της Marine Atlan
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)![]()
«Ήταν μέρα, αλλά εκεί βασίλευε ένα σκοτάδι βαθύτερο κι απ΄ την πιο πυκνή νύχτα.»
Πλίνιος ο Νεότερος (αυτόπτης μάρτυρας της καταστροφικής έκρηξης του Βεζούβιου,79 μ.Χ.)
Μια σχολική εκδρομή Γάλλων μαθητών λυκείου στην Πομπηία και τη Νάπολη. Είκοσι ζωηρά παιδιά γεμάτα όνειρα και η συνοδός καθηγήτριά τους. Μια ομάδα εφήβων με την αθωότητα, τους ανταγωνισμούς, τις ανασφάλειες αλλά και την ατίθαση ορμή της νιότης, μέσα σε μια φωτεινή και πληθωρική Νάπολη, υπό τη σκιά του Βεζούβιου. Ανάμεσά τους τα επίμονα βλέμματα, αυτά που κάνουν έντονη την εμφάνισή τους από την εναρκτήρια σκηνή, οι κρυφές επιθυμίες, τα απωθημένα, τα ανείπωτα. Σε αυτό το πολύχρωμο και πολύβουο περιβάλλον, όπου κάθε πλάνο αποπνέει τον θολό συναισθηματικό κόσμο μιας απογοητευμένης γενιάς, χτίζεται η αφήγηση μιας ταινίας που ξεκινάει λουσμένη στο φυσικό φως για να βυθιστεί σταδιακά στο πιο βαθύ σκοτάδι.
Γνωστή κυρίως για την εξαιρετική δουλειά της ως διευθύντρια φωτογραφίας, η Marine Atlan περνά στη μεγάλου μήκους μυθοπλασία με μια ταινία που ασκεί καθηλωτική γοητεία στον θεατή. Συνεχίζοντας την ευαίσθητη αλλά και γεμάτη μυστήριο εξερεύνηση της νεότητας εντός του εσωτερικού σχολικού περιβάλλοντος, που είχε ξεκινήσει με την προηγούμενη ταινία της Daniel, διάρκειας 57 λεπτών, η γαλλίδα σκηνοθέτρια προχωράει με την ίδια υπόγεια ένταση και ευαισθησία, σε μια πολυδιάστατη, σκηνοθετικά και ερμηνευτικά άρτια ταινία συνόλου, που κινείται τώρα με εξαιρετική μαεστρία σε εξωτερικούς χώρους και πολλαπλά θεματικά πεδία.
Στο επίκεντρο της μαθητικής ομάδας βρίσκεται ο Τόνι, (αποκάλυψη ο Colas Quignard), ο συστηματικός ταραχοποιός της τάξης που κάτω από την cool συμπεριφορά και τις περιστασιακές παραβάσεις κρύβει μια ευαίσθητη ψυχή και βιώνει τα πάντα παρορμητικά και έντονα, αναζητώντας την προσοχή, την αγάπη και τις θαμμένες στα ερείπια ενός σεισμού οικογενειακές του ρίζες. Πλάι του ο κολλητός του Τζέιμς, ευφυής αλλά και σαρκαστικός, με το προνόμιο της καταγωγής και της φυσικής γοητείας, αντικείμενο ερωτικού πόθου χωρίς διάθεση συναισθηματικής ανταπόδοσης. Η μοναχική Σουζάν, καλλιτεχνική φύση, έρχεται, κυρίως με τον ρόλο παρατηρητή, να συμπληρώσει τον πυρήνα των κεντρικών χαρακτήρων, ένα κορίτσι χαρισματικό και ιδιαίτερο, αλλά εξαιρετικά ανασφαλές και αμήχανο με την εμφάνισή του. Η σκηνοθέτρια επιφυλάσσει ωστόσο για αυτήν, την ενσάρκωση της ρωμαϊκής γυναικείας μορφής του τίτλου, σε μια σύντομη αλλά έντονη ονειρική σκηνή στα ερείπια της Πομπηίας. Κομβικό πρόσωπο συνιστά και η συνοδός καθηγήτρια λατινικών & λογοτεχνίας κυρία Μερσιέ που προσπαθώντας να συνδυάσει τον εκπαιδευτικό με τον εμψυχωτικό της ρόλο βρίσκεται στα όρια της κατάρρευσης (εξαιρετική η Antonia Buresi, από τις πιο φυσικές και παραστατικές ερμηνείες εκπαιδευτικών που έχουμε δει πρόσφατα στον κινηματογράφο). Κι όπως ακριβώς η Μερσιέ παροτρύνει τους μαθητές της να αφεθούν στη ροή της εμπειρίας και των συναισθημάτων τους μπροστά σε μία ρωμαϊκή τοιχογραφία (φρέσκο), να παρατηρήσουν τα χρώματα, τα πρόσωπα, τα σώματα και τις κινήσεις τους, έτσι ακριβώς και η Marine Atlan προσκαλεί τον θεατή να βιώσει τη δυναμική μιας νεανικής ομάδας, όπως αυτή αποτυπώνεται στη διαρκή ροή και μεταβολή της, κατά τη σύντομη διάρκεια μιας σχολικής εκδρομής, σε μια πόλη γεμάτη ζωή αλλά και βαθιά ριζωμένη στην ιστορία μιας καταστροφής.
Ξεκινώντας από μία παρατηρητική προσέγγιση που συγγενεύει αυτής ενός ντοκιμαντέρ η Atlan, εναλλάσσοντας δεξιοτεχνικά οπτικές γωνίες ανάμεσα στα άτομα και την ομάδα αλλά και στυλιστικές τεχνικές (από τις διαφορετικές κάμερες, τις γωνίες λήψεις και την επιλογή των πλάνων ως τη χρωματική παλέτα και τον φωτισμό), όχι μόνο διαμορφώνει μια ιδιαίτερη αισθητική αλλά και προχωρά, συνυφαίνοντας ρεαλιστικά και λυρικά στοιχεία, σε κάτι πιο σύνθετο από μια απλή ιστορία ενηλικίωσης. Από τις χαλαρές προσωπικές συνομιλίες των νεαρών πρωταγωνιστών ως τις υπέροχες υπαίθριες σκηνές διδασκαλίας και τις άκρως ενδιαφέρουσες βραδινές πολιτικές συζητήσεις των μαθητών, οι οποίες βγάζουν πιο έντονα στην επιφάνεια τις ταξικές αντιπαραθέσεις που ήταν εξαρχής ορατές, από τις στιγμές ευφορίας και μέθης ως εκείνες τις φευγαλέες στιγμές ταπείνωσης και απόρριψης που περνούν δυστυχώς σχεδόν απαρατήρητες, από τη ζεστή, λουσμένη στο φως, χαοτική και θορυβώδη ναπολιτάνικη ατμόσφαιρα ως τη μετάβαση σε έναν χώρο αιώνιας ερείπωσης και θανάτου, η ταινία σα να οδεύει κι αυτή ντετερμινιστικά προς το τέλος της. Γιατί είναι η ιστορία του Τόνι, όπως και το θέμα της αγάπης που διατρέχει τη ραχοκοκαλιά της ταινίας και συνιστά κεντρική της ιδέα, που θα δοκιμαστούν τραγικά από το τέλος των ψευδαισθήσεων.
Όπως η μοιραία «γυναίκα εν κινήσει», η La Gradiva, βγαλμένη από μια νουβέλα του γερμανού συγγραφέα Wilhelm Jensen, την «Πομπηιανή Φαντασία»(1902), την εμμονή ενός νεαρού αρχαιολόγου με ένα ρωμαϊκό ανάγλυφο που μετέτρεψε την Πομπηία σε χώρο πρόσφορο για την αναπαράσταση του ασυνείδητου και ενέπνευσε τον Φρόιντ και τους σουρεαλιστές, έτσι και το μέλλον των παιδιών στην ταινία της Atlan βαδίζει με βήμα αρχικά ανάλαφρο προς τη μελαγχολική συνειδητοποίηση της αβεβαιότητας και της αυταπάτης.




