του Γιώργου Γεωργόπουλου
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)![]()
Όταν η 18χρονη Πάτι απ’ την Ικαρία -που την λένε Δάφνη κι ας μην το προτιμά- επιλέγεται απ’ τον διάσημο προπονητή του τζούντο, Γιούρι, που μόλις πρόσφατα επανήλθε στην ενεργό δράση, για να ενταχθεί στο νέο του σύλλογο, πρόθυμα αφήνει το νησί της και τον ακολουθεί στο Πέραμα για να γίνει μια απ’ τις αθλήτριές του. Αμέσως προσαρμόζεται στο αυστηρό πρόγραμμα των προπονήσεών του και σύντομα ζει και τον πρώτο της έρωτα με μια αθλήτρια άλλου συλλόγου που κάποτε κέρδισε Ολυμπιακό μετάλλιο με το Γιούρι. Αλήθειες όμως πολύ σοκαριστικές θα βγουν ξαφνικά στην επιφάνεια και θα την κάνουν ν’ αμφιβάλλει πολύ για το αν θα πρέπει ή όχι να συνεχίσει …
Καλοφτιαγμένο κι ανθρώπινο, τραχύ και τρυφερό μαζί, με νεανική ορμή, τσαγανό και μια αίσθηση δικαιοσύνης αφοπλιστική το Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάτι του Γιώργου Γεωργόπουλου θ’ αρέσει πολύ στο νεανικό κοινό, θα το ευχαριστηθούν, όμως, εξίσου κι όλοι οι υπόλοιποι θεατές, ακόμα κι όσοι δεν αγαπούν τον αθλητισμό ή το τζούντο. Κι αυτό γιατί η ιστορία αυτή για ένα κορίτσι και τον προπονητή της και το πώς μέσα από μια προδοσία ενηλικιώνεται μιλά μεν για το χώρο του πρωταθλητισμού, αυτά που λέει, όμως, αφορούν τη ζωή γενικότερα και τον τρόπο που κανείς την αντιμετωπίζει. Με ζωντάνια, αμεσότητα κι υποδόριο χιούμορ, χωρίς δηθενιές και περιττά, αλλά με μεγάλη αίσθηση ακρίβειας και στόχου, ο Γεωργόπουλος, που υπήρξε κι ο ίδιος αθλητής τζούντο, έχει αναδείξει εδώ εξαιρετικά το πολύ καλό δικό του σενάριο επωφελούμενος κι απ’ τις πολύ καλές ερμηνείες των πρωταγωνιστριών και των πρωταγωνιστών του, αλλά κι απ’ την κινηματογραφικότητα των χώρων -ανοιχτών και κλειστών- που έχει επιλέξει. Το τέλος δύσκολα θ’ αφήσει κάποιον αδιάφορο ή ασυγκίνητο κι οι θεατές θα νιώσουν ένα αίσθημα αισιοδοξίας διαπιστώνοντας πως η ενηλικίωση της Πάτι επιτυγχάνεται όχι επειδή η ηρωίδα αλλάζει, όπως συνηθίζεται, αλλά, αντίθετα επειδή μένει πιστή στις αρχές και στον εαυτό της.
Ακολουθώντας τις αρχές του «ευγενούς δρόμου» του τζούντο, η πλοκή, με μεγάλη ευγένεια κι αυτή, βάζει όπως τους πρέπει τα πράγματα στη θέση τους, αποκαθιστώντας τη τιμή των έντιμων ανδρών, υπενθυμίζοντας τη δυνατότητα των γυναικών να παίζουν όλους τους ρόλους και επαναφέροντας με μια αγκαλιά στη σχέση αθλήτριας-προπονητή την ποιότητα επαφής που της λείπει. Όλες αυτές οι αθλήτριες που τις βλέπουμε να μοχθούν και να επιμένουν καθημερινά, μας θυμίζουν ότι το νικάω έχει πολλές πλευρές κι ότι δύναμη δεν σημαίνει «με κάθε κόστος». Ο αξιακός κώδικας του πρωταθλητισμού και το πώς θα μπορούσε να γίνει πρότυπο για τη ζωή και τους ανταγωνισμούς της είναι ο άλλος μεγάλος πρωταγωνιστής της ταινίας. Η Πάτι μας το αποδεικνύει χωρίς διόλου διδακτισμό, αλλά με σθεναρή, «κοριτσίστικη» πυγμή που σχεδόν αναγκάζει όλους όσοι - όπως ο Δημήτρης – τον είχαν ξεχάσει για καιρό να αναλογιστούν ξανά τις επιλογές τους.
Εκτός απ’ τ’ άλλα της προτερήματα, η ταινία μας δίνει την ευκαιρία να δούμε και τρεις άνδρες καλλιτέχνες που αγαπάμε πολύ. Το Βαγγέλη Μουρίκη στον πρωταγωνιστικό κόντρα ρόλο του Γιούρι, τον οποίο αποδίδει εξαιρετικά, τον Τάσο Νούσια στο μικρότερο ρόλο του θηριώδους στην εμφάνιση αμφιλεγόμενου προπονητή Δημήτρη (αυτή κι αν είναι μεταμόρφωση!) και τον Γιάννη Οικονομίδη σε γκεστ σταρ εμφάνιση ως αυστηρό μάγειρα-εστιάτορα. Οι αγκινάρες του είναι ξεκάθαρα και το μόνο αντιδημοφιλές υλικό αυτής της ταινίας.
Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 2025



