της Katharina Rivilis
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου) ![]()
Ένα ετήσιο πρόγραμμα ανταλλαγής μαθητών είναι συχνά μια εμπειρία μεταμορφωτική. Πόσο μάλλον όταν το μακρινό 2001 μια γερμανίδα μαθήτρια από την πρώην ανατολική Γερμανία εγκαταλείπει την πατρίδα της για να προσγειωθεί στα άνυδρα ερημικά τοπία του Νέου Μεξικού. Η επαρχιακή πόλη που την υποδέχεται, πολύ μακριά από το «αμερικάνικο όνειρο», η αποπνικτική ζέστη και η ισπανόφωνη οικογένεια που τη φιλοξενεί είναι για την 16χρονη Frannie από μόνα τους ένα πολιτισμικό σοκ.
Ανάμεσα σε οικογένειες στρατιωτικών, βαριεστημένους εφήβους και φανατικούς χριστιανούς το κορίτσι που διαβάζει Kleist και Bulgakov και ονειρεύεται να σπουδάσει αγγλική λογοτεχνία φαντάζει σχεδόν εξωγήινο. Η Frannie ωστόσο, που παλεύει την αμηχανία των πρώτων ημερών και την ανία της σχολικής ζωής με τη μίνι βιντεοκάμερα που κουβαλά μαζί της, έχει έναν τρόπο να προσαρμόζεται, να συναναστρέφεται με χαρακτήρες κάθε είδους, να κάνει νέες φιλίες και να περνά καλά, ακόμα και μέσα στο βαρύ κλίμα των ημερών που ακολουθούν την 11η Σεπτεμβρίου. Χαμηλών τόνων και ευαίσθητη, με μια διακριτικότητα που επιδιώκει να την κάνει αόρατη, ξέρει πώς να ελίσσεται, έχοντας πάντα επίγνωση της θέσης της ως ξένης. Όταν σ’ αυτή τη χαλαρή περιπλάνηση γνωρίσει τον μελαγχολικό Elliott, την «αδελφή ψυχή», η ήρεμη θλίψη της θα συναντήσει τη δική του και η Frannie, θα βιώσει για πρώτη φορά το μαγικό αλλά οδυνηρό συναίσθημα του πρώτου έρωτα με προδιαγεγραμμένη ημερομηνία λήξης.
Αντλώντας έμπνευση από την προσωπική συμμετοχή της ίδιας σε φοιτητικό πρόγραμμα ανταλλαγής στο Las Cruces της πολιτείας του Νέου Μεξικού το 2001, αλλά και από εμπειρίες άλλων συμμετεχόντων, η Katharina Rivilis δεν επιλέγει τυχαία αυτόν τον τόπο για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της. Το Las Cruces, μια μοναδική πόλη κρυμμένη στη μέση της ερήμου, είναι από μόνο του ο κύριος πρωταγωνιστής. Υπάρχει κάτι το μαγικό και απόκοσμο στο φως, τη φύση και την βαριά ιστορία αυτής της περιοχής, κάτι που αντανακλάται στην ταινία. Αλλά και η απεραντοσύνη του τοπίου εντείνει σίγουρα τη μοναξιά ενός ξένου. Η Rivilis αξιοποιεί στο έπακρο αυτό το στοιχείο. Από την άλλη εδώ πρόκειται για μια άλλη μεθοριακή Αμερική, εγκαταλελειμμένη, με ταξικές διαφορές και κοινωνικοοικονομικά προβλήματα που επίσης διαφαίνονται στην ταινία. Η τραγική συγκυρία της 11ης Σεπτεμβρίου, οι πολιτικοί χειρισμοί και η αβεβαιότητα που ακολουθεί δίνουν το έναυσμα για την αποτύπωση μιας συναισθηματικής κατάστασης, πολύ κοντά σε αυτήν που βιώνει σήμερα η Ευρώπη απέναντι στην Αμερική.
Κουβαλώντας κυρίως στοιχεία ταινιών ενηλικίωσης, road movie και ντοκιμαντέρ αλλά και με έντονο το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού, το I’ll be gone in June διακρίνεται όχι τόσο για την πρωτοτυπία του σεναρίου του όσο για την διαφορετικών αποχρώσεων, υπέροχη εικονογραφία του, την εναλλαγή σκηνοθετικού ύφους (με εμφανείς επιρροές σε σημεία από το αμερικανικό σινεμά του Βέντερς), για τις πλούσιες μουσικές επιλογές που το συνοδεύουν, φορτίζοντάς το συναισθηματικά, άλλοτε με μία αίσθηση νοσταλγίας και άλλοτε εφηβικής ενέργειας και νεανικής αντίδρασης (με κορυφαία τη στιγμή που η Frannie ερμηνεύει τη «Μπαλάντα της γυναίκας του στρατιώτη» του Μπέρτολτ Μπρεχτ) και τέλος για την επικαιρότητα πολιτικών θεμάτων που προκύπτουν από μια εφηβική ιστορία μετάβασης-μετατόπισης. Στο επίκεντρό της βρίσκεται αναμφίβολα η κεντρική ηρωίδα. Οι εμπειρίες της και οι συναισθηματικές της περιπέτειες. Η ταινία είναι μία γραμμική αλλά χαλαρή στη σύνδεση καταγραφή της δικής της περιπλάνησης. Ένα ημερολόγιο αναμνήσεων, εμπλουτισμένο με προσωπικό αρχειακό υλικό και εμποτισμένο με την ευαισθησία ενός κοριτσιού από άλλο πλανήτη, που έφτασε ως το τέλος του κόσμου, εκεί που κάποτε ήταν ωκεανός.
Φεστιβάλ Καννών (Un Certain Regard ) 2026



