του Duwayne Dunham
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)![]()
Κάπου στα βάθη της Αμερικανικής Δύσης σε μια εποχή που θυμίζει εκείνη των γουέστερν, κάποιοι εργάτες δείχνουν χαρούμενοι σκάβοντας αδιάλειπτα μια τρύπα. Επιστάτης κι αφεντικό τους ο μυστηριώδης κύριος Γκους, που στο αναπάντεχο «γιατί;» του νεαρού εργάτη Τζο θα απαντήσει με μια παράξενη ιστορία και μια ευκαιρία ανέλιξης. Θα είναι αυτό η αρχή μιας πορείας ανόδου για το Τζο ή μήπως πτώσης; Και θ’ απαιτήσει το «γιατί;» που έθεσε κάποια στιγμή απάντηση κι απ’ τον ίδιο;
Το πρώτο πράγμα που προσέχει κανείς στο The legend of the happy worker του Duwayne Dunham, είναι το όνομα του Ντέιβιντ Λιντς στην εκτέλεση παραγωγής. Το δεύτερο είναι ο τρόπος που ευθύς εξαρχής παρωδείται κι υπονομεύεται το αμερικανικό γουέστερν ως κινηματογραφικό είδος, αλλά κι ως έκφραση του πρώιμου αμερικανικού ονείρου κι ενός επιθυμητά «ορθού» τρόπου λειτουργίας της κοινωνίας. Από το στήσιμο των πλάνων, το καρτουνίστικο παίξιμο και τα υπερβολικά χαμόγελα των ηθοποιών, μέχρι την μονοδιάστατη τυπολογία όλων των ηρώων πλην του κυρίου Γκους, την φλυαρία της μουσικής, την ένταση των χρωμάτων και τα εμβόλιμα καρτούν του Ντίσνεϊ είναι ξεκάθαρο πως η ταινία συνιστά μια αλληγορία/μεταφορά/παραβολή που κινείται στο φανταστικό/παράλογο ακριβώς για να εκφέρει κρίσεις πάνω στο πραγματικό μέσα απ’ τους συμβολισμούς της. Με τη διαφορά ότι ο Dunham υποκύπτοντας σε μια απληστία σχεδόν για πολυεπίπεδα νοήματα που θα απλώνονται σε όλο το υπαρξιακό-κοινωνικό-πολιτικό πεδίο – και που με μια δόση πολιτικής ορθότητας θα κρίνουν από την αποικιοκρατία μέχρι τη συμπεριφορά προς τους ισπανόφωνους μετανάστες- αρνείται να ιεραρχήσει τους συμβολισμούς της. Το αποτέλεσμα είναι οι στόχοι του να γίνονται όλο πιο δυσδιάκριτοι όσο η ώρα περνά κι η ταινία να μην γοητεύει τον θεατή -ειδικά μετά την εξαφάνιση του Γκους – που ήταν κι ο πιο αξιομνημόνευτος και λιντσικός ήρωας της. Η αμφιλεγόμενη προσωπικότητά του είναι η μόνη που πραγματικά κατορθώνει να συνενώσει όλα όσα ο Dunham θέλει να πει – και γι αυτό είναι μάλλον κρίμα που εκ των υστέρων «διαβάζεται» πιο μονοδιάστατα- και είναι εντυπωσιακό το πώς το φτυάρι του γίνεται ταυτόχρονα κατανοητό ως σύμβολο του Αμερικανού έποικου-κατακτητή αλλά και του οικουμενικού ανθρώπου-σκαπανέα που αναζητά το νόημα σ’ έναν παράλογο κόσμο. Τον συνδυασμό αυτό η υπόλοιπη ταινία δεν τον καταφέρνει– ίσως και γι αυτό ακούμε αυτό το -εντελώς αχρείαστο- μικρό λογύδριο του Τζο προς το τέλος για το νόημά της.
Οι φήμες λένε πως το έργο The Happy Worker του S. E. Feinberg επρόκειτο αρχικά να γίνει ταινία απ’ τον ίδιο τον Λιντς, εν τέλει, όμως, το σχέδιο ανέλαβε ο στενός συνεργάτης του, μοντέρ του, και σκηνοθέτης κάποιων επεισοδίων του Twin Peaks, Duwayne Dunham. Η επιρροή του Λιντς, το χιούμορ και το πνεύμα του, μοιάζουν πράγματι να ίπτανται πάνω απ’ όλη την ταινία χαρίζοντας της κάποιες ωραίες στιγμές -με αποκορύφωμα την εξαίσια παράλογη-λογική ιστορία που αφηγείται ο Γκους στον Τζο. Δεν κατορθώνουν, όμως, αναμενόμενα ίσως, να της μεταδώσουν την διαβόητη δυνατότητα του Λιντς να δημιουργεί κρυπτικά αριστουργήματα, ούτε να παραμένει συγκινητικά συγκεκριμένος όταν θέλει σ’ απλές αφηγηματικές γραμμές, πόσο μάλλον που ο Dunham προσπαθεί να πατήσει ταυτόχρονα και στις δύο αυτές βάρκες.
Κάπου μέσα στο αλληγορικό αυτό παραμύθι που οι δημιουργοί του χαρακτηρίζουν ως μια «ιστορία πίστης, πάλης του καλού με το κακό και αναζήτησης του νοήματος της ζωής σ’ έναν ατελή κόσμο», βρίσκεται μια πολύ πιο καλή ταινία που ασφυκτιά να βγει, και που μας δείχνει ανά στιγμές τα ψήγματά της – όπως π.χ. με τη δυνατότητα του σκηνοθέτη να κάνει ένα άρρητο διπλό σχόλιο για την πρόοδο που πολιτικά και κοινωνικά συντελείται ερήμην κι ενάντια των ανθρώπων, αλλά εν τέλει κι υπαρξιακά δεν είναι αυτό που επιθυμούνε. Για να θυμηθούμε ξανά τον Λιντς ο μεγαλύτερος παραλογισμός δεν είναι μόνο της ζωής, αλλά συχνά και της ψυχής μας της ίδιας. Γι αυτό και χάνουμε συχνά το νόημα που νομίζουμε πως είχαμε βρει κι αναγκαζόμαστε να σκάψουμε βαθύτερα για να βρούμε ένα άλλο. Το ίδιο μάλλον πρέπει να κάνει κι ο Dunham σύντομα για να βρει πιο ξεκάθαρα την δική του κινηματογραφική γλώσσα.
Locarno 2025/ Εκτός συναγωνισμού



