του Markus Schleinzer
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)![]()
«Η αληθινή και ανατρεπτική ιστορία μιας απατεώνισσας που, αψηφώντας την καταγωγή της ως γυναίκας, συμπεριφέρθηκε ως άντρας και διέπραξε πολλές αποτρόπαιες πράξεις»
Προς τα τέλη του Τριακονταετούς πολέμου, κάπου στη Γερμανία, ένας μυστηριώδης στρατιώτης φτάνει σε ένα απομονωμένο προτεσταντικό χωριό. Μια μπαρουτοκαπνισμένη φιγούρα, μικρόσωμη και αλλόκοτη, με το μισό πρόσωπο παραμορφωμένο από μια σφαίρα που την κρατάει σα φυλαχτό γύρω από τον λαιμό. Ο ξένος με το βαρύ περπάτημα και τους φιλήσυχους τρόπους δηλώνει, με συγκρατημένη αυτοπεποίθηση, κληρονόμος ενός εγκαταλελειμμένου αγροκτήματος, προσκομίζοντας ένα έγγραφο το οποίο κανείς δεν μπορεί να διαβάσει. Με τον καιρό και ύστερα από σκληρή εργασία ξεπερνά τις αμφιβολίες των καχύποπτων χωρικών και γίνεται αξιοσέβαστο μέλος της κοινότητας. Μόνο που η αναζήτησή του για αποδοχή στηρίζεται σε μια απάτη που δεν θα αργήσει να αποκαλυφθεί. Γιατί η κατάσταση περιπλέκεται επικίνδυνα και γκροτέσκα , όταν ο ξένος αναγκάζεται να παντρευτεί την κόρη ενός πλούσιου γαιοκτήμονα.
Με μία ποιητική και ελαφρώς ειρωνική εξωτερική αφήγηση ξεκινά η ταινία. Ο θεατής γίνεται εξαρχής γνώστης της μεταμφίεσης της Rose, μιας γυναίκας που στη Γερμανία του 17ου αιώνα, αψηφώντας την καταγωγή και το φύλο της, «συμπεριφέρθηκε σαν άντρας και εξαπάτησε μια ολόκληρη κοινότητα». Η υποβλητική φωνή της αόρατης αφηγήτριας (Marisa Growaldt) που έχει επίγνωση της επιθυμίας της Rose για ελευθερία και αποδοχή («Να κρύβεσαι για να είσαι») είναι ο πλοηγός και η έξωθεν φωνή της λογικής της εποχής, έτοιμη να κατακεραυνώσει την απόκρυψη και τη διαστρέβλωση της φύσης. Σε ένα απόκοσμο σκηνικό βγαλμένο πιστά από την εικονογραφία ενός αυστηρού ύστερου Μεσαίωνα, ο «παντογνώστης» λόγος της αφηγήτριας επανέρχεται για να συμπληρώσει τους κοφτούς διαλόγους ή να ερμηνεύσει την ελλειπτική αφήγηση που παρά το μυστήριο δεν αφήνει καμιά αμφιβολία στον θεατή. Ένας λόγος λυρικός που με τις ποιητικές προοικονομίες του και μια ηθικολογική διάσταση σχεδόν διαχρονική («γιατί η απληστία είναι μεθυστική, κάνει κάποιον να πιστεύει ότι δικαιούται τα πάντα») συχνά συγκρούεται με τον επί σκηνής πειθαρχημένο και φιλήσυχο αγώνα της Rose να κατακτήσει -με επινοημένη ταυτότητα- μια θέση στην πατριαρχική, θεοκρατούμενη κοινωνία της εποχής.
Εμπνευσμένος από την πραγματική ιστορία μιας γυναίκας που προσποιούμενη ότι ήταν άνδρας εκτελέστηκε στο Halberstadt στις αρχές του 18ου αιώνα, αφού κρίθηκε ένοχη για ομόφυλο έρωτα, αλλά και από ιστορίες γυναικών που επανεφηύραν τον εαυτό τους «φορώντας παντελόνια», ο αυστριακός σκηνοθέτης Markus Schleinzer, ύστερα από μακροχρόνια έρευνα, προχωρά στην τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του, συγχωνεύοντας ιστορία και μυθοπλασία (όπως τη διπλή απάτη και το στοιχείο της γυναικείας αλληλεγγύης), αρχαϊκά και νεωτεριστικά σημειολογικά στοιχεία (από τη γλώσσα μέχρι τις έμφυλες ανισότητες) για να δημιουργήσει με εξαιρετική αφηγηματική οικονομία (93’) μια αυστηρή στη φόρμα της αλλά οπτικά και συναισθηματικά δυνατή ασπρόμαυρη ταινία εποχής, ένα «κλασικό» πεντάπρακτο δράμα με έντονη τη σκωπτική χροιά, για το τίμημα της ελευθερίας και την αμφισβήτηση των ορίων των φύλων.
Γυναίκες που παραβιάζοντας τον κανόνα και τον νόμο υιοθέτησαν για διαφορετικούς λόγους την ανδρική ταυτότητα, υπήρξαν πολλές στην ιστορία και απαθανατίστηκαν με διαφορετικούς τρόπους στη λογοτεχνία και στον κινηματογράφο. Από τις γυναίκες-στρατιώτες με ιπποτική πανοπλία ως αυτές που αποζητούσαν ευκολότερη πρόσβαση στην εκπαίδευση ή την εργασία (σπανιότερα και τη λεσβιακή επιθυμία), όλες ανεξαιρέτως προσέβλεπαν σε αυτό που δηλώνει μπροστά στο δικαστήριο η Rose (το παρελθόν της οποίας δε μαθαίνει ποτέ ο θεατής): «Υπήρχε μεγαλύτερη ελευθερία στα παντελόνια. Και ας ήταν ένα κομμάτι ύφασμα». H περιπέτεια της Rose μπορεί να ειδωθεί και ως αφηγηματική (έμφυλη) παραλλαγή της ιστορίας του Martin Guerre, βασισμένης σε μια υπόθεση απάτης του 16ου αιώνα, που αξιοποιήθηκε τόσο από τη λογοτεχνία (Φρίντριχ Σίλερ, Αλέξανδρος Δουμάς) όσο και από τον κινηματογράφο (Le Retour de Martin Guerre, Sommersby). Της ιστορίας ενός στρατιώτη που επιστρέφει από τον πόλεμο για να ανακτήσει τη γυναίκα και το αγρόκτημά του, μόνο και μόνο για να αποκαλυφθεί μετά από δικαστική διαμάχη ότι επρόκειτο για απατεώνα.
Πατώντας σε παλιές ιστορίες, θρύλους και εικόνες που ξεκινούν από τον βωβό κινηματογράφο (Το Πάθος της Ζαν Ντ' Αρκ, Carl Theodor Dreyer) και εκτείνονται ως τα κινηματογραφικά έπη-γουέστερν (Οι Επτά Σαμουράι, Akira Kurosawa) αλλά και πιο σύγχρονες απεικονίσεις ( Η Λευκή Κορδέλα, Michael Haneke) o Schleinzer, μακριά από τον ψυχρό φορμαλισμό των δασκάλων του (Haneke, Seidl), κατασκευάζει με πιστότητα ένα ολόκληρο μεσαιωνικό χωριό για να μας παραδώσει μια γραμμική στη δομή της αφαιρετική αφήγηση, εστιάζοντας από κοντά στα πρόσωπα και στα σώματα και από απόσταση στο εκτενές φυσικό τοπίο, μέσα από εξαιρετικά εικαστικά πλάνα, μελετημένες συνθέσεις και δυναμική χρήση του φωτός και των αντιθέσεων. Γιατί ό,τι διακρίνει το Rose και το ανάγει σε μικρό αριστούργημα μετουσιώνοντας το γήινο σε συμβολικό, είναι αυτή ακριβώς η οπτική του ταυτότητα (σημαντική και η συμβολή του διευθυντή φωτογραφίας Gerald Kerkletz, σταθερού συνεργάτη του σκηνοθέτη). Αλλά και η χαρισματική ερμηνεία της Sandra Hüller. Μια ερμηνεία καθαρά σωματική, που κρύβει κάτω από την επιφανειακή ηρεμία και τις ανεπαίσθητες συσπάσεις πληθώρα αντιφατικών συναισθημάτων. Από τον φόβο της αποκάλυψης έως τον συνειδητό αγώνα αυτοπραγμάτωσης, εντός της κυρίαρχης αφήγησης της εποχής. Η ίδια σε συνέντευξή της στο Διεθνές Φεστιβάλ του Βερολίνου 2026, όπου κέρδισε την Αργυρή Άρκτο για το βραβείο ερμηνείας, δήλωσε επιγραμματικά αυτό που θα μπορούσε να είναι και η ουσία της ταινίας, σε μια εποχή που ο συλλογικός φόβος του «αλλόκοτου» καραδοκεί και οι πυρές σιγοκαίνε. «Είναι συλλογική μας ευθύνη να βεβαιωθούμε ότι κανείς από εμάς δεν χρειάζεται να μεταμφιεστεί για να γίνει αποδεκτός ποτέ ξανά. Και γι' αυτό είμαι πεπεισμένη ότι είναι απλώς απαραίτητο να λέμε τέτοιου είδους ιστορίες».
Διαγωνιστικό/ Berlinale 2026




