(Πατρίδα)
του Paweł Pawlikowski
(κριτική: Σπύρος Γάγγας)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2627_fatherland-2.jpeg

Συνεχίζοντας την πορεία του σε ένα ακαδημαϊκό ύφος με φόντο τη μεταπολεμική καταχνιά —το οποίο εγκαινίασε με τα «Ida» και «Ψυχρός Πόλεμος»— ο Παβλικόφσκι προσεγγίζει το οικογενειακό δράμα του κορυφαίου συγγραφέα και νομπελίστα Τόμας Μαν. Για το έργο του αυτό ο Παβλικόφσκι μάλλον εμπνέεται από το μυθιστόρημα «Ο Μάγος» του Κολμ Τόιμπιν (2021), το οποίο αποτελεί μια μυθοπλαστική βιογραφία του Μαν.
Αφού παραλαμβάνει το βραβείο Γκαίτε στη Φρανκφούρτη το 1949, ο Τόμας Μαν μαζί με την κόρη του, Έρικα, μεταβαίνουν στη Βαϊμάρη προκειμένου να του απονεμηθεί το αντίστοιχο βραβείο και από την Ανατολική Γερμανία στη σοβιετική ζώνη κατοχής. Κατά τη διάρκεια αυτής της οδικής περιπλάνησης σε μια κατεστραμμένη και διχασμένη χώρα, πατέρας και κόρη αναμετρώνται με την πρόσφατη αυτοκτονία του Κλάους Μαν, καθώς και με το ιδεολογικό δίλημμα που παγιώθηκε με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου.
Η εκκίνηση αιχμαλωτίζει τον θεατή, καθώς ο Κλάους Μαν —γιος του Τόμας Μαν και επιτυχημένος συγγραφέας ο ίδιος— συνθλίβεται από το φάσμα του μηδενισμού· η αναζήτηση νοήματος έχει πλέον εγκλωβιστεί στην αρτηριοσκληρωτική και τραγικά παιδαριώδη επιλογή ανάμεσα σε «Στάλιν και Μίκυ Μάους». Στη συνέχεια όμως, ο Παβλικόφσκι παραδίδεται γρήγορα σε έναν ακαδημαϊσμό. Περιφέρει τον εμβληματικό συγγραφέα και την κόρη του σε στιγμιότυπα που αποτυπώνουν τα υπολείμματα του ναζισμού, την καπήλευση του έργου του Μαν από την καπιταλιστική Δύση και το κομμουνιστικό καθεστώς, την προσωπική διαχείριση της απώλειας του Κλάους, και, τέλος, την προβληματική γύρω από τη σχέση Τέχνης και Ιστορίας.
Οι ερμηνείες είναι μεν σφριγηλές —όπως της δικαιολογημένα αυστηρής Σάντρα Χούλερ— αλλά παραμένουν κινηματογραφικά ξέπνοες, καθώς δεν υποστηρίζονται από κάποια ιδιαίτερη εικαστική καινοτομία. Ο σκηνοθέτης επιλέγει τον λόγο διάστασης της Ακαδημίας (Academy ratio) προκειμένου να διασφαλίσει ένα στενό πλαίσιο που κατευθύνει το βλέμμα προς το κέντρο της δράσης· μια επιλογή που θα μπορούσε να υπογραμμίζει και την «εξισορροπητική» θέση του Μαν απέναντι στο πολιτικό δίπολο που καθήλωσε την ψυχροπολεμική εποχή.
Ωστόσο, όσον αφορά την πολωνική παράδοση, επιρροές θα μπορούσαν να αναζητηθούν στις ασπρόμαυρες ταινίες του Αντρέι Βάιντα, ενώ ως προς το θεμελιακό ζήτημα της «πατρίδας» (Heimat), στην ομώνυμη δημιουργία του Έντγκαρ Ράιτζ. Κι εδώ όμως, το σινεμά του Παβλικόφσκι υπολείπεται των συγκεκριμένων δημιουργών· απουσιάζουν τόσο οι κεκλιμένες γωνίες λήψης, η αδαμάντινη υφή της κινηματογραφημένης πραγματικότητας και η ιστορική βαρύτητα του μεταπολεμικού περιβάλλοντος ενός Βάιντα, όσο και η μεγαλοπρέπεια των πανοραμίκ και η αρχοντική κίνηση της κάμερας ενός Ράιτζ.
Με αυτόν τον συγκριτικό γνώμονα θα πρέπει ίσως να αποτιμηθεί η πρόταση του Παβλικόφσκι, η οποία, με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις (όπως το ποιητικό φινάλε στα ερείπια ενός απομαγευμένου κόσμου), αναλώνεται σε εξεζητημένες συμμετρίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υπογράμμιση των επιμέρους αντιδράσεων του κοινού κατά τις βραβεύσεις του Μαν ή των στρατευμένων χορωδιών στην Ανατολική Γερμανία. Πρόκειται για ένα σινεμά που πασχίζει να παγιώσει μια προσωπική καλλιτεχνική γραφή· το επιτυγχάνει εν μέρει, δίχως όμως να δικαιώνεται στην ιμπρεσιονιστική του δομή και στην εμμονή του με την επιτηδευμένα «όμορφη» φωτογραφία, η οποία τελικά αποψιλώνει το έργο από τις σημαντικές ιδέες του.

ΠΑΤΡΙΔΑ, Πάβελ Παβλικόφσκι, Πολωνία/Γερμανία/Γαλλία/Ιταλία, 2026