(Diane in the Loop)
των Ann Sirot and Raphaël Balboni
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2627_un-detour-par-diane.jpg

Η Diane έχει σίγουρα κάτι το διαφορετικό, στο ντύσιμο, στη συμπεριφορά, στη σχέση της με του άνδρες, τους οποίους φλερτάρει έντονα αλλά και περιφρονεί. Με το πλατύγυρο καουμπόικο καπέλο της περιφέρεται στους δρόμους της πόλης, ενώ οι μέρες και οι νύχτες της είναι επεισοδιακές. Ακόμα και με τη μητέρα της, με την οποία μοιράζεται την ίδια στέγη, η σχέση φαίνεται τεταμένη. Μόνο με τη γιαγιά της επικοινωνεί ήρεμα, αν και η τελευταία έχει μάλλον πεθάνει προ πολλού. Όταν ένα γεγονός που η μητέρα της κρατούσε επτασφράγιστο μυστικό αποκαλύπτεται, ο βιασμός της τρία χρόνια πριν τη γέννησή της, όλα ξάφνου βγάζουν νόημα για την 28χρονη, από το εριστικό και ετοιμοπόλεμο πνεύμα της μέχρι το θράσος και την επιθετικότητα  που την κάνουν δυσάρεστη έως και ενοχλητική. Ενάντια στην απώθηση του τραύματος και τη συνειδητή λήθη της μητέρας, για την ίδια ένας είναι μόνο πλέον ο στόχος. Η εκδίκηση. 
Μετά το Le Syndrome des Amours Passées (2023) το δίδυμο των Ann Sirot (από το Βέλγιο) και Raphaël Balboni (από τη Γαλλία) επανέρχεται, αυτή τη φορά με μια ιστορία εκδίκησης που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε οικογενειακό δράμα, αν δεν είχε αυτή την παιγνιώδη διάθεση, τη γεμάτη παράδοξα, φαντασία και χιούμορ σκηνοθετική ματιά. Έχοντας στον πυρήνα της τη δυσκολία επικοινωνίας και μία υπόγεια ένταση στις σχέσεις μητέρας-κόρης, η ταινία παρακολουθεί βήμα βήμα τη νεαρή της πρωταγωνίστρια (εξαιρετική η Ninon Borsei στον ρόλο της Diane) σε μια διαδρομή που πλην των άλλων συνδυάζει στοιχεία western και road movie. Πρόκειται για έναν πολύ ιδιαίτερο χαρακτήρα, αντισυμβατικό και απρόβλεπτο, με αντικρουόμενα συναισθήματα και συμπεριφορές, που κουβαλά χωρίς να το γνωρίζει ένα οικογενειακό τραύμα. Αυτός ο κληρονομημένος θυμός είναι και η κινητήρια δύναμη της αφήγησης, που βασίστηκε σε οικογενειακά βιώματα του ενός εκ των δύο σκηνοθετών. 
Στην πραγματικότητα η ταινία θέτει ένα δίλημμα: Πώς διαχειρίζεται κανείς ένα τραυματικό γεγονός όπως έναν  βιασμό; Το καταπνίγει και το κουβαλά μέσα του αμβλύνοντας τις άμυνες και την αυτοεκτίμησή του ή το αντιμετωπίζει «κατά μέτωπο» και υφίσταται τις συνέπειες, που μπορεί να είναι και λυτρωτικές; Υπάρχει μια σκηνή στην ταινία, σε ένα κατάστημα ρούχων, που περνά σχεδόν απαρατήρητη και είναι ενδεικτική αυτού του δίπολου παθητικότητας- αυτενέργειας που διέπει και τη σχέση των δύο ηρωίδων. Μπροστά στην άτολμη μητέρα η Diane μεσολαβεί με τόλμη και παρρησία για να τη βγάλει από μία δύσκολη θέση.   
Ότι ξεκινά ωστόσο σαν μια ταινία διαγενεακού τραύματος δοσμένης από την οπτική γωνία της κόρης, εμπλουτίζεται με πολλές και διαφορετικά χρωματισμένες συναντήσεις, άλλες προβλέψιμες και άλλες εντελώς αναπάντεχες. Ο αποστασιοποιημένος αλλά συμπαθής πατέρας που αποδίδεται σχεδόν ως καρικατούρα , ο ποδηλάτης- εραστής, που τυχαίνει να είναι και ο γιος του βιαστή, η παλιά φίλη της μητέρας που αποκτά έναν πιο δυναμικό ρόλο στη ζωή της, ακόμα και το φάντασμα του εκλιπόντος θύτη, συνιστούν τα μέλη ενός θιάσου, περισσότερο κωμικού παρά τραγικού. Οι Sirot και Balboni βλέπουν αν μη τι άλλο με ανθρωπιά και συμπάθεια τους περισσότερους ήρωες, μεταμορφώνοντας ένα καίριο θέμα σε μαγικό και τρυφερό παραμύθι, που δεν χάνει τίποτα από τη φεμινιστική και χειραφετική του δύναμη. 

La Biennale di Venezia 2026/ Orizzonti