της Nathalia Acevedo
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2627_salon-de-belezza.jpg

Σε χρόνο ακαθόριστο και σε πόλη ανώνυμη που έχει κυριευτεί από μια αδιευκρίνιστη θανάσιμη αρρώστια ένας μεσόκοπος γκέι κομμωτής έχει μετατρέψει το άλλοτε κομμωτήριό του σε χώρο παραμονής και φροντίδας ετοιμοθάνατων. Με μόνη συντροφιά τα ενυδρεία του και κάποιες περιστασιακές ερωτικές συνευρέσεις, χαμένος ανάμεσα στις αναπολήσεις του πριν και την οδύνη που κυκλώνει το τώρα, ο πρωταγωνιστής μιλάει για τη ζωή, έλκεται, όμως κι απ’ το θάνατο, κι όλο και περισσότερο μοιάζει σαν κατά εκεί να θέλει να πάει.
Νοσηρή ποιητικότητα και εξαίσια αισθητική αντίληψη του μακάβριου και της σύνθεσης του εικαστικού στα κάδρα, που μοιάζει ακόμα πιο δεξιοτεχνική χάρη στο συνδυασμό των φωτισμών και της συμβολικής σημασίας των χρωμάτων με τα όσα λέει ο πρωταγωνιστής, το Salon de Belleza της Μεξικανής Nathalia Acevedo είναι ένα πραγματικά εντυπωσιακό σκηνοθετικό ντεμπούτο. Προσοχή, όμως, γιατί όλη αυτή η ομορφιά σηματοδοτεί και μια υπόκωφη έλξη προς το θάνατο μέσα στην οποία ο θεατής θα βυθιστεί όση ώρα κρατάει η ταινία, περικυκλωμένος απ’ το αδυσώπητο της Φύσης και τη δύναμη της ματιάς της σκηνοθέτριας-δημιουργού, αδύναμος να διαχωριστεί από μια οπτική που κάποιους θεατές θα τους δυσκολέψει. Η αφήγηση -στο μεγαλύτερο βαθμό εκτός κάδρου- κατορθώνει να λειτουργεί σε διαφορετικά επίπεδα ταυτόχρονα αναδεικνύοντας το προσωπικό ως ανθρώπινο και τον πρωταγωνιστή ως άτομο, στη θέση του οποίου σε σχέση με τη ζωή και το θάνατο ως κατάσταση βρισκόμαστε κι όλοι οι υπόλοιποι ανεξάρτητα απ’ την διαφορετική ή μη αντιμετώπισή μας. Η σκληρότητα αποτυπώνεται έτσι με εξαιρετικά άμεσες σκηνές ως ανθρώπινη στάση, αλλά και ως μοίρα όλων των πλασμάτων, χωρίς ούτε εμείς να διαφέρουμε, με τη ζωή να στέκει απέναντι στην ψυχή και τα σώματά μας ως ομορφιά κι απειλή ταυτόχρονα γι’ αυτή την κατάληξη που έχει εκ προοιμίου αποφασίσει.  
Κι ενώ το συμβολικό συνυφαίνεται συνεχώς με το κυριολεκτικό κι οι άνθρωποι μοιάζουν σε πολλά με τα ψάρια ως προς τους περιορισμούς και την αδυναμία συνύπαρξης, με το ενυδρείο να είναι μια παράλληλη αλληγορία στην οποία η σκηνοθεσία καταφεύγει συνεχώς, ο θεατής διόλου δεν μπερδεύεται ως προς την εξέλιξη ή τα μηνύματα της ταινίας. Αντίθετα, κατανοεί όλο και πιο πολύ αυτό το ελλειπτικό πορτρέτο ενός ανθρώπου-αφηγητή που φιλοσοφεί γύρω απ’ τη ζωή, μοιάζει, όμως, σχεδόν συνειδητά να έχει πάρει το δρόμο του θανάτου. Η σκηνοθέτρια κατορθώνει να τα πετύχει όλα αυτά, χωρώντας ταυτόχρονα στην αφήγηση και στον κόσμο που δημιουργεί αλλοτινές χαρές αλλά κι ανοιχτή θάλασσα για να μπορέσει ο θεατής -όπως κι ο πρωταγωνιστής- έστω για λίγο ν’ αναπνεύσει. 
Υπόγεια, αλλά εν τέλει πολύ διακριτά, η ταινία μοιάζει να αφορά και το τραύμα της εποχής του AIDS κι ας μην αναφέρεται ποτέ η λέξη, αλλά και τις ενοχές των όσων από τύχη επέζησαν, σαν τον πρωταγωνιστή και δεν μπορούν εύκολα να το ξεπεράσουν. Σαν ένας ανείπωτος φόρος τιμής στα σώματα αυτά της γκέι κοινότητας -και όχι μόνο- η εικόνα μας θυμίζει το πώς φθάρηκαν κι έσβησαν αβοήθητα σε χώρους απομονωμένους και κλειστούς με την κοινότητα να μην αντέχει να τα αντικρύσει, αλλά ούτε και να τα εμπεριέξει ως αλήθεια μέσα της. Κι αν η αγάπη δεν απουσιάζει ίσως εδώ, είναι, όμως σίγουρο ότι προς το παρόν δεν νικάει.  Η βαθιά ενοχή του πρωταγωνιστή, παρ’ ότι εκφράζεται μόνο ως υπαινιγμός, είναι, ωστόσο, σαν να καθοδηγεί τις εξελίξεις, καθώς δεν θέλει μόνο να προσφέρει στους απόκληρους της ζωής, αλλά θέτει όλο και πιο πολύ τον εαυτό του εκτός, προσπαθώντας σχεδόν συνειδητά να βγει απ’ το χώρο της ζωής κι ο ίδιος. Κι είναι πολύ ενδιαφέρον το πώς δεν είναι το απρόσωπο σεξ που συνδέεται γι’ αυτόν εν τέλει με το θάνατο, αλλά η ανάγκη για την ανθρώπινη επαφή που σ’ ένα επίπεδο μοιάζει πιο τρομακτική  κι επικίνδυνη απ’ όλα. Υπάρχει μεγάλη ομορφιά σ’ αυτήν την επίκληση προς το θάνατο, σε βαθμό σχεδόν τρομακτικό έτσι όπως δεξιοτεχνικά το χειρίζεται η σκηνοθεσία, θυμίζοντάς μας το εύθραυστο της ύπαρξης που αέναα αλλάζει επίπεδα και τρομάζοντάς μας πως ίσως να υπάρχει και να μας παρακολουθεί κάποιος Δημιουργός -όπως ο πρωταγωνιστής τα ψάρια του- χωρίς, όμως, να έχει πρόθεση να μας γλιτώσει. 
Το παιχνίδι με το Δημιουργό και τα πλάσματα-θύματά του είναι σαν να εγκιβωτίζεται με διάφορους τρόπους μέσα στην ιστορία και να εκτείνεται στη σχέση της σκηνοθέτριας-δημιουργού με το θεατή που αιχμάλωτος στις επιθυμίες της αναγκάζεται να πει κι αυτός c’ est la vie, λίγο περίεργα, αλλά όχι καταθλιπτικά, αν και μπορεί εν τέλει παραιτημένα. Είναι θέμα ψυχοσύνθεσης αλλά αν αντέχει κανείς όλον αυτό τον ατμοσφαιρικά μακάβριο στοχασμό για τη ζωή και το θάνατο, ο κόσμος της ταινίας σε κάποιο επίπεδο ψυχικά θα τον ανταμείψει. 

La Biennale di Venezia 2026/ Giornate degli Autori