της  Geneviève Dulude-De Celles
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_nina-roza.jpeg

Ένα καλοκαιρινό πάρτι σε έναν κήπο. Η κάμερα πλησιάζει αργά μια νεαρή γυναίκα που απομακρύνεται διακριτικά από τη χαλαρή, γιορταστική ομήγυρη για να βυθιστεί σε μια μελαγχολική σιωπή. Λίγο αργότερα θα αναζητήσει με τον μικρό της γιο προσωρινό καταφύγιο στο σπίτι του πατέρα της, ενός επιμελητή έργων τέχνης στο Μόντρεαλ. Κι ενώ εκείνος αναγκάζεται απρόθυμα να τους φιλοξενήσει, την ίδια στιγμή έρχεται αντιμέτωπος με μία άλλη πρόκληση. Να πιστοποιήσει την αυθεντικότητα των ζωγραφικών έργων ενός μικρού κοριτσιού που τα βίντεο του έχουν γίνει viral, ενός υποτιθέμενου παιδιού-θαύματος κάπου στη μακρινή βουλγαρική επαρχία.
Από την εναρκτήρια σκηνή η Geneviève Dulude-De Celles εισάγει τον θεατή στον πυρήνα της δεύτερης μεγάλου μήκους ταινίας της. Ο εκούσιος εκτοπισμός, η απομάκρυνση και αποσύνδεση από το οικείο περιβάλλον από τη μια, η αγωνιώδης αναζήτηση της αίσθησης του ανήκειν από την άλλη. Το ταξίδι που επιχειρεί για επαγγελματικούς λόγους και με βαριά καρδιά ο κεντρικός ήρωας Mίχαελ, στη γενέτειρα που έχει προ πολλού εγκαταλείψει, μετατρέπεται πέρα από τυπική εξερεύνηση μιας καλλιτεχνικής παιδικής δημιουργίας σε εσωτερικό ταξίδι αναζήτησης και επανασύνδεσης όχι μόνο με το απωθημένο παρελθόν αλλά και με την αποστασιοποιημένη ενήλικη πλέον κόρη του. Γιατί η πραγματική αποκάλυψη για τον ήρωα δεν είναι η αυθεντικότητα των έργων της οχτάχρονης Νίνα, για την οποία κάθε χρώμα έχει τον δικό του ήχο, αλλά οι ομοιότητες αυτού του αφοπλιστικά ώριμου παιδιού με την κόρη του Ρόζα και η ανάδυση   βασανιστικών ερωτημάτων που γεννιούνται από την απώλεια και τον ξεριζωμό.
Είναι ξεκάθαρο σχεδόν από την αρχή ότι η Nina Roza είναι μια ταινία νόστου,   επιστροφής στην πατρίδα, εδώ τη Βουλγαρία. Μια ταινία σχεδόν αφιερωμένη από μια καναδέζα δημιουργό «στη Βουλγαρία με αγάπη», που θα μπορούσε να αγγίξει κάθε βαλκανική ψυχή, μιας και κουβαλά στοιχεία αναγνωρίσιμα όχι μόνο της κουλτούρας αλλά και του υλικού πολιτισμού της. Κεντρικό ρόλο μάλιστα σε αυτό το γεωγραφικό όσο και συναισθηματικό ταξίδι παίζει ένα τραγούδι σταθμός για τη Βουλγαρία του 1972, το  One Bulgarian Rose της Pasha Hristova, που ακούγεται σε κομβική σκηνή της ταινίας, ενώ το τριαντάφυλλο εμφανίζεται σαν σύμβολο όχι μόνο στα όνειρα αλλά και στο όνομα της κόρης του πρωταγωνιστή. 
Προσπαθώντας ωστόσο να ξεφύγει από τη στερεοτυπική απεικόνιση μιας δύσκολης επιστροφής και της επώδυνης όσο και καθαρτικής αντιμετώπισης του παρελθόντος, η σκηνοθέτρια από το Κεμπέκ, που της αρέσει να κινείται μεταξύ ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας, επινοεί ένα σεναριακό εύρημα, εισάγοντας  στον κορμό της αφήγησης το θέμα της παιδικής καλλιτεχνικής δημιουργίας και της κεφαλαιοποίησής της στο «χρηματιστήριο» της τέχνης. Το χαρισματικό κορίτσι από τη Βουλγαρία που ζωγραφίζει με τα δάχτυλα και εκπέμπει κάτι το μυστηριώδες και αινιγματικό διεκδικεί μέχρι τέλους το δικαίωμά του στην προσωπική ευτυχία, ανακαλώντας στον κεντρικό ήρωα θαμμένες μνήμες, όπως το άρωμα ενός τριαντάφυλλου στον ξενιτεμένο. Γιατί η μικρή Νίνα για τον Mίχαελ δε λειτουργεί μόνο ως προβολή της αγαπημένης του κόρης Ρόζας , αλλά και ως το alter ego του που παλεύει για την αυθεντικότητα και την ακεραιότητα του. H αφιλτράριστη καθαρότητα της παιδικής ματιάς της Νίνας και η αδιαπραγμάτευτη αποφασιστικότητά της έρχονται αντιμέτωπες με τους προσωπικούς δαίμονες ενός «curator»,  που ίσως να μην φρόντισε αρκετά τη δική του κόρη μετά τον θάνατο της μητέρας της. 
Αν και η ταινία κέρδισε το βραβείο σεναρίου στην 76η Berlinale, ό,τι συνιστά τη δύναμη της δεν είναι οι παραλληλισμοί προσώπων ούτε οι ισορροπίες σχέσεων που η Dulude-De Celles προσπαθεί με διακριτικό αλλά εντέλει προφανή τρόπο να περάσει στον θεατή. Οι αντιστοιχίες μάλιστα που επιχειρούνται (ο επιμελητής που πρέπει να φροντίζει την οικογένεια όπως ακριβώς και τα έργα τέχνης) θα μπορούσαν να θεωρηθούν έως και απλοϊκές. Ακόμα και η ευκολία με την οποία η ταινία προσπερνά σημαντικά θέματα και καταλήγει στην τελική λύση γεννά αρκετά ερωτηματικά. Ό,τι γοητεύει ωστόσο τον θεατή είναι η χάρη με την οποία η κάμερα ακολουθεί τον Galin Stoev (θεατρικό σκηνοθέτη και καλλιτεχνικό διευθυντή ευρωπαϊκών θεατρικών οργανισμών, με καταγωγή από τη Βουλγαρία, που εδώ πρωτοεμφανίζεται ως ηθοποιός),ο τρόπος που αυτός κινείται μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, ονείρου και πραγματικότητας, η εκφραστικότητα των πλάνων, η ιμπρεσιονιστική σχεδόν απόδοση των φαντασιώσεων και περιπλανήσεων του. Στο πρόσωπό του, παγιδευμένο ανάμεσα σε δύο κόσμους και δύο εποχές, ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το συμβολικό και στη γεμάτη ανεπανόρθωτες ρωγμές ταυτότητά του, η Geneviève Dulude-De Celles βρίσκει τον ιδανικό συνδυασμό για μια διττή αφήγηση, όπως αυτή της Nina Roza.        

Διαγωνιστικό/ Berlinale 2026