των Στέργιου Ντινόπουλου & Χρυσιάννας Παπαδάκη 
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_bearcave.jpg

 

Στην Τύρνα, ένα ορεινό χωριό της Πίνδου, δύο νεαρές κοπέλες, η Αργυρώ κι η Αννέτα, έχουν μια φιλία που μοιάζει μ’ έρωτα. Όμως, η Αννέτα δηλώνει ξαφνικά πως είναι έγκυος και θα πάει να ζήσει στη Λάρισα με τον αστυνομικό σύντροφό της και τη μάνα του. Η αποχαιρετιστήρια γιορτή δημιουργεί ελπίδες στην Αργυρώ, αλλά την επομένη το πρωί, η Αννέτα έχει φύγει, χωρίς ούτε ένα αντίο. Η βόλτα προς τη θρυλική σπηλιά της Αρκουδότρυπας που κάποτε ξεκίνησαν μαζί, δείχνει να έχει αναβληθεί οριστικά. Ή μήπως όχι;
Χωρίς έντονη τη χροιά του υπερφυσικού και της απειλής, αλλά με το δυναμισμό και το ξεδιάλυμα να παίρνουν λίγο-λίγο τη θέση του αμφίσημου και του αναπάντητου, η μεγάλου μήκους Αρκουδότρυπα των Στέργιου Ντινόπουλου και Χρυσιάννας Παπαδάκη σε σενάριο δικό τους, χάνει κάτι απ’ τη σαγήνη της μικρού μήκους συνονόματής της -κι ας την περικλείει σχεδόν αυτούσια-, κερδίζει, όμως, σε διαύγεια, ψυχολογική εμβάθυνση και ηθογραφικό ενδιαφέρον. Και κατορθώνει μέσα απ’ τα τρία της κεφάλαια, που προχωράν την αφήγηση από διαφορετική οπτική γωνία το καθένα, να μην γίνει απλά μια μεγάλου μήκους εκδοχή ίδιου νοήματος, αλλά μια αρκετά διαφορετική στην εξέλιξή της ταινία. Τυχόν υπόνοιες για φευγαλέο της επιθυμίας ή ανανταπόδοτα συναισθήματα εξατμίζονται γρήγορα και μια ξεκάθαρη γκέι ερωτική ιστορία αμοιβαιότητας ξετυλίγεται που περιστρέφεται βασικά γύρω από θέματα ταυτότητας και εσωτερικών διλημμάτων.  Οι περιορισμοί κι οι επηρεασμοί του περίγυρου της επαρχίας δεν είναι εδώ οι βασικές δυσκολίες, η αποτύπωσή τους, όμως, δεν παραβλέπεται απ’ την κινηματογράφηση που τους αναδεικνύει με διαφορετικούς τρόπους διαρκώς, χωρίς να παραλείπει να δείξει και την τρυφερή κι υποστηρικτική τους πλευρά – τ’ αφήνει, όμως, πάντα και τα δυό στο φόντο.
Στο επίκεντρο βρίσκονται συνεχώς οι δύο πρωταγωνίστριες με την κάμερα να αλλάζει εστίαση από τη μια στην άλλη και μετά και στις δύο, για να φτιάξει δύο ολοκληρωμένα ψυχικά πορτρέτα που ως ρυθμός κι έκφραση αναπτύσσονται διαφορετικά το καθένα.  Ένα πιο ελλειπτικό κι εσωστρεφές, εξαρχής πιο ξεκάθαρο και πιο αργό στις αντιδράσεις και στους ρυθμούς, εκείνο της Αργυρώς, κι ένα πιο εξωστρεφές, αμφιθυμικό, παρορμητικό και γρήγορο, εκείνο της Αννέτας, που αναπάντεχα θ’ αποδειχτεί και πιο εύθραυστο κι υπαρξιακό. Τα δύο κορίτσια εκπροσωπούν διαφορετικές θέσεις και στο θέμα παράδοσης-μοντέρνου, μέσα απ’ τα διαφορετικά θέλω κι όνειρα που έχουν, η διαφορά τους, όμως, αυτή χάνει κάποια στιγμή το βάθος της -που ήταν ένα ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας- προκειμένου να πετύχει η αφήγηση ευκολότερα τους στόχους της, παραμένοντας απλά ως μια διαφορά στιλ και εικόνας.
Οι σκηνές με την μελλοντική πεθερά της Αννέτας μοιάζουν σαν μια εγκιβωτισμένη ιστορία στην κύρια πλοκή που λαχταρά να βγει κι άλλο στην επιφάνεια, όπως κι η ίδια η γυναίκα, με το ρόλο να έχει μια πολύ ανθρώπινη και συγκινητική παθητικότητα, αλλά και καλοπροαίρετη υπομονή που θυμίζει ηρωίδες περασμένων δεκαετιών του Παντελή Βούλγαρη.  Η εξαιρετική αυτή προσθήκη αποτελεί ηθογραφικό στοιχείο από μόνη της και βοηθάει το θεατή, όπως και την Αννέτα, ν’ αντιληφθεί το ψυχικό τίμημα που πλήρωναν ολόκληρες γενιές γυναικών για να είναι «επιτυχώς» σύζυγοι και νοικοκυρές στην επαρχία. Αλλά και τη μοναξιά και την απομόνωση που συνεπαγόταν συχνά ο προδιαγεγραμμένος τους ρόλος.
Η φύση ως τρίτη πρωταγωνίστρια, κινηματογραφείται διαφορετικά κάθε φορά ανάλογα με το πώς αλλάζουν οι στάσεις των πρωταγωνιστριών απέναντι στον εαυτό και τα συναισθήματά τους. Από τρομακτική και μυστηριώδης για όσο η ανεξερεύνητη επιθυμία τις φοβίζει και τις απειλεί, έως πιο ήμερη και φιλική στη συνέχεια, σαν ένας ανοιχτός ορίζοντας στον οποίο μπορεί κανείς να περιηγηθεί, ν’ απεκδυθεί τους περιορισμούς και να βαπτιστεί στην επιθυμία του – τη στιγμή ακριβώς που μέσα του την έχει νομιμοποιήσει. Κάποιες διαδρομές με τ’ αυτοκίνητο παραπέμπουν ενίοτε σε road movie, με το ταξίδι -κυριολεκτικά και συμβολικά-, να είναι συνεχώς εν εξελίξει. Όσο για τη θρυλική Αρκουδότρυπα, από τόπος στοιχειωμένος, απειλητικός κι ίσως ανίερος, γίνεται πιο φωτεινή κι αισιόδοξα μαγική, μια πόρτα εισόδου στην -ομόφυλη εδώ- επιθυμία που αν οι πρωταγωνίστριες διαβούν μπορεί να τους προοικονομήσει κι ένα υπέροχο μέλλον.   

Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 2025