(Παράλληλες Ιστορίες)
του Asghar Farhadi
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2627_parallell-stories.jpeg

Μετά από την ιρανική και γονιμότερη μέχρι στιγμής περίοδο στην καριέρα του, ο Ασγκάρ Φαραντί συνεχίζει τη ζεύξη με τη Γαλλία (μετά το «Ένας Ήρωας», 2021 και «Το Παρελθόν», 2013). Στις φιλόδοξες «Παράλληλες Ιστορίες» καταπιάνεται με την εξίσωση «παρατήρηση = επιθυμία», που έχει θεματοποιηθεί πολλάκις στο σινεμά, αλλά εδώ συνυφαίνεται πάνω στους «ώμους γιγάντων» (Χίτσκοκ, Κισλόφσκι). Ειδικά για την υπόμνηση στον Πολωνό δημιουργό, ο Φαραντί φροντίζει οι αναφορές στη «Μικρή Ιστορία για έναν Φόνο» (1988) και «Μικρή Ιστορία Αγάπης» (1989) να είναι πρόδηλες και καθόλου ελλειπτικές.
Σε ένα διαμέρισμα του Παρισιού, η απομονωμένη και δύστροπη συγγραφέας Συλβί (η Ιπέρ στα γνωστά υψηλά της στάνταρ, αλλά με ακούσιο κίνδυνο μεταμόρφωσής της σε περσόνα) είναι έτοιμη να μετακομίσει. Ωστόσο, αναλώνεται στην τηλεσκοπική παρατήρηση του απέναντι διαμερίσματος. Εκεί βρίσκεται ένα στούντιο ηχογράφησης ηχητικών εφέ για οπτικό υλικό, στο οποίο μπαινοβγαίνει η Νίτα (Βιρζινί Εφίρα), ο σύντροφος και εργοδότης της Νικολά (Βενσάν Κασέλ), καθώς και ο αδελφός του Νικολά, Τεό (Πιέρ Νινέ). Η Συλβί προσλαμβάνει τον Άνταμ (Άνταμ Μπέσα), έναν νεαρό πρώην κατάδικο, προκειμένου να συνδράμει στη μετακόμιση. Στην πραγματικότητα, οι ένοικοι του απέναντι διαμερίσματος έχουν άλλα ονόματα (Άννα/Πιέρ/Κριστόφ αντίστοιχα) και άλλη καθημερινότητα από αυτή που κατασκευάζει η Συλβί προκειμένου να «προικίσει» το μυθιστόρημά της. Καθώς ο Άνταμ ανακτά το πεταμένο χειρόγραφο της Συλβί, το παρουσιάζει ως δικό του και προσεγγίζει την Άννα/Νίτα, με τις δυναμικές να μεταβάλλονται και στη σχέση μεταξύ των τριών ενοίκων...
Το μετα-κινηματογραφικό στρατήγημα του Φαραντί προσπαθεί να κινηθεί σε έναν δαίδαλο αναφορών —πέρα από εκείνες στους σκηνοθέτες, και σε αυτήν του Ζορζ Σιμενόν («Οι αρραβώνες του κυρίου Ιρ») — και να αναμετρηθεί με τις ψυχογραφικές συνέπειες του «σκληρού μυθιστορήματος». (Ενδεικτικά, η εκδότρια της Συλβί την οποία υποδύεται η Κατρίν Ντενέβ επισημαίνει ομοιότητες με τον Σιμενόν που κάνουν τη Συλβί να αγανακτήσει.) Το ίδιο είχε κάνει με επιτυχία και ο Ζιλιέν Ντιβιβιέ όταν μετέφερε το συγκεκριμένο βιβλίο στον κινηματογράφο («Πανικός», 1947). Παράλληλα, η ταινία στρέφει την κριτική της ματιά στην «κοινωνία του θεάματος» και στην πληθωριστική τάση προς τη λογοκλοπή. 
Καλοπαιγμένη (και με μια ενδιαφέρουσα αποδόμηση του εν γένει «αθλητικού» σωματότυπου του Κασέλ), η ταινία του Φαραντί εργάζεται με σημειολογικά μοτίβα (το πλήθος των βιβλίων στο διαμέρισμα της Συλβί, η «αποικιακή» σχέση «κυρίας και δούλου» και η μνησίκακη αντιστροφή της) και χρησιμοποιεί τη φαντασία σαν μια πράξη μετουσίωσης των επιφανειακών σχέσεων, αλλά και των αρνητικών συναισθημάτων που επικαλύπτονται από την επιθυμία για αναγνώριση. 
Παρά την επιδέξια δoμημένη ελικοειδή αφηγηματική ροή και την ειλικρίνειά της ως προς τη συνέχιση της κινηματογραφικής προβληματικής «παρατήρηση = επιθυμία», η ταινία ξεπερνά τα όριά της. Όσο εξελίσσεται, καθίσταται φανερό ότι υπολείπεται σε πρωτοτυπία έμπνευσης και μεταφυσική —σταθερά στοιχεία που διέκριναν τόσο τον Χίτσκοκ όσο και τον Κισλόφσκι.

ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ, Ασγκάρ Φαραντί, Γαλλία/ Ιταλία/ Βέλγιο/ Σ.Αραβία/ ΗΠΑ, 2026