του Marcelo Martinessi
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_narcisso.jpg

Παραγουάη 1958. Στο Radio Capital της Ασουνσιόν, τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό με σταθερό πρόγραμμα, πιστό στις παραδόσεις της λατινοαμερικάνικης μουσικής και του εδραιωμένου στρατιωτικού καθεστώτος, ένας νεαρός άντρας, ο Narciso, έρχεται να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά στον χώρο της ψυχαγωγίας, φέρνοντας μαζί του τη rock n roll και έναν πιο χαλαρό, τολμηρά λικνιστικό αέρα ελευθερίας. Σε μια κοινωνία που κρύβει τα πάθη της κάτω από τον μανδύα του καθωσπρεπισμού και όπου η επιθυμία (ερωτική, καλλιτεχνική, πολιτική) και ο φόβος της αλλαγής συνυπάρχουν, ο χαρισματικός και μυστηριώδης νέος από την επαρχία, που έχει πρόσφατα επιστρέψει από το Μπουένος Άιρες, γίνεται σύντομα αντικείμενο λατρείας, τόσο από άντρες όσο και από γυναίκες. Αναστατώνει, απελευθερώνει την καταπιεσμένη επιθυμία, σαγηνεύει αλλά και κολακεύεται από τον θαυμασμό των άλλων. Τυφλωμένος από την ξαφνική διασημότητα και μία πρόσκαιρη αίσθηση κυριαρχίας, ο Narciso  θα γίνει το πρώτο θύμα μιας σειράς εκκαθαρίσεων. Το σώμα του, τόπος προβολής όχι μόνο του φόβου της αλλαγής αλλά και της απώλειας του ελέγχου, με το περί ηθικής πρόσχημα, θα νομιμοποιήσει μια σειρά αυταρχικών πρακτικών που προετοιμαζόταν εδώ και καιρό. 
Οχτώ χρόνια μετά το βραβευμένο Las herederas (The Heiresses, 2018), ο Marcelo Martinessi εγκαταλείπει το γυναικείο σύμπαν των Κληρονόμων του  για να καταδυθεί σε έναν πιο σκοτεινό ανδροκρατούμενο κόσμο, που κουβαλάει, πέρα από τον αισθησιασμό και το μυστήριο, πολλή μουσική, έντονη θεατρικότητα και  το πολιτικό παρασκήνιο μιας εποχής που στιγματίστηκε από τη μακροβιότερη δικτατορία της νοτίου Αμερικής. Τοποθετημένη σε μια αριστοτεχνικά κατασκευασμένη νουάρ ατμόσφαιρα της Παραγουάης του 50, η ταινία αντλεί έμπνευση από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Guido Rodríguez Alcalá που βασίζεται στη ζωή του παραγουανού Bernardo Aranda, ραδιοφωνικού παραγωγού που εξελίχθηκε σε τοπικό ραδιοφωνικό αστέρα και δολοφονήθηκε υπό μυστηριώδεις συνθήκες το 1959. Κινούμενη μεταξύ μυθοπλασίας και ιστορικής αλήθειας,  χωρίς να κρύβει το queer στοιχείο της - που εδώ περισσότερο πλανάται παρά απεικονίζεται -  η ταινία γοητεύει κυρίως χάρη στις αισθητικές επιλογές της, στην ατμοσφαιρική αναδημιουργία μιας εποχής, στον ηχητικό και οπτικό σχεδιασμό της.
Ο Martinessi χτίζει στην κυριολεξία ένα σύμπαν σκοτεινό και δυσοίωνο παρά την ενέργεια που ξεχειλίζει από τις μουσικές του, είτε πρόκειται για τα παραδοσιακά τραγούδια της Παραγουάης, όπως το Che La Reina και το Galopera είτε για επιτυχίες του Buddy Holly και του Fats Domino, μουσικές που αντιπαραβάλλονται τονίζοντας τις εντάσεις μεταξύ παράδοσης και νεωτερικότητας αλλά και τη σύνδεση μουσικής-εξουσίας. Πίσω ωστόσο από τις κουίντες των ραδιοφωνικών στούντιο του 50, που λειτουργούσαν και σαν μουσικές σκηνές της εποχής, στα παρασκήνια, σιγοκαίνε οι ανθρώπινες αδυναμίες και τα καταπιεσμένα πάθη, ενώ την ίδια στιγμή από την άκρη μιας αόρατης γραμμής καλλιεργείται ο φόβος που προετοιμάζει τη νέα ηθική μιας εποχής που θα λογοκρίνει, θα σιγάζει, θα επαναπροσδιορίζει τα όρια της επιθυμίας. Ένας από τους τρόπους με τους οποίους η παραπάνω ατμόσφαιρα απεικονίζεται στην ταινία είναι αυτός των ραδιοφωνικών κειμένων και κυρίως η ραδιοφωνική διασκευή  του Δράκουλα, ως μεταφορά για τη  λογοκρισία. Το ίδιο το κείμενο, οι φωνές, τα όργανα, τα ευρηματικά ηχητικά εφέ αντηχούν όχι μόνο το πνεύμα του ραδιοφωνικού θεάτρου της δεκαετίας του 1950 αλλά και τον αφηγηματικό παλμό της ίδιας της ταινίας. Ανακαλούν το σκοτάδι που διαφαίνεται πάνω από τη χώρα, δίνοντας παράλληλα στην ιστορική στιγμή πανανθρώπινη διάσταση.

Panorama/ Berlinale 2026