της Ζακλίν Λέντζου
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)![]()
Όλα ξεκινούν αιθέρια με την αναπνοή και το όνειρο ενός 15χρονου κοριτσιού. Για να γλιστρήσουν στη συνέχεια σε μια γήινη εφηβική καθημερινότητα. Με τις εντάσεις της, τη μοναξιά της, τις μαγικές αποκαλύψεις της. Στιγμιότυπα μιας σχολικής πραγματικότητας: μικρές χειρονομίες, ημιτελείς συζητήσεις, χαμηλόφωνοι διάλογοι, αντανακλάσεις του φωτός στις επιφάνειες και ένα σαγηνευτικό τραγούδι που τα ανατρέπει όλα. Σαν πύλη σε έναν κόσμο άγνωστο και διαφορετικό. Θραύσματα που παρά την αφαιρετική αφήγηση συγκροτούν μια διάρκεια και μια συνέχεια που της μέλλεται να διακοπεί βίαια, για να καταλήξει στο τέλος της ημέρας σε μια απότομη αναχώρηση, μεταμόρφωση και επώδυνη απουσία μαζί. Με τη δυνατότητα ωστόσο της αέναης επιστροφής και της υπερκόσμιας ελευθερίας.
Αποτύπωση μιας ταινίας που δύσκολα συνοψίζεται, με μια ιδιαίτερη αισθητική, χειροποίητη και βαθιά προσωπική, το «Μια μέρα στη ζωή της Τζο: Κεφάλαιο Φαίδρα», μια ταινία για την αναπνοή, τα χέρια, τη μοναξιά (και την έλλειψη αυτών), δεύτερη μεγάλου μήκους της Ζακλίν Λέντζου, αντανακλά όλες τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς της δημιουργού -ακόμα και τη μορφολογική δομή των τίτλων της-, έτσι όπως άρχισαν να διαγράφονται από τις μικρού μήκους ταινίες της. «Στείλτε της το όνειρο»: Η φράση μετά την εισαγωγική σκηνή, που δεν αρθρώνεται αλλά ακούγεται σαν ακατάληπτος ήχος από ένα μακρινό «Υπερπέραν» -και αποδίδεται με υπότιτλους-, εισάγει τον θεατή στο ιδιόμορφα ποιητικό αλλά οικείο στη φιλμογραφία της κινηματογραφικό ύφος, πιάνοντας το νήμα από «Το τέλος του πόνου (μια πρόταση)», μια 14λεπτη άσκηση διαλογισμού του 2020. Εκεί που η μεγαλύτερης ηλικίας νεαρή ηρωίδα δεχόταν μηνύματα από μια υπερκόσμια δύναμη και ξεκινούσε μια συνομιλία με το Σύμπαν. Η αίσθηση της μοναξιάς, τα θολά όρια ονείρου- πραγματικότητας και η ρευστότητα των εικόνων, σταθερά σημεία αναφοράς στις ταινίες της Λέντζου, έκαναν και τότε την εμφάνισή τους, όπως και τώρα, λουσμένα σε ένα διαγαλαξιακό φως. Αυτό το φως είναι και το πλαίσιο εντός του οποίου κινείται η συγκεκριμένη ταινία. Η αρχή και το τέλος της.
Υπάρχει πάντα μια επιτηδευμένη ασάφεια, κάτι εσκεμμένα αινιγματικό, στο έργο της Λέντζου. Εδώ ωστόσο προβάλλει -σκηνοθετικά πιο περίτεχνα- μια δυαδικότητα στη θεματική, στα πρόσωπα, στους αφηγηματικούς τρόπους που παραμένουν πειραματικοί. Ζεύγη αντιθέτων διατρέχουν το σώμα της ταινίας και αντιπαρατίθενται με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο: Το υπερκόσμιο με το κοσμικό, η ζωή με τον θάνατο, το σώμα με το πνεύμα(ψυχή ή συνείδηση), η Φαίδρα, ένα καθαρό πρόσωπο με φωνή αγγελική που εισβάλλει ορμητικά στην πεζή ομοιομορφία για να ανοίξει ένα νέο αλλά σύντομο κεφάλαιο στη ζωή της ηρωίδας, αλλά και η ίδια η Τζο, πότε παρορμητική και πότε μελαγχολική και ευάλωτη, όπως ακριβώς και η εφηβεία. Από την ανησυχία στην ηρεμία και αντίστροφα η ταινία καθορίζεται από μια σειρά διαρκών και αδιόρατων μεταβάσεων που δίνονται με ευαισθησία και τεχνική μαεστρία. Εναέριες λήψεις, πανοραμικές κινήσεις της περιπλανώμενης κάμερας, η μετάβαση από μια αίθουσα χορού σε ένα γήπεδο μπάσκετ, δίνη εικόνων στις αποχρώσεις του μπλε. Αλλά και αναπνοές, βήματα, μακρινοί θόρυβοι που δημιουργούν την αίσθηση ότι βρισκόμαστε μέσα στην ασταθή συναρπαστική εμπειρία της εφηβείας. Η χρωματικά έντονη κινηματογράφηση του Grimm Vandekerckhove σε φιλμ 16 mm και η φυσική ερμηνεία της Εβίτας Ανδριοπούλου, την οπτική της οποίας υιοθετεί η ταινία, παίζουν καθοριστικό ρόλο στη συναισθηματική δύναμη της ταινίας.
Εμπνευσμένη από τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου στην Αθήνα το 2008, η ταινία δε συνιστά σε καμία περίπτωση αναπαράσταση της τραγωδίας. Εδώ η εν ψυχρώ δολοφονία του 15χρονου μαθητή, εφηβικό τραύμα της δημιουργού, καθ’ ομολογία της ίδιας, μετατοπίζεται σε μια τολμηρή φορμαλιστικά σωματική απώλεια, σε μια μεταθανάτια κατάσταση προσωρινά τραυματικής αλλά «ευφορικής» αποδέσμευσης από το σώμα, που αντανακλά τους προσωπικούς προβληματισμούς και τις μεταφυσικές αναζητήσεις της Λέντζου για το αν μπορούμε πραγματικά να υπάρξουμε μέσα στον χρόνο. Υπάρχει ωστόσο μια φαινομενικά ξεκομμένη από τη δράση, εκτενής σκηνή στο εσωτερικό μιας κλούβας των ΜΑΤ, που λειτουργεί έμμεσα ως πολιτικό σχόλιο και προμήνυμα των όσων θα ακολουθήσουν. Η ταινία, που θα μπορούσε να είναι μια ιστορία ενηλικίωσης στην προαστιακή Αθήνα, διαπνέεται σταθερά από αυτή την αντίφαση ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το αισθητηριακό, για να επιλέξει τελικά πλευρά με μία ριζοσπαστική στροφή , στο τρίτο της και πιο αφαιρετικό μέρος. Μια επιλογή που η καθαρτική της δύναμη, τίθεται στην κρίση του θεατή.




