(3 nedelje posle)
του Miroslav Terzić
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου) ![]()
3 εβδομάδες μετά την αυτοκτονία ενός μαθητή εξαιτίας του εκφοβισμού που υπέστη, το σχολείο στέλνει την τάξη του εκδρομή στη Βουλγαρία. Στην εκδρομή συμμετέχει κι ο κολλητός του φίλος, Τσότσα που δείχνει να έχει ήδη στοχοποιηθεί απ’ τον αρχηγό των νταήδων Μίλος, την κοπέλα του και τους φίλους τους. Στο δρόμο, το πούλμαν χαλάει και όλοι θα πρέπει να διανυκτερεύσουν σ’ ένα έρημο θέρετρο. Πριν καν πάνε, ο Μίλος εκτραχύνει την κατάσταση κι οι καθηγητές του λένε πως θα σταλεί σπίτι του την επομένη. Ξέρουν πως θα τον ακολουθήσει κι η κοπέλα του κι αυτό τους φοβίζει κάπως γιατί ο πατέρας της είναι σημαίνον πρόσωπο. Όταν το βράδυ σε μια άγρια αντιμαχία εκείνη κι οι φίλοι της εκφοβίζουν τον Τσότσα, οι καθηγητές δεν παίρνουν θέση κι αποσύρονται στα δωμάτιά τους. Η νύχτα θα είναι δύσκολη για τον Τσότσα. Αλλά ίσως κι όχι μόνο γι’ αυτόν.
Ταινία με δύναμη και ρεαλισμό που από ψυχολογικό θρίλερ καταλήγει κανονικό κλιμακώνοντας υποδειγματικά το σασπένς και την αγωνία, το 3 weeks after/3 nedelje posle αποτυπώνει υποβλητικά και με πειθώ το φαινόμενο του εφηβικού εκφοβισμού ως μια συνταρακτική πραγματικότητα-εφιάλτη. Ερωτήματα καίρια τίθενται μ’ ευκρίνεια μέσω των πλάνων, της πλοκής -που επηρεάστηκε κι από πραγματικά γεγονότα- κι ενός πολύ δεμένου καστ ηθοποιών που σαν σε κοινή χορογραφία αυτοσχεδιάζει, με το δάχτυλο να στρέφεται και προς το θεατή ως ενήλικου μέλους της κοινωνίας. Η αφήγηση του χαρίζει μικρές αναγκαίες ανάσες ψυχικής αποσυμπίεσης με τις χιουμοριστικές κι ελαφρώς σουρεαλιστικές στιγμές των καθηγητών – μια και στον κόσμο των ανηλίκων χιούμορ πια δεν υπάρχει. Λιγοστεύουν κι αυτές βεβαίως όσο η ώρα περνά και η σκληρότητα αγριεύει μέχρι το τέλος.
Σαν μια υπερβατική ταλάντευση ανάμεσα στο Καλό και το Κακό στην οποία η ιστορία για κάποια πλάνα αιωρείται, το τέλος είναι με διαφορά η καλύτερη στιγμή μιας ήδη πολύ καλής ταινίας. Και μόνο για τον τρόπο που η σκηνοθεσία κατορθώνει απ’ το πουθενά να εισάγει -και χωρίς λόγια παρακαλώ- μια ολόκληρη προβληματική ανθρωπισμού και συγχώρεσης σ’ ένα κόσμο όπου απλά δεν υπάρχει, και δίχως κιόλας να υποχωρεί ή όχι σ’ αυτήν, της άξιζε και με το παραπάνω το βραβείο Europa Cinemas Label Award που κέρδισε στο Φεστιβάλ Κάρλοβι Βάρι 2026. Η σκηνή του ομαδικού χορού, όπου όλοι τραγουδούν, σε μια σχεδόν διονυσιακή κατάσταση είναι επίσης από τις καλύτερες της ταινίας, αποτυπώνοντας κι ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματά της: το ρυθμό και την κίνηση - των ηρώων αλλά και της κάμερας. Όλη η κινηματογράφηση αυξανόμενα μοιάζει όσο η ώρα προχωρά ν’ ακολουθεί κάποιο αόρατο τέμπο σαν από τραγούδι που ακούνε τα παιδιά -κι εμείς μαζί- σ’ αυτή την αποτρόπαιη εκδρομή τους.
Η μη ανάληψη της ευθύνης είναι μάλλον το βασικότερο θέμα της ταινίας, το πώς η κοινωνία των ενηλίκων συνολικά και ατομικά -όπως κι οι καθηγητές- την κάνει συνεχώς μπαλάκι ή κοιτάει αλλού ενώ τα παιδιά αλληλοσκοτώνονται. Παριστάνοντας κιόλας ότι η στάση της σε τίποτα δεν επηρεάζει. Η αντιστοιχία των ιεραρχιών εξουσίας στους δύο κόσμους -τον ενήλικο και τον ανήλικο- υποδηλώνεται με διάφορα παραδείγματα εδώ, αναδεικνύοντας και το πώς επηρεάζει κατ’ αντιστοιχία το άτομο σε ηλικίες διαφορετικές ο φόβος κι η ανάγκη του ανήκειν. Αλλά και το συμφέρον που κάνει πιο εύκολο να συνταχθεί κανείς με το Κακό, ή έστω πρόσκαιρα να το υπηρετήσει. Κι αν οι έφηβοι αντιδρούν λόγω ηλικίας με τρόπο πολύ πιο βίαιο και σωματικό, η αφήγηση μας βάζει να σκεφτούμε πως πέρα απ’ αυτό για να φτάσουν μέχρι εδώ διάφορα πράγματα μπορεί να έχουν ήδη συμβεί στην ψυχή ή και στο κορμί τους. Ακόμα και το ίδιο το σχολείο -υπενθύμιση σημαντική- αντί να συντελέσει όπως μπορεί στο να λυθεί το πρόβλημα, κάνει ότι δεν τρέχει τίποτα με την εκδρομή συμβάλλοντας ακριβώς λόγω αυτού στην επανάληψή του. Η επανάληψη του τραύματος -που μπορεί να είναι και διαγενεακό- βρίσκεται πράγματι στην καρδιά φαινομένων όπως αυτά του εκφοβισμού και της εφηβικής βίας. Η αφήγηση, όμως, το θίγει κάπως ανολοκλήρωτα κι άτσαλα μια κι η επίκληση του απ’ την καθηγήτρια δύσκολα θα κάνει το θεατή να εμβαθύνει ή να το σκεφτεί, καθώς μοιάζει περισσότερο μ’ ευθυνοφοβία και δικαιολογία.
Όλα αυτά που είπαμε μόνο εύκολο δεν είναι να θέλει ο θεατής να τα δει, μεγάλο μπράβο λοιπόν στο σκηνοθέτη που τα έκανε τόσο ζωντανά, σημερινά κι ελκυστικά οπτικά, δένοντας το μοντάζ, τη μουσική και το ρυθμό της κινηματογράφησης με τις κινήσεις και τη συνολική ερμηνεία των πρωταγωνιστών -με πιο σπαρακτική βέβαια αυτή του Jovan Ginić-, έτσι ώστε κανείς να μπορεί να παρασυρθεί απ’ τη θέαση κι όχι απλά να την αντέξει.
Karlovy Vary 2026



