(κείμενο: Στέφανος Νταλάσης)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_tidff26.jpeg

Ντοκιμαντέρ: Μια ρεαλιστική-αληθινή μυθοπλασία ή μια έντεχνη παρατήρηση και κινηματογράφηση της πραγματικότητας.
Ένα ενδιαφέρον κινηματογραφικό φεστιβάλ με επίκεντρο το ντοκιμαντέρ διεξήχθη στην Θεσσαλονίκη από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης με ποικιλότητα στις ταινίες τόσο στη θεματολογία, όσο και στην κινηματογράφηση και τη σκηνοθετική προσέγγιση. 
Ο ορισμός του ντοκιμαντέρ είναι ευρύς και περιεκτικός: αγκαλιάζει τους δημιουργούς, τις ιστορίες των ανθρώπων, αλλά και τους ίδιους τους ανθρώπους και τα θέματα που πραγματεύεται κάθε ταινία. Το ντοκιμαντέρ «χωράει» τους πάντες —«σινεμά για όλους»— και, ταυτόχρονα, κάθε έργο συνιστά από μόνο του ένα διαφορετικό, αν όχι ξεχωριστό, κινηματογραφικό σύμπαν.
Τα όρια ανάμεσα στην μυθοπλασία και στο ντοκιμαντέρ είναι ασαφή και πολλές φορές δυσδιάκριτα. Άλλωστε, και στα ντοκιμαντέρ η σκηνοθεσία προϋποθέτει μια «τοποθέτηση»-«στάση» απέναντι στα πρόσωπα, την ιστορία, καθώς και επιλογές ως προς το τι περιλαμβάνει και τι αποκλείει το πλάνο. Η σκηνοθεσία εμπεριέχει επιλογή, προσθήκη και αφαίρεση. 
Αντίστοιχα, και στις ταινίες μυθοπλασίας μπορούμε να αντλήσουμε στοιχεία κοινωνικής και πολιτισμικής πραγματικότητας (βλ. http://www.cinephilia.gr/index.php/keimena/theoria/7500-o-kinimatografos-os-meso-apeikonisis-i-kai-apotyposis-opseon-stoixeion-kai-eikonon-tis-koinonikis-kai-politismikis-pragmatikotitas), ενώ σε πολλές περιπτώσεις τα δύο είδη συνυπάρχουν δημιουργικά και διαλεκτικά (βλέπε την πρόσφατη ταινία: Η Φωνή της Χιντ Ρατζάμπ The Voice of Hind Rajab, Kaouther Ben Hania).
Η αποστολή της κριτικής επιτροπής της FIPRESCI αφενός ήταν ξεκάθαρη γιατί έπρεπε να επιλεγεί μία ταινία από το διεθνές διαγωνιστικό και μία από το ελληνικό και αφετέρου απαιτητική επειδή η αναγκαστική αυτή επιλογή στένευε αναγκαστικά το πλαίσιο των αξιόλογων υποψηφιοτήτων.
Η θεματολογία των ταινιών του Φεστιβάλ συνθέτει ένα ευρύ φάσμα προβληματισμών των σύγχρονων ανθρώπων και δημιουργών. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο άνθρωπος -και συχνά ο άνδρας, όπως εύστοχα παρατηρεί στη κριτική με εμβάθυνση η Stefanie Diekmann :«τοξική αρρενωπότητα», (βλ.: https://fipresci.org/report/mens-worlds-a-survey-of-toxic-masculinities-in-the-international-competition/ ). 
Κυριαρχεί λοιπόν ο άνθρωπος -οι, οι προβληματισμοί του, η μοναξιά και τα αδιέξοδά του, η συνήθως δύσκολη έως αδυσώπητη κοινωνική πραγματικότητα, οι κοινωνικές σχέσεις στο σύγχρονο περιβάλλον. Ιδιαίτερη δυναμική αποκτούν  θέματα  με οικουμενική διάσταση  που αγγίζουν ένα ευρύτερο κοινό.
Ανάμεσα στα βασικά ζητήματα που αναδεικνύονται συγκαταλέγονται τα ανθρώπινα δικαιώματα (EXILE-S, Tales From an Island, Yorgos Iliopoulos, όπου πρόσωπα, τόπος και Ιστορία συνομιλούν με τις ζοφερές συνθήκες και την «κατάρα» ενός τόπου), η αγωνία των ανθρώπων για την ειρήνη και τη φρίκη του πόλεμου (Birds of War, Janay Boulos & Abd Alkader Habak, μια εξαιρετική σύνθεση τεκμηρίων και προσωπικού βιώματος στην πρώτη γραμμή του πολέμου), το οικολογικό πρόβλημα (το La Pietà, Rafa Molés & Pepe Andreu, με εξαιρετική κινηματογράφηση και φωτογραφία, καθώς και το με ανδρική ματιά και κωμικές πινελιές Derek vs Derek, James Dawson), αλλά και πιο ιδιαίτερες ματιές που αφορούν εσωτερικές, προσωπικές διαδρομές. (At No Cost, Mary Bouli, και The Beauty of Errors, Jukka Kärkkäinen). Παράλληλα, εξερευνώνται θεματικές όπως οι “δευτεραγωνιστές” της ζωής και της τέχνης (The Golden Grip, Fokion Bogris), η τέχνη μέσα στην τέχνη (Tiny Gods, Panos Deligiannis), ηθικά και κοινωνικά διλήμματα (Stories of a Lie, Olia Verriopoulou), τοιχογραφία μιας εποχής, μιας χώρας και μιας υστερίας (Soap Fever, Inka Achté, Finland-Sweden), και τέλος περίφρακτοι (και ανύπαρκτοι) παράδεισοι (Around Paradise, Yulia Lokshina).
Η χρήση «φυσικών» προσώπων ως πρωταγωνιστών αποτελεί μια ιδιαίτερη πρόκληση: ζητούμενο είναι η αυθεντικότητα και όχι η υποκριτική.  Οι σκηνοθέτες παρατηρούν συχνά με διακριτικότητα και ευαισθησία, δημιουργώντας ένα περιβάλλον εμπιστοσύνης που επιτρέπει στους ανθρώπους να εκφραστούν αυθόρμητα. Έτσι προκύπτουν «ερμηνείες» ακατέργαστες και αληθινές, μια ποιότητα που δεν συναντάται εύκολα ακόμη και στη μυθοπλασία.
Παράλληλα, διακρίνεται μια ενδιαφέρουσα αντίφαση: σε ορισμένες περιπτώσεις αναδύεται ένας αδιόρατος ναρκισσισμός των προσώπων που γνωρίζουν ότι κινηματογραφούνται (βλ. ενδ.: All About the Money, Sinéad O’Shea), ενώ σε άλλες η παρουσία τους παραμένει αυθεντική και ανεπιτήδευτη, (βλ. ενδ.: Bugboy, Lucas Paleocrassas).
Σε αρκετές ταινίες παρατηρείται έντονη εστίαση στο περιεχόμενο, και λιγότερο  στη φόρμα. Παρότι παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον, ορισμένες δυσκολεύονται να ισορροπήσουν τον δραματουργικό άξονα με τη σκηνοθετική γραμμή.
Η σχέση της ταινίας με τον θεατή παραμένει κρίσιμο ζήτημα. Υπάρχουν δημιουργοί που λαμβάνουν υπόψη τη θέαση και άλλοι που επιδιώκουν ένα έργο με αυταξία. Σε αρκετές περιπτώσεις, ένα πιο σφιχτό μοντάζ και μια οικονομία φιλμικού χρόνου —χωρίς να διαταραχθεί ο εσωτερικός ρυθμός— θα ενίσχυαν τη ροή και τη συνοχή. Διαφαίνεται, ωστόσο, μια γενικότερη δυσκολία στην αφαίρεση περιττού υλικού, στην αφαίρεση σκηνών που επαναλαμβάνονται, κουράζουν ή ακόμα και αποπροσανατολίζουν.
Οι ταινίες που επιλέξαμε ως Κριτική Επιτροπή, είναι στο Διεθνές διαγωνιστικό: Birds of War, Janay Boulos & Abd Alkader Habak και υπάρχουν στο σκεπτικό της βράβευσης,  (βλ. https://fipresci.org/festival/thessaloniki-doc-2026/ ), και στο Ελληνικό διαγωνιστικό: EXILE(S), Tales From an Island, Yorgos Iliopoulos, οπού αναλύει διεξοδικά και «εκ των έσω» ο Ruggero Calich, (βλ.:  https://fipresci.org/awards/exiles-tales-from-an-island/ ). Πέρα από τις ταινίες που βραβεύτηκαν και στις υπόλοιπες κριτικές επιτροπές, θα σταθούμε σε μια ταινία που μας συνεπήρε προσωπικά: The Golden Swan της Anette Ostrø.
Η ταινία αφηγείται την ιστορία του νεαρού καλλιτέχνη Χανς Κρίστιαν Όστρε, ο οποίος ταξιδεύει στην Ινδία για να μελετήσει παραδοσιακές τέχνες, αλλά συλλαμβάνεται και τελικά εκτελείται από ένοπλη οργάνωση. Στη διάρκεια της αιχμαλωσίας του γράφει επιστολές και ποιήματα στην αδελφή του, υλικό που αποτέλεσε, μεταξύ του άλλου αρχειακού και προσωπικού υλικού, τα τεκμήρια για την σύνθεση και δημιουργία της ταινίας. Η έλλειψη «ζωντανής» παρουσίας του πρωταγωνιστή συνιστά πρόκληση, η οποία όμως μετατρέπεται σε δημιουργικό πλεονέκτημα: μέσα από περιορισμένο αρχειακό υλικό, η ταινία κατορθώνει να συγκινήσει βαθιά.
Ο Χρυσός Κύκνος είναι μια (ανδρική) ιστορία, μνήμης και πένθους μέσα από γυναικεία (και ταυτόχρονα αδελφική) ματιά. Είναι η άρνηση του μίσους και η συμφιλίωση. Ένα βάλσαμο της μνήμης και της απώλειας. Μια ελεγεία της ανθρώπινης ύπαρξης, της αγάπης και της συγχώρεσης. Μια ποιητική κινηματογράφηση με ροή και ρυθμό. Μια χειρουργική ένωση και σύνθεση προσώπων και τεκμηρίων. Μια μετάγγιση αγάπης και συγχώρεσης. Το πρόσωπο πάνω από την Ιστορία. Η αγάπη απάντηση στη βία.

*ο Στέφανος Νταλάσης ήταν μέλος Κριτικής Επιτροπής FIPRESCI