(Τιτανικός Ωκεανός)
της Κωνσταντίνας Κοτζαμάνη 
(κριτική: Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2627_titanic-ocean.jpeg

Στην Ακαδημία για επαγγελματίες γοργόνες του Τόκυο όπου φοιτά, η 17χρονη Ακάμε ονομάζεται Deep Sea, έχει μωβ μαλλιά και δουλεύει σκληρά για να κρατάει περισσότερο την αναπνοή της. Την βοηθάει σ’ αυτό ο νεαρός προπονητής Κοτάρο με τον οποίο είναι κρυφά ερωτευμένη.  Διστάζει να του μιλά, όταν, όμως, χάνει όπως νοιώθει τη φωνή της, μόνο εκείνος μπορεί κι ακούει το τραγούδι της ως γοργόνα. Εν τω μεταξύ, ο πανασιατικός διαγωνισμός για γοργόνες πλησιάζει κι ο ανταγωνισμός στην Ακαδημία αυξάνεται. Το ίδιο κι οι προσδοκίες κι οι φόβοι. Η Ακάμε φοβάται τον ωκεανό και το κύμα που είχε δει κάποτε στ’ όνειρό της.  
Αβίαστα, ενδυναμωτικά και πολύ πρωτότυπα, με δεξιοτεχνία και μεγάλη άνεση κάνει η Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη τη βουτιά στον Τιτανικό ωκεανό της, με τόλμη και χάρη ηρωίδας γιαπωνέζικων ανιμέ απ’ αυτά που αγαπά και τα τιμά εδώ τόσο με την αισθητική της αφήγησης, όσο και με την σημειολογία των ηρωίδων. Διανύοντας ταυτόχρονα μ’ εντυπωσιακή ευκολία κι ωριμότητα σκηνοθετική την απόσταση από την μικρού μήκους φόρμα που υπηρετούσε μέχρι σήμερα έως τη μεγάλου μήκους μυθοπλασία. Και κρατώντας την αναπνοή της όση ώρα χρειάζεται -μια και μεγάλο μέρος της ταινίας είναι κάτω απ’ το νερό-, για να μας χαρίσει, σε γλώσσα ιαπωνική και με χώρο δράσης την Ιαπωνία, μια ταινία οπτικά μαγευτική (συμβάλλει σ’ αυτό καθοριστικά κι ο διευθυντής φωτογραφίας Raphaël Vandenbussche) και σεναριακά στιβαρή σε σκηνοθεσία και σενάριο δικό της. Μ’ αφετηρία ένα πραγματικό γεγονός -τη σχολή για γοργόνες που υπάρχει στην Ιαπωνία- κι ένα όνειρο που η ίδια έβλεπε κάποτε, η Κοτζαμάνη εισέρχεται με την αφήγησή της -που συχνά είναι κι εκτός κάδρου- στον κόσμο του φαντασιακού συνυφαίνοντας σε μοντέρνα ποπ εκδοχή τη μικρή γοργόνα του Άντερσεν με τις σειρήνες του Ομήρου. Η φουτουριστική της αισθητική γλυκαίνει και γίνεται ανά στιγμές σχεδόν υπνωτιστική χάρη στην ποιητική/υπαρξιακή διάσταση της πλοκής που βασικά μας μιλά για το εύθραυστο της εφηβείας. Η ευαισθησία της θυμίζει ως αίσθηση πολύ τις Αυτόχειρες Παρθένους της Σοφίας Κόπολα, εδώ, όμως, παρά την εξαίσια μελαγχολία των κοριτσιών οι καρχαρίες είναι αυτοί που κινδυνεύουν περισσότερο και η γυναικεία ενηλικίωση δεν σχετίζεται με τον έρωτα ή την σεξουαλική αφύπνιση, αλλά με την γυναικεία ενδυνάμωση και τη φιλία. 
Το «εξωτικό» στοιχείο των προηγούμενων ταινιών της γίνεται εδώ κυρίαρχο στην οθόνη, έτσι που να μοιάζει όλο και πιο οικείο και γνώριμο όσο η ώρα περνά, μια κι η αναζήτηση αυτή της εσωτερικής φωνής αντιστοιχεί μεταφορικά στην πανανθρώπινη ανάγκη αναζήτησης ταυτότητας πέρα απ’ αυτά που προσμένουν από εμάς οι γύρω – μια προβληματική που δεν αφορά μόνο στην εφηβεία και τη νεότητα, αλλά και στους ίδιους τους καλλιτέχνες/περφόρμερ. 
Το ενυδρείο ως χώρος επαγγελματικής καταξίωσης γίνεται έτσι το περίκλειστο μιας υπακοής σε νόρμες κοινωνικές, ενώ ο φόβος κι η λαχτάρα για τον ωκεανό η ανάγκη να σπάσει κανείς τα καλούπια και ν’ απελευθερωθεί, αλλά κι ο τρόμος για τις πιθανές συνέπειες αν το πράξει. Σ’ ένα άλλο επίπεδο, οι συμβολισμοί της ταινίας κι ο τρόπος που τα κορίτσια-γοργόνες νοιώθουν πιο ασφαλείς κάτω απ’ το νερό και μέσα στους περιορισμούς του ενυδρείου και της σχολής υποδηλώνουν από ψυχαναλυτικής σκοπιάς και τον φόβο αυτής της ηλικίας για το σεξ που σαν κύμα μπορεί να έρθει και να σαρώσει τον ευάλωτο ψυχισμό του/της εφήβου. Εξ ου και το τέλος της ταινίας είναι όπως δηλώνει και το ίδιο η αρχή – μια γοργόνα που πρέπει πια να περπατήσει στην στεριά ως γυναίκα. 
Η ταινία κυλά μ’ εξαιρετικό ρυθμό κι αν υπάρχει κάποια στιγμή που ο θεατής σκέφτεται μήπως λιγάκι η πλοκή πλατιάσει, έρχεται το τραγούδι της γοργόνας -το εξαιρετικό I Follow Rivers της Λίκε Λι – και βάζει τα πράγματα στη θέση τους, δείχνοντάς μας πώς οι δυνατές γυναίκες κάνουν κύματα (απόλυτα ταιριαστή σ’ όλες τις ποιότητες της ταινίας η πρωταγωνίστρια Αρίσα Σασάκι) και αυξάνοντας το σουρεαλισμό, αλλά και το ενδιαφέρον για το παρακάτω.