(Οι δολοφόνοι του ανθισμένου φεγγαριού)
του Martin Scorsese
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2324_killers-flower-moon.jpg

Όταν ο Έρνεστ Μπούρκχαρτ (Λεονάρντο ντι Κάπριο) επιστρέφει απ’ τον πόλεμο, μ’ έναν τραυματισμό στο στομάχι, ο μεγαλοκτηνοτρόφος θείος του, Γουίλιαμ «Βασιλιάς» Χέιλ (Ρόμπερτ ντε Νίρο), τον βοηθάει να γίνει οδηγός και τον συμβουλεύει να παντρευτεί την διαβητική Ινδιάνα Μόλι (Λίλι Γκλάντστοουν), την οποία μόλις γνώρισε. Αν φυσικά «αντέχει» μια τέτοια συνύπαρξη του λέει. Στην Οκλαχόμα των αρχών του 20ου αιώνα, οι μεικτοί γάμοι συνηθίζονται, ίσως επειδή οι Ινδιάνοι Όσεϊτζ, η φυλή της Μόλι δηλαδή, είναι από τους πιο πλούσιους ανθρώπους της χώρας, αφού στη γη τους υπάρχει πετρέλαιο κι έχουν τα εξορυκτικά του δικαιώματα εκείνοι. Τέτοιοι γάμοι είναι ο μόνος τρόπος για τους λευκούς να προσεγγίσουν τον πλούτο αυτό, που μπορεί να γίνει πραγματικά δικός τους μόνο σε περίπτωση χηρείας. Η υγεία των Όσεϊτζ είναι πάντως ιδιαίτερα εύθραυστη, ειδικά τον τελευταίο καιρό, με μια σειρά θανάτων που, όμως, δεν θεωρούνται ύποπτοι απ’ τις ντόπιες αρχές. Η γλυκιά Μόλι αρέσει στ’ αλήθεια στον Έρνεστ και την παντρεύεται, το ίδιο, όμως, του αρέσει κι η εύκολη ζωή, αλλά κι οι γνώμες και οι προτροπές του πάντα μειλίχιου Γουίλιαμ.
Αν το βασικό θέμα στα γουέστερν είναι η «βαρβαρότητα ενάντια στον πολιτισμό», ιδωμένη σε κάθε του περίοδο από διαφορετική οπτική, τότε, από μια αναπάντεχα φρέσκια και πολυσήμαντη για τη δική μας εποχή σκοπιά, Οι δολοφόνοι του ανθισμένου φεγγαριού του Μάρτιν Σκορσέζε, είναι ένα χορταστικό στη θέαση, πολυδιάστατο στα νοήματα, αντί-επικό γουέστερν, που, με τον τρόπο του Πέκινπα και του Λεόνε, αναδεικνύει τη δυστοπία μετά την κατάκτηση και την πολιτισμική σύγκρουση (αγαπημένο θέμα του Σκορσέζε), μέσα από ήρωες που θέλουν να πιστεύουν ότι ακροβατούν μεταξύ Καλού-Κακού, έχοντας για να λέμε την αλήθεια και τη βοήθεια του σκηνοθέτη που τους χαρίζει κάποιες πινελιές διφορούμενου, στην πραγματικότητα, όμως, έχουν αφεθεί στην πιο σκοτεινή πλευρά τους. Άσμα λοιπόν καθόλου ηρωικό για τους λευκούς -που βάσισαν, όμως σ’ αυτό την Ιστορία διαμόρφωσης της Αμερικής τους- και πολύ πένθιμο για τους Ινδιάνους, τους οποίους, παρ’ ότι κατεξοχήν θύματα εδώ, η ταινία αρνείται να πραγματευτεί μόνο με τέτοιους όρους, προσφέροντας στον θεατή την πιο ήπια, τρυφερή και περιεκτική παρουσίαση που τους έγινε ποτέ στο μυθοπλαστικό, μέινστριμ σινεμά, με τη συνδρομή μιας πραγματικά εξαιρετικής πρωταγωνίστριας που μόνο με το βλέμμα της γλυκαίνει όλη την ταινία. Ο Σκορσέζε, μας παρουσιάζει -και μέσα απ’ την ασπρόμαυρη σεκάνς με τα επίκαιρα- το πώς έβλεπαν οι λευκοί τους Ινδιάνους εκείνη την εποχή, ταυτόχρονα, όμως, μας δίνει την σπάνια ευκαιρία να πάρουμε μια γνήσια γεύση απ’ τα έθιμα και τη νοοτροπία τους και να ακούσουμε τη γλώσσα τους-εσκεμμένα αμετάφραστη- μπας και σκεφτούμε, ίσως για μια φορά, τι μπορεί να μας διαφεύγει απ’ τον Άλλον. Οι Όσεϊτζ παρουσιάζονται ως άνθρωποι με κουλτούρα και ήθος, που πάσχουν εξαιτίας της Δύσης, όχι μόνο γιατί εκείνη τους εχθρεύεται και τους εποφθαλμιά, αλλά και γιατί εν μέρει κι οι ίδιοι αδυνατούν να της αντισταθούν, κι υιοθετούν τις ψευδαισθήσεις και τη σημειολογία της, με πολλά μέλη της φυλής, κυρίως γυναίκες, να βλέπουν τους λευκούς συζύγους ως άχρηστα, αλλά ακίνδυνα, όμορφα τρόπαια, με τα οποία συνδέουν αβασάνιστα τη δυτικότροπη ζωή τους.
Η ιστορία μοιάζει απίστευτη, είναι, όμως, πέρα για πέρα αληθινή, με το σενάριο να βασίζεται σε στοιχεία απ’ το ομώνυμο μπεστ σέλερ του Αμερικανού δημοσιογράφου και συγγραφέα Ντέιβιντ Γκραν, για μια σειρά φόνων που διαλεύκανε το νεοσύστατο τότε FBI στην πρώτη του αποστολή, με επικεφαλής τον -μετέπειτα θρυλικό- πράκτορα, Τομ Γουάιτ, γύρω απ’ τον οποίο επρόκειτο να περιστρέφεται αρχικά η ταινία, μέχρι που τελικά ο Σκορσέζε και ο Ντι Κάπριο αποφάσισαν ότι έτσι η ιστορία «δεν θα είχε καρδιά», και δεν θα μιλούσε πραγματικά για τους Όσεϊτζ. Αποφάσισαν έτσι να ξαναγραφεί το σενάριο, με ήρωα τον πολύ πιο παθητικό κι αντί-ηρωικό, Έρνεστ Μπούρκχαρτ που άγεται και φέρεται και συχνά δεν ξέρει κι ο ίδιος τι πρεσβεύει, μοιάζοντας περισσότερο με μια κινηματογραφημένη εκδοχή της Κοινοτοπίας του Κακού παρά με ήρωα ελληνικής τραγωδίας. Ο Γουάιτ, και μαζί ο αμερικανικός ηρωισμός, υποβιβάζεται έτσι σε δεύτερο ρόλο (τον οποίο αναδεικνύει όπως το έχει συνήθειο ο Τζέσι Πλέμονς), αφήνοντας, ωστόσο, με την παρουσία του την ελπίδα και την υπόσχεση -ίσως απατηλή;- για μια άλλη Αμερική που διέπεται από δικαιοσύνη και ήθος.
Έτσι, παρ’ ότι Οι δολοφόνοι του ανθισμένου φεγγαριού έχουν στη φαρέτρα τους, όλα τα όπλα της τραγωδίας, παραμένουν εσκεμμένα, εξαιτίας του μόνιμου ανθρωπισμού του Σκορσέζε, στα όρια του ανθρώπινου δράματος, τόνο που αποδίδει εξαιρετικά στην ερμηνεία του ο Ρόμπερτ ντε Νίρο, και αναδεικνύει η κάμερα που μένει στο ύψος του ανθρώπινου βλέμματος και απέναντι, περιγράφοντας περισσότερο, παρά καταγγέλλοντας, κάτι που βλέπουμε ακόμα και στα γενικά πλάνα της, αναγνωρίζοντας δηλαδή πως η ανθρώπινη περιπλοκότητα, μπορεί κάθε φορά να εκπροσωπείται από μια μερίδα ανθρώπων, αλλά δεν ξεμπερδεύουμε αποδίδοντας την ευθύνη μόνο εκεί, κι αφήνοντας τις σκοτεινιές της ανθρώπινης ψυχής, συνολικότερα, απέξω.
Ο ανθρωπισμός του Σκορσέζε, είναι και το μόνο που θα μπορούσε ίσως να του προσάψει κανείς εδώ, καθώς εσκεμμένα θολώνει την κόψη του Κακού, και αφαιρεί απ’ το αρνητικό τη γοητεία του μύθου, στερώντας έτσι κι απ’ την ταινία του την ευκαιρία να γίνει ένας Νονός, πόσο μάλλον που ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο μακράν κείται εδώ του Μάρλον Μπράντο (και μακάρι να είχε αποφύγει και την προσπάθεια με το σφιγμένο, προτεταμένο σαγόνι του τελευταίου μέρους), αλλά αυτή είναι η μόνη παρατήρηση που μπορεί ίσως να κάνει κανείς, για μια ταινία τρυφερή, συγκινητική κι ακριβοδίκαιη, που θα χαρίσει στο θεατή τρεισήμισι ώρες ατόφιας κινηματογραφικής ψυχαγωγίας.
Η λέξη ψυχαγωγία δεν είναι τυχαία εδώ, μια και ο Σκορσέζε, εκτός από σινεφίλ, είναι κι εκ φύσεως αντί-ελιτιστής, κι αγαπάει το μέσο του, όσο και το θεατή του, γι αυτό μάλλον και στο τέλος της ταινίας είναι εκεί για να τον αποχαιρετήσει (ο ίδιος αυτοπροσώπως παρακαλώ!) με μια αγάπη, πιο γνήσια αυτή τη φορά, αυτή για το ραδιόφωνο, στην Ιστορία του οποίου αποτίει φόρο τιμής, κλείνοντας μας ταυτόχρονα και το μάτι πως όλα αυτά ήταν μια κατασκευή, που αν η τέχνη πέτυχε το στόχο της, θα μας κάνει να φανταστούμε λιγάκι πιο μακριά από εκεί που βλέπουμε. Είμαστε από το υλικό που φτιάχνονται τα όνειρα, κι ας είναι η μικρή ζωή μας κυκλωμένη από έναν ύπνο, για να παραφράσουμε λίγο και τον Σαίξπηρ.