(Children of the Monkey)
του Tommaso Landucci
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2627_i-figli-della-scimmia.jpeg

Καθώς λέγεται, η μαϊμού γεννάει πάντα δύο παιδιά. Το ένα από αυτά το περιβάλλει με στοργή και το ανατρέφει με φροντίδα. Το άλλο, αντίθετα, το απεχθάνεται και το παραμελεί. “  
Mύθος του Αισώπου

Κοντινό πλάνο, εσωτερικό μπάνιου, η φροντίδα ενός νεαρού αγοριού με τετραπληγία. Ο πατέρας το πλένει, η μητέρα το ντύνει. Το βλέμμα του πατέρα μαρτυρά θλίψη, κούραση αλλά και αγάπη. Και είναι αυτός ο συναισθηματικός δεσμός των γονιών με το παιδί που βοηθά, μέσα από βλέμματα και εκφράσεις, την επικοινωνία. Η ταινία ακολουθεί την καθημερινή ρουτίνα του Ντάριο, πατέρα του Ενρίκο. Στο επίκεντρο βρίσκεται πάντα η φροντίδα του παιδιού, οι μετακινήσεις, οι φυσικοθεραπείες του. Ώσπου κάτι έρχεται να αλλάξει αυτή την καθημερινότητα. Μια συναισθηματική μετατόπιση που απειλεί να διαλύσει εσωτερικές ισορροπίες αλλά και την ίδια του την οικογένεια. 
  Καταγράφοντας ρεαλιστικά σκηνές μιας δύσκολης πραγματικότητας, αυτής της ανατροφής ενός παιδιού με αναπηρία, ο Tommaso Landucci στην πρώτη του μεγάλου μήκους μυθοπλασία εισάγει από νωρίς στην αφήγηση το αντίπαλο σημείο αναφοράς, το δεύτερο παιδί. Πρόκειται για τον δεκατετράχρονο Τζιάκομο, γιο του αδελφού του Ντάριο. Ένα αγόρι που μεγαλώνοντας σε ένα ασφυκτικό οικογενειακό περιβάλλον αναπτύσσει σταδιακά ένα ιδιαίτερο συναισθηματικό δέσιμο με τον θείο του. Καθώς η σχέση τους γίνεται ολοένα και πιο στενή, ο Ντάριο ανακαλύπτει στο πρόσωπο του ανιψιού τον ιδανικό γιο που πάντα επιθυμούσε, αναλαμβάνοντας -κάπως πραξικοπηματικά- τον ρόλο του πατέρα που πάντα ονειρευόταν.  Και έχει δραματουργικό ενδιαφέρον  το γεγονός ότι η σχέση αυτή δεν προκύπτει φυσικά, αλλά τροφοδοτείται και ενισχύεται από ενέργειες και κρυφά κίνητρα του ίδιου. Ένα απατηλό και επικίνδυνο παιχνίδι ρόλων, προβολών και ανέκφραστων επιθυμιών ξετυλίγεται , που υπονομεύει τη σχέση του ήρωα με τον αδελφό του, τη γυναίκα του και κυρίως με τον πραγματικό του γιο.   
Επιστρατεύοντας δύο έμπειρους ηθοποιούς για τους κεντρικούς ρόλους, τον Riccardo Scamarcio και τον Fausto Russo Alesi, ο Landucci, προερχόμενος από μια νέα γενιά ιταλών σκηνοθετών, τολμά και καταπιάνεται με ένα θέμα ταμπού, που αγγίζει μια ευαίσθητη πτυχή της γονεϊκότητας, φέρνοντας στην επιφάνεια τα πιο αντιφατικά συναισθήματα της προσφοράς και του εγωισμού, της αγάπης και της απόρριψης, της αποδοχής και του οίκτου. Και το κάνει με μια ταινία που ο τίτλος της μπορεί να είναι εμπνευσμένος από έναν μύθο του Αισώπου αλλά η πλοκή της είναι πιο σύνθετη, όχι μόνο γιατί εισάγει το συγκρουσιακό ενδοοικογενειακό στοιχείο αλλά κυρίως επειδή εξερευνά έναν άλλο τύπο διχασμού, με βαθύτερες και πιο ενδόμυχες καταβολές. 
Αυτό ωστόσο που ξεκινά σαν συναισθηματικό καταφύγιο για τον σωματικά και ψυχολογικά ταλαιπωρημένο γονιό, ο οποίος βλέπει τώρα τον πατρικό του ρόλο να ολοκληρώνεται (υποστηρικτικό και συμβουλευτικό), δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια προσποίηση, μια αυθαίρετη και ανέντιμη οικειοποίηση, παρά την έλλειψη δόλου. Η ταινία μέσα από μία κυκλική αφήγηση  εξερευνά και τις συνέπειες αυτής της διαδικασίας πατρότητας που παραμένει μετέωρη.       

La Biennale di Venezia 2026/ Orizzonti