του Τάσου Γερακίνη
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου) ![]()
Η εμμονή του Αργύρη, θυρωρού στο Δήμο Αθηναίων, να γράψει τον 6χρονο γιό του σε ιδιωτικό δημοτικό, ενώ δεν έχει τα χρήματα να το πληρώνει, προκαλεί εντάσεις και προστριβές με την γυναίκα του Πόπη και με την οικογένειά του και κάνει αυξανόμενα τις σχέσεις όλων τους άνω-κάτω. Στην προσπάθεια του να κάνει τους άλλους να δεχθούν σχέδια όπου θα πρέπει μόνο αυτοί να δώσουν ή να θυσιάσουν κάτι δικό τους για να διασφαλιστεί ένα καλύτερο μέλλον για το παιδί του, όπως λέει, ο Αργύρης αισθάνεται ότι κανείς δεν τον ακούει. Φυσικά κι αυτός διόλου δεν δείχνει να τον αφορούν τα συναισθήματα ή τα θέλω των άλλων…
Ηθογραφία της αστικοποιημένης μας κακομοιριάς και μεγαλομανίας, μέσα απ’ το πορτρέτο ενός ήρωα-ανθρωπότυπου της εποχής και μιας σειράς εξίσου αναγνωρίσιμων χαρακτήρων, ο Κόκορας του Τάσου Γερακίνη σε σενάριο δικό του και της Κατερίνας Παπαναστασάτου, μ’ ένα άψογο καστ ηθοποιών και εξίσου άψογους διαλόγους -απόλυτα πειστικούς και πολύ άμεσους- μας δείχνει εξαιρετικά, άρα και στενάχωρα, τα μούτρα της νεοελληνικής πραγματικότητάς μας στον καθρέφτη. Με χάρη, μέτρο, ψύχραιμο ρεαλισμό, σφάζοντας δηλαδή ανελέητα με το μπαμπάκι, και με μια ανθρωπιστική ματιά που δεν μιζεριάζει, αλλά διατηρεί μια αισιόδοξη απόσταση, η σκηνοθεσία εξελίσσει την ταινία χωρίς να την κάνει κωμωδία ή δράμα ποτέ, παρά διατηρώντας την σ’ ένα μεσοδιάστημα που κάνει το θεατή να τη θυμάται μετά και τον βάζει σε σκέψεις.
Το νεοελληνικό όνειρο του να πιάσουμε την καλή με κάθε μέσο και με κόστος που περιμένουμε συνήθως να το πληρώσουν οι άλλοι, ενώ εμείς αισθανόμαστε αδικημένοι και θύματα κι απαιτούμε ψωροπερήφανα ένα σεβασμό που ποτέ δεν κερδίσαμε παρουσιάζεται εδώ σ’ όλο του το μεγαλείο. Το σκεπτικό που το δημιούργησε και το διατηρεί μέσα κι απ’ την ίδια μας την ανατροφή αναδεικνύεται ξεκάθαρα, το ίδιο και το πώς άμεσα κι έμμεσα η στάση αυτή βλάπτει μέχρι και τις πιο στενές μας σχέσεις. Ο ήρωας, αστείος μες τον παραλογισμό του, εκνευριστικός κι ανυπόφορος επίσης, έχει όντως μια τραγικότητα, όπως λέει κι ο σκηνοθέτης -κι ίσως γι’ αυτό του δίνει κι εύκολα συχωροχάρτι ας επισημάνουμε. Μοιάζει πράγματι με κόκορα που κοκορεύεται κι ας μην έχει επιτεύγματα και περνιέται μελλοντικά -κι ανεδαφικά- γι’ αφεντικό, την ίδια ώρα που παραμένει εγκλωβισμένος σε κάτι που δεν διάλεξε, κι αφού είναι άνδρας και σε προσδοκίες συγκεκριμένες πολύ, στις οποίες όσο δεν ανταποκρίνεται κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να καταλήξει σε κάποιου είδους συμβολικό σφαγείο.
Τα φτεράκια μιας ξεπουπουλιασμένης πατριαρχίας που δεν της αρκούν για να πετάξει κι όλο προσγειώνεται απότομα, αλλά συνεχίζει ακόμα κι έτσι να μας κυβερνά, κάνουν γενικότερα θόρυβο εδώ μια κι όλοι οι άνδρες ήρωες ανεξάρτητα απ’ τις όποιες άλλες διαφορές τους, έχουν μια αρκετά κοινή στάση απέναντι στις γυναίκες. Σαν κόκορες κι αυτοί θεωρούν εγγενές τους δικαίωμα να τις διαφεντεύουν, πιστεύοντας κιόλας πως αυτές είναι υποχρεωμένες να είναι πάντα εκεί για να τους ικανοποιούν, να τους κανακεύουν και να τους κατανοούν ακόμα και στα μεγάλα λάθη τους, ενώ αυτοί συχνά δεν είναι διατεθειμένοι να συγχωρέσουν κανένα.
Όλοι οι γυναικείοι ρόλοι της ταινίας -δηλαδή η μάνα, η γυναίκα και η αδελφή του Αργύρη που κι εδώ μόλις τις ορίσαμε σε σχέση με τον άνδρα πρωταγωνιστή- παρ’ ότι όλες δυναμικές, οξυδερκείς και ξηγημένες, που δεν φοβούνται να τα πουν έξω απ’ τα δόντια στους άνδρες, δεν κάνουν ποτέ το επόμενο βήμα όταν πιέζονται, παρά μένουν εκεί να υπομένουν, να επιμένουν και να συμβιβάζονται. Το αν αιτία γι’ αυτό είναι η αγάπη ή η αντίληψη του ρόλου τους ή αν η αντίληψη για την αγάπη έχει μια έμφυλη ποιότητα διαφορετική δεν απαντάται εδώ– το ερώτημα όμως αιωρείται.
Στο τέλος της μέρας, η επιστροφή στην απαξιωμένη μέχρι πρότινος μέσα μας επαρχία -στην πραγματική μας δηλαδή κληρονομιά- και στη μητρική φροντίδα – στη φαντασίωση μιας αγάπης άνευ όρων δηλαδή- μπορεί να δώσει τη δύναμη σε κάποιον να ξεκινήσει πάλι απ’ την αρχή και να ενηλικιωθεί αναλαμβάνοντας τις ευθύνες του κι εκπληρώνοντας τ’ όνειρο στα δικά του πιο ανθρώπινα μέτρα. Το αν η περιπέτεια αυτή έμαθε κάτι στον πρωταγωνιστή ώστε να συμβάλλει να μην συνεχιστεί διαγενεακά η νοοτροπία αυτή του κόκορα, είναι ένα ακόμα ερώτημα που αιωρείται εδώ. Και παρά τον υπαρκτό κίνδυνο η απάντηση να είναι όχι, ας διατηρήσουμε την ελπίδα λέει η ταινία.
Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 2025



