(A Russian Winter)
του Patric Chiha
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2526_un-hiver-russe.jpg

Χειμώνας στη Μόσχα. Μια αχανής πλατεία με τις σημαίες της νίκης, αστυνομικά οχήματα και φορτηγά που μεταφέρουν τανκς, φωτογραφία negative και αργό travelling που μεταμορφώνουν το τοπίο σε κάτι τρομακτικό. Χιλιόμετρα μακριά σε έναν άλλο τόπο που φαντάζει μελλοντικός ένας νέος καθισμένος σε μία γέφυρα. Η κάμερα τον παρατηρεί, ενώ o ίδιος μας συστήνεται μέσα από μία εκτός κάδρου αφήγηση. Μιλάει για τους φόβους του, τους ενδόμυχους και κληρονομημένους, για τη μοίρα του σοβιετικού ανθρώπου.  
Μια παρέα νέων, ο Γιούρι, η Μαργαρίτα και δυο-τρεις φίλοι τους, εμφανίζονται διαδοχικά, κατά μόνας ή ανά ζεύγη και περιγράφουν σε τόνο εξομολογητικό τις εμπειρίες τους, τις προσωπικές περιπέτειες και απώλειες, τα συναισθήματα και τις προσδοκίες τους. Στη διάρκεια μιας σειράς στατικών κυρίως λήψεων σε διαφορετικά  περιβάλλοντα, φυσικά ή τεχνητά, ο θεατής ακολουθεί τις διαδρομές τους σε ένα ταξίδι εξομολογήσεων και αυτοαναλύσεων που παρά τις αποκλίσεις του στην απεικόνιση αποτυπώνει το ίδιο κοινό αίσθημα. Τον φόβο, το άγχος και την ανασφάλεια που γεννά ο εκτοπισμός από την πατρίδα. Γιατί ο Γιούρι, η Μαργαρίτα και οι φίλοι τους είναι Ρώσοι που εγκατέλειψαν τη χώρα τους μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, τον Μάρτιο του 2022.  
Αυτοί οι σύγχρονοι ρώσοι εμιγκρέδες, που αυτοεξορίστηκαν είτε απογοητευμένοι από τις δυσμενείς εξελίξεις (την απουσία αντιπολεμικών κινήσεων) είτε αρνούμενοι να συμμορφωθούν με το ρωσικό καθεστώς, βρίσκονται τώρα εγκατεστημένοι στο Παρίσι, έχοντας διέλθει από διαφορετικές χώρες μέχρι την απόκτηση της πολυπόθητης βίζας. Περιπλανώμενοι απάτριδες, νεαροί νομάδες με καλλιτεχνικές ανησυχίες, οικονομικές δυσκολίες και αόριστα σχέδια, αιωρούμενοι ή παγιδευμένοι σε έναν παγωμένο χρόνο και χώρο που κουβαλάει νωπές τις μνήμες της  χιονισμένης πατρίδας τους, κυκλοφορούν σαν φαντάσματα σε έναν μη τόπο, σε μία τρόπον τινά εικονική πραγματικότητα. Μην έχοντας πουθενά να επιστρέψουν και πουθενά να ριζώσουν, νιώθοντας απανταχού μη ευπρόσδεκτοι ξένοι, κουβαλούν και ανακυκλώνουν, εντός της κλειστής τους κοινότητας, προβληματισμούς και ανησυχίες για το απρόβλεπτο μέλλον. 
Ενοχές και υπαρξιακά άγχη μπερδεύονται σε αυτό το πραγματικά ενδιαφέρον  από οπτικής άποψης ντοκιμαντέρ εσωτερικών μονολόγων, σποραδικών διαλόγων και αργής παρατήρησης. Ο Patric Chiha τοποθετεί τους ήρωες του μέσα σε καλά μελετημένους αρχιτεκτονικά χώρους, εξωτερικούς ή εσωτερικούς, που χαρακτηρίζονται από μία καθαρή γεωμετρία και ένα μονοχρωματικό φως, προσδίδοντας τους μια αίσθηση αποξένωσης και αποσύνδεσης. Όταν το φυσικό στοιχείο ή ένα γεγονός μπαίνουν στο κάδρο (ένα αχανές πάρκο, ένα αστικό δάσος, μια γιορτή, μια παραλία,) οι ήρωες αποκτούν μια νέα διάσταση, ως ένα βαθμό εξανθρωπίζονται. Κι ενώ η ταινία δομείται χαλαρά με βάση τους διαλόγους, είναι τα μη αφηγηματικά της μέρη, αυτά που κερδίζουν τον θεατή. Εκεί όπου η κάμερα παρατηρεί απλά -συχνά σε slow motion- από μακριά ή πολύ κοντά την κίνηση και τα βλέμματα των προσώπων.
Ο γεννημένος στην Αυστρία, με λιβανέζικες και ουγγρικές καταβολές, Patric Chiha, που ζει και εργάζεται στο Παρίσι, φαίνεται να προσεγγίζει με ιδιαίτερη ευαισθησία και ενσυναίσθηση τους νεαρούς ήρωες, τους «παγιδευμένους σε ένα μόνιμο και ατελείωτο παρόν, με την απόλυτη στο βάθος του μυαλού τους φρίκη του πολέμου». Ο ίδιος δηλώνει σχετικά ότι στόχος του δεν ήταν να περιοριστεί στα τρέχοντα γεγονότα, αλλά να κάνει μια ταινία για τον αντίκτυπό τους, για το χαμένο παρελθόν και το αβέβαιο μέλλον. Μια ταινία για ανθρώπους που δεν τους ευνόησε η ιστορία και που δεν ξέρουν ακόμα πώς θα τα καταφέρουν.

Panorama/ Berlinale 2026