του Sompot Chidgasornpongse
(κριτική: Δημήτρης Μπάμπας)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_9-tempes-to-heaven.jpeg

Ένα μικρό βουδιστικό ιερό. Ένα τραγούδι ακούγεται από ένα γρατζουνισμένο δίσκο βινυλίου, μουσική της δεκαετίας του 60. Εργάτες που προετοιμάζουν το χώρο για μια συγκέντρωση, μάλλον θρησκευτική τελετή. Ένας μεσήλικας που κάνει δοκιμές διαβάζοντας τον επικήδειο μιας ηλικιωμένης. Ένα μπουκέτο από λουλούδια...

Ταϊλάνδη, σήμερα. Μια οικογένεια -αδέλφια, νύφες, εγγονοί και εγγονές- όλοι αυτοί συνοδεύουν την υπερήλικα γιαγιά σε προσκυνήματα σε βουδιστικά ιερά προσκυνήματα και μοναστήρια. Η ηλικιωμένη, που είναι στο κατώφλι της γεροντικής άνοιας, βρίσκεται στο κέντρο της προσοχής και της φροντίδας όλων. Συζητήσεις για την υγεία της, τη διανοητική της κατάσταση, το παρελθόν της. Ο λόγος αυτής της περιπλάνησης είναι ο χρησμός που άκουσε ο ένας γιος ό,τι η επίσκεψη σε 9 βουδιστικά ιερά με 9 συγγενείς απομακρύνει τη σκιά του θανάτου πάνω από την ηλικιωμένη. Ένας είναι ο αποσυνάγωγος από τις θρησκευτικές τελετουργίες αυτής της παράδοξης οικογενειακής συγκέντρωσης: ο εγγονός, πνεύμα αντιλογίας και άθεος, έχει αμφιβολίες για ό,τι κάνουν. 
Ιδιόμορφη ταινία θρησκευτικού τουρισμού, παράδοξη ταινία δρόμου, ή απλώς μια οικογενειακή ταινία, το 9 Temples to Heaven, σε παραγωγή του Apichatpong Weerasethakul, οργανώνει την αφήγηση, γύρω από τον φόβο του επικείμενου θανάτου της. Φόβο που αισθάνεται όχι τόσο για την ίδια, μοιάζει συμφιλιωμένη με το αναπόδραστο τέλος όλων μας, αλλά φόβο που αισθάνονται όσοι αφήνει πίσω, τους γιούς και τα εγγόνια της. 
Ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης προσεγγίζει το ταξίδι αυτό με ένα τρόπο ρεαλιστικό, εστιάζοντας στις μικρές καθημερινές στιγμές – καμία υπερβατική διάσταση στις εικόνες του. Αναμφισβήτητα, υπάρχει μια βιωμένη θρησκευτικότητα, η οποία “γειώνεται” στην καθημερινότητα. Αν και αναμφίβολα ο θεατής μαγεύεται από τη χρυσή διακόσμηση, τα λαμπερά χρώματα και την εικονογραφία των βουδιστικών ιερών, ωστόσο συχνά υπάρχει μια απομάγευση του θρησκευτικού, καθώς παρακολουθούμε όψεις της καθημερινότητας της μοναστικής ζωής: απεικονίζεται μια καθημερινότητα που συχνά έχει μια συναλλακτική διάσταση, χωρίς καμία πνευματική διάσταση. 
Ωστόσο, μέσα στην ταινία υπάρχουν αφηγηματικά στάσιμα, διάσπαρτες στιγμές υπερβατικές, με μια ποιητική διάσταση, που υπενθυμίζουν ένα άλλο σύμπαν που διαφεύγει των εικόνων της ταινίας: τα μυρμήγκια που ανεβαίνουν πάνω σε ένα δένδρο, ο ήχος από το θρόισμα των φύλλων, τα ψάρια που συνωστίζονται για την τροφή τους στις όχθες ενός ποταμού, ο ήχος από τις καμπάνες, το άγγιγμα και το χάιδεμα, ο ήλιος που κρύβεται από τα μαύρα σύννεφα (... και ό,τι ακολουθεί), οι ήχοι της νύχτας...
Ένα σινεμά που κινείται σε χώρους και τρόπους ήδη οικείους από το έργο του Apichatpong Weerasethakul. Όπως σε κάθε ταινία ταξιδιού, έτσι και εδώ, σημασία δεν έχει ο προορισμός ή επίτευξη των στόχων, δηλαδή οι εκπλήρωση του θρησκευτικού τάματος, αλλά ο δρόμος, η συνάφεια ανάμεσα στα πρόσωπα. Είναι εντέλει οι οικογενειακοί δεσμοί που βρίσκονται στο κέντρο, η σχέση με το οικογενειακό παρελθόν, η αγάπη προς τους μεγαλύτερης ηλικίας συγγενείς. Τελικά, όπως γίνεται φανερό και στην τελευταία σκηνή, αυτό το ταξίδι είναι μια ιδιαίτερη και ιδιόμορφη εξόδιος ακολουθία για αυτήν την ηλικιωμένη, την κουρασμένη από τη ζωή...

Φεστιβάλ Καννών (Quinzaine des cinéastes) 2026