του Andrei Ujică
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_the-autobiography-of-nicolae.jpeg

Ο πειραματικός σκηνοθέτης Αντρέι Ούτζικα παραλαμβάνει τη σκυτάλη από το πρώτο του ντοκιμαντέρ για την επανάσταση του 1989 («Βιντεογράμματα μιας επανάστασης») στη Ρουμανία και δεκαοκτώ χρόνια μετά επιστρέφει στα γεγονότα που οδήγησαν εκεί, δηλαδή την άνοδο στην εξουσία του διαβόητου δικτάτορα Νικολάι Τσαουσέσκου. Δίχως ίχνος δικού του σχολίου πάνω στο ογκώδες αρχειακό υλικό, ο Ουτζίκα αφήνει το μοντάζ και τη δύναμη της εικόνας να οδηγήσουν τον θεατή σε συμπεράσματα τα οποία σίγουρα δεν είναι δεδομένα αν σκεφτεί κανείς ότι σε δημοσκόπηση του 2018 το 64% των Ρουμάνων πολιτών εξέφρασαν θετική άποψη για τις δεκαετίες διακυβέρνησής του.
Η διαλεκτική αφήγηση του μεγαλόπνοου ντοκιμαντέρ λίγη σχέση έχει με την υλιστική εκδοχή της. Το κιτρινισμένο φιλμ της σύλληψής του Τσαουσέσκου και της συζύγου ακολουθούν πλάνα του πλήθους που προσέρχεται για να αποδώσει φόρο τιμής στον Γκεόργκε Γκεοργκίου-Ντεζ τον οποίο διαδέχθηκε ο Τσαουσέσκου: Από το πένθος στη συλλογική αναγέννηση και στην βίαιη αποκαθήλωση!  
Τα διαγγέλματα του Τσαουσέσκου εμπεριέχουν πυρήνες ορθού λόγου στο βαθμό που σήμερα, γνωρίζοντας την αιμοσταγή του δικτατορία μάς φαίνονται ενοχλητικά. Για παράδειγμα, τίθεται το ζήτημα της επανένωσης της Γερμανίας, της κατάργησης τόσο του ΝΑΤΟ όσο και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, καθώς και στοιχειώδεις αξίες στον πυρήνα του κομμουνισμού που σε άλλες του παραλλαγές και διυλίσεις έχουν απήχηση ακόμα και σήμερα.
Το πολιτιστικό περιτύλιγμα της θητείας του Τσαουσέσκου περιλαμβάνει, όπως σε όλες τις δικτατορίες, τη λαϊκίστικη υφαρπαγή του φολκλόρ και της ιστορίας του ρουμανικού έθνους. Το πάντρεμα του φολκλόρ και του ολοκληρωτικού γιγαντισμού ελίσσεται μεταξύ κιτς αλλά και θαυμαστής φαντασίας. Η τελευταία περιλαμβάνει θεαματικές παρελάσεις όπως ο αγώνας καλαθοσφαίρισης σε κινούμενο από πεζούς γήπεδο ή ο αγώνας πυγμαχίας, επίσης σε κινούμενο από πεζούς ρινγκ. 
Η επίσκεψη του Ρίτσαρντ Νίξον (η πρώτη Αμερικανού προέδρου) σε χώρα του Ανατολικού μπλοκ αλλά και η επίσκεψη του Τσαουσέσκου στις ΗΠΑ επί Τζίμυ Κάρτερ ή στη Μ.Βρετανία  θέτουν ζητήματα διεθνών σχέσεων, διπλωματίας και στρατηγικής τα οποία διαρρηγνύουν την πολιτική ορθότητα και της ηθικής κατακεραύνωσης με την οποία ένας δημοκρατικός πολίτης θα αντιδρούσε.
Σε αντίθεση με την συγκρατημένη υποδοχή ενός αρχηγού κράτους (και δικτάτορα) στη δημοκρατική Δύση, οι επισκέψεις του σε κομμουνιστικά καθεστώτα είναι, αναμενόμενα, εντυπωσιακά διαφορετικές: Πλημμυρίδα έκστασης στην επίσκεψή του Τσαουσέσκου στη Μαοϊκή Κίνα και στη Β.Κορέα σε ασύλληπτης έκτασης, όγκου και συντονισμού χορευτικά από χιλιάδες Κινέζους και Βορειοκορεάτες αλλά και αλληλέγγυα αύρα όταν ο ίδιος υποδέχεται τον Χόνεκερ, τον Γιαρουζέλσκι και τον Γκορμπατσόφ αλλά και νωρίτερα σε συνομιλίες του με τον Μπρέζνιεφ
Και σε σκηνές όπως αυτή του πάρτυ με νέους και ηλικιωμένους να χορεύουν στο ρυθμό του «I Fought the Law» (The Bobby Fuller Four) δεν μπορεί κανείς να μην αναρωτηθεί σε τι διαφέρει αυτή η κατασκευασμένη ως θέαμα εμπειρία από την ευτυχία των συμμετεχόντων, καθώς αντανακλά μια εμπειρία όχι αταίριαστη και με αντίστοιχες στιγμές ανεμελιάς στο Δυτικό κόσμο.
Ωστόσο, η Ρουμανία ως απέραντο εργοτάξιο, οι πλημμύρες, αλλά και ο φονικός σεισμός (4 Μαρτίου 1977) έρχονται ως προάγγελοι κοινωνικής έκρηξης που θα ακολουθήσει και θα οδηγήσει σε διάγγελμα πανικού τον Τσαουσέσκου (πάντα με τη σύζυγό του Έλενα, της «μητέρας» του λαού όπως αυτή έβλεπε τον εαυτό της) καθώς το καθεστώς, ανήμπορο πιά, παρατηρούσε το ντόμινο της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού στα γειτονικά κράτη και την αυτομόληση των στρατιωτών που οδήγησε γρήγορα στη σύλληψη, δίκη με συνοπτικές διαδικασίες και εκτέλεση του ζεύγος Τσαουσέσκου: «Όσοι μάχονται με το σπαθί, θα πεθάνουν από το σπαθί». Αυτή την τραγική κατάληξη καταγράφει η μεταθανάτια κινηματογραφική «αυτοβιογραφία» του Τσαουσέσκου. 

The Autobiography of Nicolae Ceauçescu, dir. Αντρέι Ουτζίκα, Ρουμανία, 2010