της Εύης Καλογηροπούλου
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)![]()
Σ’ ένα παρηκμασμένο, δυστοπικό κόσμο του αύριο, η Ελευσίνα επιζεί χάρη στο πετρέλαιο του διυλιστηρίου της που οι κάτοικοι ανταλλάσσουν με τα δυσεύρετα πλέον τρόφιμα. Η κοινωνία της διοικείται σαν μονάδα στρατιωτική με τους άνδρες στην εξουσία, τις γυναίκες υποταγμένες κι έναν αρχηγό που διαφεντεύει τα πάντα, αλλά τώρα είναι ανίατα άρρωστος και πρέπει να βρει αντικαταστάτη πριν πεθάνει. Αναπάντεχα -αλλά διόλου τυχαία– στην κούρσα διαδοχής θα συμπεριλάβει και μια γυναίκα. Την ίδια περίπου περίοδο μια άλλη γυναίκα φτάνει σαν σκλάβα ψυχαγωγίας στα μέρη τους. Οι δύο γυναίκες θα γνωριστούν κι οι συνέπειες θα είναι καταλυτικές για όλους…
Μετα-αποκαλυπτική μυθοπλασία δράσης για την περιβαλλοντική καταστροφή ως μεταφορά για τα δεινά της πατριαρχίας και εν τέλει και της οικογένειας, το Gorgonà της Εύης Καλογηροπούλου, με στοιχεία απ’ την ελληνική μυθολογία και μ’ έντονη την αίσθηση του αρχαϊκού, εξελίσσεται ως ιστορία ερωτική για τη δύναμη, αλλά και την καταστροφικότητα της επιθυμίας και του πόθου. Η έντονη σωματικότητα, η σεξουαλικότητα ως δύναμη, η ανάγκη για ελευθερία έναντι της αίσθησης του περίκλειστου και του περιορισμού, η εξουσία κι οι κανόνες της, το λαϊκό στοιχείο μαζί με μια πιο «βιομηχανική» οπτική -εδώ και με λίγες αδιόρατες πινελιές εξωτισμού-, τα τραγούδια ως μοχλοί της πλοκής, στοιχεία φανταστικού, η θάλασσα ως αξία αυθύπαρκτη και μεταφορά μαζί κι ο Άλλος ως αίνιγμα ή δίλημμα, όλα τα βασικά υλικά δηλαδή που είχαμε δει Στον θρόνο του Ξέρξη υπάρχουν κι εδώ. Η Καλογηροπούλου τα έχει ήδη εξελίξει σ’ ένα αναγνωρίσιμο, δικό της στιλ που περνά απ’ το μεταμοντέρνο και την αποδόμηση για να ξαναχτίσει αφήγηση με στιβαρότητα, αισθησιασμό, ζωτικότητα και επίκαιρη ουσία. Και με μια δόση φεμινισμού που δεν αρέσκεται σ’ εύκολες αναγνώσεις.
Το έμφυλο ζήτημα βρίσκεται έτσι στο επίκεντρο της πλοκής, με τη σκηνοθέτρια να δείχνει με σαφήνεια τις προεκτάσεις του, όχι, όμως, μόνο στους άνδρες αλλά και σε εμάς, πράγμα που καθιστά ακόμα πιο επιτακτικά τα ερωτήματά της πάνω στο τι συνιστά τελικά γυναικεία δύναμη – να θέλουμε να τους μοιάσουμε ή να ενωθούμε ξανά με κάτι πιο κοντινό στη δική μας δύναμη και στον αρχαϊκό εαυτό μας. Οι δύο ηρωίδες μοιάζουν έτσι με διαφορετικές, απαντήσεις σ’ αυτό το ερώτημα Η μια ομοιάζει όλο και περισσότερο στο ανδρικό σύμπαν και τους κώδικές του όσο αναρριχάται στην εξουσία του. Ίσως γι αυτό ο θυμός της γίνεται όλο και πιο ανεξέλεγκτος και καταστροφικός -μια μαινόμενη Μέδουσα δίχως ενοχές που πιστεύει πως τα πράγματα θ’ αλλάξουνε όταν πάρει εκείνη την εξουσία. Η άλλη ηρωίδα, έχει έρθει απ’ τη θάλασσα και φέρει μαζί της το μητρικό/θηλυκό στοιχείο μιας Γοργόνας που διακατέχεται απ’ την ενόρμηση της ζωής κι επισημαίνει το αδιέξοδο της αναπαραγωγής των ίδιων σχέσεων εξουσίας, προκρίνοντας αντ’ αυτών τη δεκτικότητα ως μια πολύ ενεργητική στάση. Τα ερωτήματα αυτά τα θέτει κι η ψυχανάλυση, μόνο που εδώ τα βλέπουμε να διαδραματίζονται στην οθόνη, με τους άνδρες να είναι σ’ ένα πιο πρώιμο στάδιο, έτσι που το αδελφικό τους «μαζί» να θυμίζει μεν χορό αρχαίας τραγωδίας και τελετουργικά φυλής, αλλά να μην έχει ούτε τη δύναμη του πρώτου για σχολιασμό, ούτε των δεύτερων για να ανακτήσουν τη δύναμή τους. Αντίθετα, η δύναμη τους παραμένει αδρανής ή καταστροφική, ειδικά απέναντι στη γυναικεία δύναμη την οποία θέλουν να καθυποτάξουν και δεν διστάζουν ακόμα και να την καταστρέψουν γι αυτό – όπως ακριβώς έχουν κάνει ήδη με τη Φύση.
Όσο για τις δύο ηρωίδες ιδιαίτερη μνεία αξίζει κι ο τρόπος που έχει δουλευτεί εμφανισιακά και στιλιστικά η εικόνα τους, με τη μια να παραπέμπει σε ηρωίδα ταινιών δράσης τύπου Ταραντίνο ή Μαντ Μαξ ή κάποιου είδους υπαρξιακού εφιάλτη και την άλλη να συνδυάζει τ’ αρώματα της Ανατολής, με μια νωχελική λαϊκή μαγκιά που φέρνει στο μυαλό ηρωίδες (αλλά και ήρωες) του Παναγιωτόπουλου του Γιάνναρη και του Βούλγαρη αλλά και μια αίσθηση φευγαλέου που θυμίζει ηρωίδες του Ντέιβιντ Λιντς που τραγουδάνε.
Τις ποιότητες αυτές τις διαθέτει σε συνδυασμό και σε διαφορετικά επίπεδα κι όλη η ταινία, κερδίζοντας με τον τρόπο αυτό το θεατή που πρόθυμα θα παραβλέψει τις μικρές ατέλειες, όπως π.χ το πώς το υπερφυσικό στοιχείο εντάσσεται λίγο βεβιασμένα στην πλοκή, ή τις ενοχές του αρχηγού που μένουν κάπως μετέωρες. Η διάθεση αυτή δείχνει πως η Καλογηροπούλου είναι ήδη στο δρόμο του ν’ αποκτήσει δικό της κοινό κι αυτό για ένα σκηνοθέτη-δημιουργό είναι σίγουρα η μεγαλύτερη επιτυχία.
La Biennale di Venezia 2025/ Settimana Internazionale della Critica



