του Πέτρου Καλφαμανώλη
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2627_trypes.jpeg

Μια κοιλάδα έρημη, γυμνή και βραχώδης. Μουσική κάντρι, σκηνικό ταινίας γουέστερν. Ο Τζορτζ και ο Μάικ σκάβουν μανιωδώς, ή ακριβέστερα ο Μάικ σκάβει, ενώ ο Τζορτζ φλυαρεί με ενθουσιασμό μπροστά στον φακό. Για τη σκληρή δουλειά του σκαψίματος, για τον θησαυρό του μακαρίτη που τους περιμένει, θαμμένος βαθιά κάπου στην κοιλάδα των βράχων, για την τυχερή μέρα που πλησιάζει. Οι τρύπες που ανοίγουν όλο και πληθαίνουν, ο Μάικ έχει αρχίσει να κουράζεται, ενώ η άφιξη ενός ακόμη παράξενου διδύμου αποκαλύπτει τη χρησιμότητα κάποιων εξ αυτών των λάκκων. Μια κατσίκα με ανθρώπινη φωνή έρχεται από το πουθενά να συμπληρώσει το παράδοξο του πράγματος, ενώ ως αποκορύφωμα ο θεατής απολαμβάνει τα απίθανα χορευτικά του Τζορτζ, στον ρυθμό του Sixteen Tones του Tennessee Ernie Ford. Ο στίχος “I owe my soul to the company store” έχει μάλλον εδώ τη σημασία του.  
Με σαφείς αναφορές στο θέατρο του Μπέκετ και στα αμερικάνικα γουέστερν, οι Τρύπες παραπέμπουν σε παρωδία, βγαλμένη από Κλασσικά Εικονογραφημένα με καρτουνίστικους ήρωες. Και είτε πρόκειται για μια ιστορία φιλίας, είτε για την σισύφεια προσπάθεια των κάθε λογής απεγνωσμένων για ένα καλύτερο αύριο, είτε  για τη ματαιότητα και τις ψευδαισθήσεις που μας κρατάνε ζωντανούς, ένα είναι σίγουρο. Ο Πέτρος Καλφαγιάννης με μπόλικη φαντασία, εξαιρετικές ερμηνείες και τη συνδρομή κάποιων ψηφιακών μέσων για την πειστική δημιουργία του ντεκόρ, φέρνει στο 49ο Φεστιβάλ Μικρού Μήκους Δράμας τα κάτω πάνω, με μια απολαυστικότατη ταινία. Γεμάτη σκόνη, μουσικές, ηλιοβασιλέματα Άγριας Δύσης έως και ανεστραμμένες τρύπες!

Φεστιβάλ Δράμας 2026