (2006), The Hyrcynium Wood (2005), Old Dark House (2003): κάποιοι τίτλοι από τις «προεργασίες» του Ben Rivers.
two-year-at-sea.jpgΑν υπάρχει μια αφετηρία στις ταινίες αυτές είναι κατά το πλείστον η πρόθεση του σκηνοθέτη να εξερευνήσει κάποιους ιδιαίτερους τόπους –χώρους. Καλύβες, τόποι κατοικίας μέσα στο δάσος, στις ερημιές, τις εσχατιές του αστικού πολιτισμού, χώροι που μοιάζουν εγκαταλελειμμένοι, με τα ίχνη από το πέρασμα του χρόνου εμφανή, με τις φθορές εκτεταμένες και την κατάρρευση προϊούσα, γεμάτα ίχνη -απομεινάρια μιας ανθρώπινης παρουσίας που χάθηκε. Και μέσα σ’ αυτούς τους τόπους, οι άνθρωποι -μεσήλικες ή ηλικιωμένοι- αρνητές του σύγχρονου τεχνολογικού πολιτισμού, να επιβιώνουν μακριά από τον πολιτισμό, να αναζητούν και να βρίσκουν τη γαλήνη μέσα στα συντρίμμια και τα απορρίμματα, μέσα στη φύση [1].
Ο Ben Rivers καταγράφει την καθημερινότητα τους με την επιμέλεια ενός εθνογράφου- ανθρωπολόγου ντοκιμαντερίστα: εικόνες της φύσης -πάντα μαγευτικής-, τα έντομα και τα φυτά, μικρές λεπτομέρειες -οι επιφάνειες και η υφή-, τα χρώματα οι ήρωες καθώς κινούνται και εξερευνούν τους χώρους. Οι ήχοι των ταινιών δημιουργούν ένα παράλληλο σύμπαν που συνδιαλέγεται του οπτικού. Υπάρχει πάντα ένα στοιχείο ακατέργαστου στην εικονοποιία των ταινιών αυτών: ως να είναι ερασιτεχνικές καταγραφές της ζωής στη φύση, εκ του προχείρου σχεδιαγράμματα μιας ταινίας, ενός ντοκιμαντέρ (;) που ακόμα δεν έχει γυριστεί. Εδώ έχουμε να κάνουμε μ’ ένα σινεμά όπου τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό που καταγράφει ο κινηματογραφικός φακός και το σκηνοθετημένο είναι θολά.
Το Slow Action μοιάζει να 'ναι υποδειγματικό του τρόπου  του Ben Rivers. Ταινία επιστημονικής φαντασίας ή ένα ντοκιμαντέρ από το μέλλον: η 45λεπτή ταινία ακολουθεί τους δρόμους ενός επιστημονικού- εθνογραφικού ντοκιμαντέρ για να καταλήξει να γίνει μια ταινία μυθοπλασίας.  Τέσσερις τόποι απομονωμένοι με μια ατμόσφαιρα ιδιαίτερη: το Lanzarote είναι νησί στα Κανάρια νησιά,  γεμάτο νεκρά ηφαίστεία, το Gunkanzima, ένα νησί κοντά στο Nagasaki, το Tuvalu μια έρημη ατόλη στο Ειρηνικό Ωκεάνο και το Somerset.  Η αφήγηση περιγράφει την εξέλιξη αυτών των τεσσάρων νησιών και τις ιδιαίτερες  γεωγραφικές, γεωλογικές, κλιματικές συνθήκες.  Τόποι υπαρκτοί που μέσα από τη σκηνοθεσία του Rivers αποκτούν μια σχεδόν φανταστική μυστηριακή διάσταση. Η φωνή μιας αφηγήτριας που διαβάζει λήμματα από μια επιστημονική εγκυκλοπαίδεια, ασπρόμαυρες εικόνες μετά την καταστροφή, τα ηλεκτρονικά ηχητικά εφέ, η μυστηριώδης απόκοσμη ατμόσφαιρα των τόπων, ο πλανήτης γη μετά την ολική καταστροφή: ένα ψευδό-ντοκιμαντέρ ενός όχι και τόσο μακρινού μέλλοντος ή ενός φανταστικού παρόντος.
Ένα σινεμά που αρνείται τις μεταφορές, χάριν της κυριολεξίας, ένα σινεμά που είναι πολλές φορές ενστικτώδες. Αυτό είναι ένα σινεμά επιγονικό δημιουργών, όπως ο Luis Buñuel (Las Hurdes, tierra sin pan, 1933), ο Robert J. Flaherty, (Nanook of the North,1922), αλλά και πιο σύγχρονων όπως ο Werner Herzog (Encounters at the End of the World, 2007). Εικόνες πεπαλαιωμένες, που μοιάζουν να είναι σχεδόν αχρονικές, που συνεχίζουν μια κινηματογραφική παράδοση που συγχέει το πραγματικό και το μυθοπλαστικό, το αληθινό με το επιονοημένο. Ένα σινεμά υποβλητικό, μαγευτικό, σαμανιστικό…

Δημήτρης Μπάμπας


1 Εξαίρεση σ’ αυτά τα πορτραίτα των μοναχικών αποσυνάγωγων αποτελεί το πρώτο μέρος της ταινίας Two Years at Sea, όπου καταγράφεται η ζωή σ’ ένα κοινόβιο νεοπαγανιστών.