(σχόλια για ταινίες από το 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ)
(κείμενο: Μίμης Χρυσομάλλης)![]()
Το καλοκαίρι του 2016 ο Αμερικανός σκηνοθέτης Μπιλ Μόρισον δέχτηκε ένα περίεργο τηλεφώνημα από τον Ισλανδό συνθέτη Γιόχαν Γιόχανσον, σχετικά με κάτι που ο τελευταίος άκουσε στις τοπικές ειδήσεις και του φάνηκε ιδιαίτερα ενδιαφέρον: ένα αλιευτικό σκάφος στα ανοιχτά των ακτών της Ισλανδίας είχε ανασύρει από τον βυθό μια κάπως ασυνήθιστη ψαριά - τέσσερις μπομπίνες σοβιετικής προέλευσης με φιλμ 35 χιλιοστών. Ο Γιόχανσον έφυγε από τη ζωή το 2018, χωρίς έτσι να μπορέσει να συνεργαστεί ξανά με τον Μόρισον, ο οποίος όμως αξιοποίησε το υλικό αυτό στην ταινία του The Village Detective: a song cycle (2021), η οποία προβλήθηκε στο φετινό ΦΝΘ στα πλαίσια του αφιερώματος στον Αμερικανό σκηνοθέτη. Αυτό που ξεχωρίζει στην ταινία του Μόρισον δεν είναι η πρωτοτυπία ή η σπανιότητα του αρχειακού υλικού που εξετάζεται (πρόκειται για μια ημιτελή κόπια μιας κωμωδίας με πρωταγωνιστή τον δημοφιλή στη Σοβιετική Ένωση ηθοποιό Μιχαήλ Ζάροφ), αλλά η συναισθηματική εμπλοκή του ίδιου του σκηνοθέτη με το υλικό αυτό, και ο εντελώς προσωπικός τρόπος που αποφασίζει να το χειριστεί, προβάλλοντας εκτενή αποσπάσματα του μισο-κατεστραμμένου φιλμ και τονίζοντας έτσι την αισθητική της ελλιπούς αλλά – για τον ίδιο ακριβώς λόγο – γοητευτικής εικόνας, αλλοιωμένης από την πατίνα του χρόνου, με το παλιό φιλμ να λιώνει μπροστά στα μάτια του κοινού, καθώς ένα καπρίτσιο της ιστορίας το φέρνει εκ νέου στη μεγάλη οθόνη από τα βάθη του ωκεανού.![]()
Στο νότιο άκρο του Αρκτικού Ωκεανού, στην καναδική επαρχία της βόρειας Μανιτόμπα, διαδραματίζεται η ταινία Nuisance Bear («Η ενοχλητική αρκούδα», 2026) των Τζακ Γουάισμαν & Γαμπριέλα Όσιο Βάντεν, που είχε τη διεθνή πρεμιέρα της στο φετινό ΦΝΘ. Ο φακός καταγράφει τη ζωή των πολικών αρκούδων στην περιοχή του λιμανιού Τσόρτσιλ, γνωστού και ως «παγκόσμια πρωτεύουσα των πολικών αρκούδων», κάνοντας φανερές τις επιπτώσεις και τις ραγδαίες αλλαγές στον τρόπο ζωής των πολικών αρκούδων που έχει επιφέρει η κλιματική αλλαγή και το λιώσιμο των πάγων. Παρακολουθούμε την προσαρμογή μιας σημαδεμένης πολικής αρκούδας σε ζωντανό χρόνο, καθώς αναγκάζεται από τις πρωτοφανείς συνθήκες να έρθει όλο και πιο κοντά στις κατοικημένες κοινότητες προς εύρεση τροφής (εξού και το «ενοχλητική» του τίτλου), ενώ αναπτύσσει ιδιαίτερα περίτεχνες μεθόδους επιβίωσης και αποφυγής κινδύνου (εκπληκτική η σκηνή όπου κατορθώνει να ξεφύγει από μια ειδικά στημένη παγίδα με κρέας φώκιας, αρπάζοντας έντεχνα τη λεία από μέσα της). Τελικά, χάρη σε μια ειρωνεία της τύχης, το γεγονός πως στο παρελθόν είχε σημαδευτεί, ναρκωθεί και φάει από τη χωματερή, της σώζει τη ζωή, αφού οι ντόπιοι κυνηγοί αποφεύγουν να θανατώνουν ζώα τέτοιας προέλευσης λόγω της κακής ποιότητας του κρέατός τους. Όπως, επίσης, σχολίασαν οι δημιουργοί της ταινίας στη συζήτηση που ακολούθησε την προβολή, ακόμα και το λευκό τρίχωμα μπορεί να αποτελέσει ευνοϊκό παράγοντα για μια πολική αρκούδα, καθώς είναι στατιστικά πιο πιθανό για μια μαύρη αρκούδα ή μια αρκούδα γκρίζλι να χτυπηθεί από κυνηγούς.![]()
Ίσως η πιο δυνατή και κινηματογραφικά αρτιότερη από τις ταινίες του φεστιβάλ με θέμα την κλιματική αλλαγή να ήταν το La Pietà (2026) των Ράφα Μολές & Πέπε Αντρέου, το οποίο είχε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο φετινό ΦΝΘ. Ένα υποβλητικό ρέκβιεμ για τους παγετώνες που λιώνουν, η ταινία αφηγείται το χρονικό μιας οικογένειας Ισλανδών αγροτών, που σχεδόν έναν αιώνα πριν είχαν ήδη διαβλέψει τη σημασία και τις επιπτώσεις αυτού που αργότερα θα γινόταν γνωστό ως «κλιματική αλλαγή». Η εντυπωσιακή φωτογραφία και ο άψογος σχεδιασμός ήχου, σε συνδυασμό με το μοναδικής ιστορικής και αισθητικής αξίας αρχειακό υλικό (φωτογραφίες, ντοκουμέντα, 16mm φιλμ), έχουν ως αποτέλεσμα μια εμβριθή σπουδή πάνω στο εφήμερο της (ανθρώπινης) φύσης, όπου το ζήτημα της ομορφιάς και του ωραίου τίθεται εικαστικά μέσα από την αισθητική της νεκρής φύσης, τόσο σε συμβολικό όσο και σε καθαρά κινηματογραφικό επίπεδο, μέσα από στημένα πλάνα - συνθέσεις. Όπως ανέφεραν οι δημιουργοί της ταινίας μετά το πέρας της προβολής, η ομορφιά και το αίσθημα θρησκευτικότητας που αποπνέει η θέα ενός παγετώνα είναι κάτι που ίσως μπορεί ακόμα, σε πείσμα της παράλυσης που προκαλεί η αδυναμία αντίδρασης στις κατακλυσμιαίες κλιματικές εξελίξεις, να μας κινητοποιήσει να αναλάβουμε κάποια πρωτοβουλία – όποια και αν είναι αυτή, καθώς θα είναι σίγουρα καλύτερη από την απραξία. Ένα γοητευτικό ταμπλό σαγηνευτικών εικόνων με πένθιμο χαρακτήρα, η ταινία παραπέμπει – και μέσου του τίτλου της – στο περίφημο αναγεννησιακό γλυπτό της αποκαθήλωσης του Ιησού: όπως η μητέρα που θρηνεί αποθανατίζεται με τον νεκρό γιο της στο μάρμαρο από τον Μιχαήλ Άγγελο, έτσι και οι δημιουργοί αποτυπώνουν με μελαγχολική και στοχαστική διάθεση τη φύση και την εύθραυστη ομορφιά των παγετώνων που αργοπεθαίνουν.
Η καταγραφή των κοσμοϊστορικών αλλαγών που επιφέρει η κλιματική αλλαγή και η αισθητικοποίηση του φυσικού τοπίου καθώς αυτό μεταμορφώνεται και αλλοιώνεται ριζικά, φαίνεται πως αποτελούν ήδη αναπόσπαστο κομμάτι της ευρύτερης προσέγγισης και προβληματικής όσον αφορά τη θεματολογία και δημιουργία - παραγωγή ντοκιμαντέρ σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτό που μένει να φανεί είναι αν η εξέλιξη αυτή μπορεί να έχει και πρακτικές συνέπειες σε επίπεδο πολιτικών αποφάσεων, κινητοποιήσεων, κοκ., ή αν θα παραμείνει μια τάση καλλιτεχνικού κυρίως ενδιαφέροντος και περιεχομένου, που θα κινείται παράλληλα αλλά ανεξάρτητα με τις όποιες κοινωνικο-πολιτικές εξελίξεις. Μπροστά σε μια κοινωνία που φλέγεται και έναν κόσμο που λιώνει, πόσο ψυχρή τελικά (πρέπει να) είναι η ματιά που καλείται να τον καταγράψει πίσω από την κάμερα;
Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης 2026



