των Ρωξάνη Κριμίζη & Μιχάλη Κίμωνα
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)![]()
“Μέσα στο σκοτάδι, στα ανεξερεύνητα βάθη των ωκεανών, εκεί που οι ανθρώπινες κατασκευές καταρρέουν, υδρόβια πλάσματα έχουν αναπτύξει τον δικό τους μηχανισμό να αντιστέκονται στην πίεση. Εκεί που το φως του ήλιου δε φτάνει, μπορεί να συναντήσει κανείς πλάσματα αυτόφωτα”. Ο αφηγητής του ντοκιμαντέρ το οποίο παρακολουθούν οι δύο πρωταγωνιστές του The Great Organ, λίγο μετά τη γνωριμία τους, μας δίνει ήδη το στίγμα της ταινίας. Σαν ψάρια έξω από το νερό είναι και οι δυο νέοι που γνωρίζονται σε ένα καλλιτεχνικό μάθημα εργοθεραπείας. Εκείνος, εργάτης σε εργοστάσιο παραγωγής τσιμέντου, στο φάσμα του αυτισμού, ζει στον δικό του σιωπηλό κόσμο. Εκείνη με σύνδρομο Τουρέτ, πιο ενεργή και κοινωνική, παρά τις ακούσιες κινήσεις και τους περίεργους ήχους. Η παράξενη ανακάλυψη ενός “εξωγήινου υδάτινου πλάσματος”, στο υπόγειο με τις μηχανές του εργοστασίου, θα γίνει η πύλη, το παλλόμενο πέρασμα, η κοινή φυγή τους σε ένα “εξωκοσμικό” σύμπαν.
Ποιητική αλληγορία για την επικοινωνία και την αγάπη σε δύσκολους καιρούς, εμπλουτισμένη με στοιχεία του φανταστικού, η ταινία της Ρωξάνης Κριμίζη και του Μιχάλη Κίμωνα ηλεκτρίζει τον θεατή από την εισαγωγική της σκηνή. Η κίνηση της κάμερας και ο φωτισμός που ακολουθούν τον κεντρικό ανδρικό χαρακτήρα δημιουργούν εξαρχής μια μυστηριώδη ατμόσφαιρα, που επαναλαμβάνεται και εντείνεται από τον υποβλητικό σχεδιασμό του ήχου. Και είναι αυτός ο ήχος που συνομιλεί διαρκώς με την εικόνα, τη μετασχηματίζει και δημιουργεί την ιδιαίτερη κινηματογραφική γλώσσα του The Great Organ.
Η διαφορετικότητα των δύο ηρώων βρίσκεται σίγουρα στο επίκεντρο της ταινίας, αλλά με έναν τρόπο που διαφέρει δραματουργικά από τις γνωστές στερεοτυπικές απεικονίσεις. Ο εξωτερικός κόσμος που τους περιβάλλει σκιαγραφείται λιτά, σχεδόν δωρικά, με εξαίρεση ίσως τη σκηνή στο νοσοκομείο. Από τα εργαστήρια ζωγραφικής και την πρώτη τους έξοδο στο σινεμά μέχρι τη σκηνή του σεξ και αυτήν στο εστιατόριο, η σχέση τους χτίζεται φυσιολογικά - και οργανικά μέσα στη σχετικά οριακή διάρκεια των 32’-, ώστε να οδηγήσει στην τελική λύση. Είναι όμως κυρίως η κινηματογράφηση του κόσμου των εργοστασιακών μηχανών, των μοναδικών φίλων του ήρωα, που παίζει εδώ κυρίαρχο ρόλο. Οι μόνες που τον ακούνε πραγματικά σε έναν κόσμο αυτοματοποιημένο, που υπακούει σε τυπικά χρονοδιαγράμματα και εύηχες αλλά ανέφικτες ψυχολογικές συμβουλές. Στο βάθος ενός σκοτεινού διαδρόμου και πέρα από την ανθρώπινη τεχνολογία, είναι εκείνες που θα ανοίξουν τον δρόμο σε αυτόν και στο ταίρι του για το τελικό θριαμβευτικό τους πέρασμα.
Φεστιβάλ Δράμας 2026




