(House of the wind)
του Auguste Bernard Kouemo Yanghu
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2627_la-maison-du-vent.jpg

Έξι παιδιά έχει η 80χρονη Ζοζέτ απ’ το Γιαουντέ του Καμερούν κι όλα είναι μακριά της στη Δύση. Τους λέει να επιστρέψουν αλλά εκείνα δεν το επιθυμούν και μόνο ο ένας της γιός, της στέλνει χρήματα για να του χτίσει ένα σπίτι. Η Ζοζέτ επιβλέπει μ’ αποφασιστικότητα τις εργασίες και πηγαίνει για τα χρήματα στην τράπεζα  ώσπου μια μέρα χάνει -ή της κλέβουν- την ταυτότητά της. Αναγκάζεται τότε να ζητήσει βοήθεια απ’ τη Σάρα μια νεαρή μικροπωλήτρια που πουλάει την πραμάτεια της στον δρόμο εκεί μπροστά. Όμως δεν την πολυεμπιστεύεται και φέρεται αρνητικά στις προσπάθειες εκείνης να την προσεγγίσει. 
    Με πρωταγωνίστρια εξαιρετική την ίδια την μητέρα του σκηνοθέτη -που κρατάει και το μικρό της όνομα- κι εμπνευσμένο απ’ την μοναξιά της επειδή τα παιδιά της είχαν ξενιτευτεί, το La maison du vent του Auguste Bernard Kouemo Yanghu διαθέτει όλο τον ανθρωποκεντρισμό και την αυθεντικότητά των καλών ταινιών του νέου αφρικανικού σινεμά, καθώς και την δυνατότητά του για δυναμικούς κι αγέρωχους γυναικείους ρόλους. Εδώ επί δύο, αφού η Σάρα κρατάει κι αυτή το κεφάλι ψηλά και δεν παραδίδεται στους κακούς καιρούς, αλλά ούτε και τις προδοσίες κι ας συμβαίνουν. Μέσα απ’ την αλληλεπίδραση των δύο γυναικών και κυρίως μέσα απ’ τον τρόπο που χτίζονται οι αντιδράσεις και οι δράσεις της Ζοζέτ, αφού πάνω της είναι στηριγμένη όλη η ταινία, αποτυπώνεται μ’ απλότητα κι αμεσότητα η μοναξιά της μεγάλης ηλικίας όταν εγκαταλείπεται και μαζί της νεότητας όταν δεν βρίσκει ώθηση και χώρο ν’ ανθίσει. Και μέσα απ’ αυτά μια ολόκληρη κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα και μια έλλειψη προοπτικής που οδηγεί τους νέους του Καμερούν στην μετανάστευση, ακόμα κι όταν δεν ζουν σε μεγάλη φτώχια.  Η δύναμη της αφήγησης, που δεν γκρινιάζει, ούτε ξεχειλώνει ποτέ, αλλά κατορθώνει ν’ αγγίξει μέσα απ’ το τόσο-όσο, συνδυάζοντας δεξιοτεχνικά μια υποδόρια αίσθηση αισιοδοξίας, με το σασπένς απρόβλεπτων ίσως εξελίξεων και μ’ ένα ρυθμό που αντιστοιχεί ακριβώς στους εξαιρετικά σκιαγραφημένους χαρακτήρες είναι μερικά μόνο απ’ τα προτερήματα που χάρισαν στην ταινία το Ειδικό Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής του Τμήματος Orizzonti και το Βραβείο καλύτερης πρωτοεμφανιζόμενης ταινίας “Luigi de Laurentiis” (Λιοντάρι του Μέλλοντος) στο Φεστιβάλ Βενετίας 2026.  
Εκπορευόμενος απ’ την αγάπη κι απ’ την ανάγκη του να μιλήσει για κάτι που είναι αληθινό ο σκηνοθέτης έχει κάνει πράγματι μια εξαιρετική δουλειά στη σκιαγράφηση χαρακτήρων που αν και φωτεινοί, διαθέτουν κρυφές πτυχές και σκιές, πράγμα που κάνει πολύ πιο πειστική αυτή την αίσθηση επαπειλούμενης εκμετάλλευσης μέσω των σχέσεων να πλανάται γύρω τους – χωρίς, όμως, να γίνεται, όπως συχνά στην πραγματική ζωή, μονοσήμαντα δικαιωμένος φόβος. Κι αυτό γιατί εδώ, τα πολύχρωμα, γήινα χρώματα της κινηματογράφησης και των τοπίων δεν αντιστοιχούν μόνο σε κάτι εξωτερικό, αλλά και στην ψυχική ζεστασιά που οι ηρωίδες έχουν ανάγκη να νοιώσουν.  Σκοπίμως απών κι αδιαφανής, αλλά εν τέλει πιο συγκινητικός απ’ όλους, χάρη στην αδυναμία του μέχρι τέλους να βοηθηθεί και να εξηγηθεί, αφήνοντας μας εκ των υστέρων όλους να φανταζόμαστε, ο ένας γιός της Ζοζέτ που θα αποδείξει ξανά ότι τα πιο επικίνδυνα στις οικογένειες είναι αυτά τα οποία δεν λέμε. 
Η ατέλεια γίνεται απ’ την πλοκή ρωγμή απ’ όπου το φως μπορεί να ξαναμπεί κι η επανόρθωση επιτυγχάνεται στ’ ατομικό μόνο μέσα απ’ το ξαναζωντάνεμα του συλλογικού και του κοινοτικού, αλλά και μιας δοτικότητας που αυτή τη φορά δεν έχει δεύτερες σκέψεις. Ο σκηνοθέτης  αφιερώνει την ταινία στην πρωταγωνίστρια μητέρα του, Josette Kwanya, η οποία πέθανε λίγο μετά τα γυρίσματα της ταινίας. Η απόλυτα φυσική και νωχελική ερμηνεία της συνενώνει με μια  αόρατη κλωστή τον ρόλο που υποδύεται, μ’ αυτό που υπήρξε πραγματικά κι εκεί μάλλον οφείλεται αυτή η αίσθηση μιας υπόκωφης τρυφερότητας που συγκρατείται συνεχώς για να ξεσπάσει ελεύθερη στο τέλος, όχι υπερβολικά έντονα, μια και υπερβολικό δεν είναι τίποτα εδώ, αλλά στο μέτρο ακριβώς που έχει ανάγκη η ψυχή του ανθρώπου.

La Biennale di Venezia 2026/ Orizzonti