του  Ηλία Γιαννακάκη
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2627_eva-stefani.jpg

Στα έργα της Εύας Στεφανή μπροστά απ’ την κάμερα είναι πάντα οι άλλοι.  Άνθρωποι που ζουν συνήθως στην κόψη ενός ξυραφιού, κατοικούν στις παρυφές της κοινωνίας ή περνάν φάση δύσκολη. Βρίσκουν τρόπους να υπάρξουν συχνά ανοίκειους στους πολλούς, ισορροπώντας κάποιες φορές κάπου ανάμεσα στην νίκη και στην ήττα. Εκείνη τους καταγράφει και τους παρατηρεί για όσο χρειάζεται μ’ αγάπη και σεβασμό κάνοντας τις λιγότερες δυνατές παρεμβάσεις. Αφήνοντας το θέμα να την πηγαίνει δηλαδή, όπως συμβουλεύει συχνά-πυκνά τις φοιτήτριες και τους φοιτητές της να κάνουν. Στις Μέρες και Νύχτες της Δήμητρας Κ. όμως, για πρώτη φορά, μοιάζει να μην μπορεί να το πράξει. Έτσι ο χρόνος περνά κι η ταινία δεν τελειώνει για λόγους απροσδιόριστους. Μ’ αφορμή την απρόσμενη αυτή δυσκολία και θέλοντας να την βάλει να μιλήσει και γι’ άλλα πολλά, ο ντοκιμαντερίστας και στενός της φίλος, Ηλίας Γιαννακάκης, της προτείνει να  μπει για μια φορά εκείνη μπροστά απ’ την κάμερα. Σε θέση ανάποδη δηλαδή απ’ αυτή που συνηθίζει.  
Πορτρέτο ανεπιτήδευτο και γεμάτο ειλικρίνεια της σημαντικότερης κατ’ ουσία εκπροσώπου του κινηματογράφου παρατήρησης στη χώρα το Εύα Στεφανή-ο κόσμος ανάποδα του Ηλία Γιαννακάκη κατορθώνει να παρουσιάσει συνοπτικά, με πολύ άμεσο και γνήσιο τρόπο, την ζωή, την προσωπικότητα και τις εσωτερικές διεργασίες μιας δημιουργού που συνήθως αποφεύγει να πολυμιλά για τον εαυτό και το έργο της. Η ευκαιρία είναι σπάνια και η μεταξύ τους φιλία δείχνει να έχει λειτουργήσει εξαιρετικά ως προς το αποτέλεσμα, μια και η συνάντηση που απαιτείται ανάμεσα στο ντοκιμαντερίστα και το θέμα του εδώ έχει ήδη συντελεστεί πολύ πριν απ’ την ταινία. Μια αίσθηση εμπιστοσύνης, ασφάλειας, ανοίγματος και ζεστασιάς διέπει όλες τις αφηγήσεις και τις συνομιλίες εδώ κι είναι εξίσου ενδιαφέρον και συγκινητικό το πώς αυτή αντιστοιχεί με την ποιότητα και το ήθος που διακατέχει όλη τη δουλειά της Στεφανή σε σχέση και με το πώς ανταποκρίνονται οι άνθρωποι απέναντί της. Ο Γιαννακάκης που ανήκει στην ίδια κατ’ ουσία σχολή προσέγγισης του ντοκιμαντέρ με τη Στεφανή λειτουργεί εδώ εξαιρετικά ως σκηνοθέτης-παρατηρητής-αθέατος συνομιλητής, που στη συνέχεια συνενώνει με δεξιοτεχνία και πολύ καλό μοντάζ το πολυποίκιλο υλικό του μέσα από κεφάλαια που διαπλέκουν τα θέματα και το χρόνο ακολουθώντας τη γκονταρική λογική του αρχή, μέση, τέλος αλλά όχι απαραίτητα μ’ αυτή τη σειρά ως προς το νόημα και την ουσία. 
Η καταγραφή της Στεφανή μέσα από συνεντεύξεις και συναντήσεις τους ξεκίνησε το  2018 με αφορμή τις σκέψεις της πάνω στο ντοκιμαντέρ της για τη Δήμητρα Κ. και διήρκεσε οκτώ χρόνια. Το υλικό, όμως, συνολικά είναι πολύ πιο ευρύ και διατρέχει όλη της τη ζωή, με φωτογραφίες, μικρά βίντεο, συναντήσεις της στο τώρα, αρχειακό υλικό, απ’ την προσωπική της ζωή και τα έργα της -κινηματογραφικά κι εικαστικά-, ανέκδοτο και μη, και μαζί στιγμιότυπα από ταξίδια κλπ. Αγαπημένα πρόσωπα όπως η μητέρα και η κόρη της, μπαίνουν μαζί της μπροστά στο φακό και τα βλέπουμε και τα δύο να συμμετέχουν και να μεγαλώνουν. Ο χρόνος -που φάνηκε ως η αρχική δυσκολία- είναι ένα θέμα που διατρέχει το ντοκιμαντέρ αυτό, στο οποίο μεγάλη θέση δεν έχουν μόνο όσοι είναι εδώ αλλά κι εκείνοι που λείπουν. Ο πατέρας της, κι οι τόποι με τους οποίους τον είχε συνδέσει όπως το Αιγινήτειο, αλλά και η ψυχαναλύτριά της, η αείμνηστη πια Αθηνά Αλεξανδρή την οποία είναι πραγματικό επίτευγμα ότι την έπεισε έτσι να μιλήσει.  Πολλά επιτεύγματα που δεν φωνάζουν υπάρχουν έτσι κι αλλιώς στο ντοκιμαντέρ αυτό μ’ ένα απ’ τα βασικότερα να είναι το πώς κατορθώνει ν’ αφήσει το χρόνο να τρυπώσει μέσα από παντού, όχι, όμως ως ακατανίκητη δύναμη, αλλά ως διάλογο με τον εσωτερικό συνειρμό της Στεφανή, ως κάτι που μπορεί να εκφραστεί δημιουργικά, κινηματογραφικά ή εικαστικά μέσα από μια αναζήτηση που αφορά πάντα ίχνη ανθρώπων. Το πέραν που λοξεύει λίγο την πραγματικότητα και δίνει μια πιο υπερβατική διάσταση σ’ ένα θέμα, το παιχνίδι ανάμεσα στο σκηνοθέτη και το θέμα του, είναι μερικά απ’ τα πολύ ωραία που θα ακούσουμε εδώ, μια και η Στεφανή είναι πολύ γοητευτική και στις αφηγήσεις της, κι εδώ το θέμα είναι η ίδια. 
Στο τέλος σκέφτεται κανείς πως ο Ταρκόφσκι είχε δίκιο όταν έλεγε πως αν δείξετε σε κάποιον την ώρα, δεν χρειάζεται να του εξηγήσετε πώς δουλεύει το ρολόι, μιλώντας για τον κίνδυνο που διατρέχει η τέχνη απ’ την ανάγκη αποσυναρμολόγησης κι ορθολογισμού, έναν κίνδυνο που πάντα είναι υπαρκτός κι όταν γίνονται τέτοια πορτρέτα. Απ’ την άλλη, όμως, ένα αποτέλεσμα τόσο καλό συνηγορεί προς την άποψη πως πάντα το θέμα είναι το πώς, κι ότι ο δημιουργός μπορεί να δείξει και να εξηγήσει τόσο-όσο κανείς να μάθει και να εμπνευστεί αλλά να παραμείνει βέβαιο πως απ’ την αναπαράσταση νόμιμα πάντα κάτι θα λείπει.  

Νύχτες Πρεμιέρας 2026