(Επιλογές από τους φίλους και συνεργάτες του Σινεφίλια)![]()
Αχιλλέας Κυριακίδης
Δυστυχώς, ο φετινός μου απολογισμός θα είναι ελλιπής, δεδομένου ότι ένα περίπλοκο πρόβλημα υγείας με καθήλωσε στο σπίτι για σχεδόν τέσσερις μήνες, πράγμα που σημαίνει ότι δεν είδα καμία από τις ταινίες που προβλήθηκαν στην Ελλάδα μετά τα μέσα Αυγούστου και που, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, πρέπει να είναι αν όχι οι καλύτερες, πάντως ανάμεσα στις καλύτερες της χρονιάς, όπως, π.χ., το Nouvelle Vague του Λινκλέιτερ, το Ένα απλό ατύχημα του Παναχί, η Βουγονία του Λάνθιμου, η Συναισθηματική αξία του Τρίερ, η Σπασμένη φλέβα του Οικονομίδη.
Το πράγμα γίνεται ακόμα πιο οδυνηρό (για μένα) και πιο... ανησυχητικό, ίσως (για όποιον μου κάνει την τιμή να με διαβάζει αυτή τη στιγμή), απ’ το ότι καμία από τις ταινίες που πρόλαβα να δω πριν με προλάβει το κακό, μου άφησε έστω και μια επιεικώς καλή εντύπωση. Δεν πρόκειται ακριβώς για «απογοητεύσεις» όπως τις ορίζει ο φιλόξενος φίλος-διαχειριστής του μπλογκ (δεν απογοητεύεσαι από την ταινία ενός σκηνοθέτη για τον οποίο δε γνωρίζεις απολύτως τίποτα ή τον οποίο έτσι κι αλλιώς δεν εκτιμάς καθόλου ― στην πρώτη περίπτωση θα έβαζα τη μεγαλειώδη πομφόλυγα του Μπρέιντι Κορμπέ (The Brutalist) ή την αφηγηματική ναυτία του Μάικ Φλάναγκαν (Η ζωή του Τσακ), ενώ στη δεύτερη, δύο ταινίες της νέας ιταλικής μάστιγας που λέγεται Λούκα Γκουαντανίνο (Queer, Μετά το κυνήγι). Θα μπορούσα να πω ότι απογοητεύσεις με την καθαρή έννοια ήταν η ταινία του Βάλτερ Σάλες Είμαι ακόμη εδώ (δεν κατάλαβα την αντιστασιακή δράση της ηρωίδας, η οποία δεν έκανε τίποτ’ άλλο απ’ το να περιμένει το πιστοποιητικό θανάτου του ναι, αντιστασιακού συζύγου της), η ανοησία (άλλη μία του καλού σκηνοθέτη Στίβεν Σόντερμπεργκ) Σκιές στο σκοτάδι ή ο εντελώς αδιάφορος, κακόγουστος (δύο Αμερικανάκια κάνουν καραγκιοζιλίκια μπροστά στο Μνημείο των Πεσόντων Πολωνών στον Β΄ Παγκόσμιο) και εντελώς... ανώδυνος Αληθινός πόνος του Τζέσι Άιζενμπεργκ.
Αγάπησα πολύ τις τρεις γυναίκες που απελευθερώνουν στη θάλασσα τις αναστολές και τους καημούς τους στο Όλα όσα φανταζόμαστε ως φως της Παγιάλ Καπάντια, καθώς και τον σκληρό και άκρατο (αλλά όχι άστοργο για τους χαρακτήρες του) ρεαλισμό στις Νεαρές μητέρες των Αδελφών Νταρντέν, κάτι που ισχύει απολύτως και ως προς τις Πικρές αλήθειες του Μάικ Λι, ενώ δεν μπόρεσα ν’ αποφύγω έναν μικρό μορφασμό βλέποντας το «βιαστικό» και επιπόλαιο Φοινικικό σχέδιο του ενός από τους τέσσερις πολυαγαπημένους μου Άντερσον, Ουές.
Οι ελληνικές ταινίες που με συγκίνησαν ήταν η Arcadia του Γιώργου Ζώη (ένα στιβαρό σενάριο γύρω απ’ την απώλεια και τη διαχείρισή της), καθώς και δύο ταινίες μικρομηκάδων που μεταπήδησαν χωρίς... απώλειες στη μεγάλου μήκους: το Κρέας του Δημήτρη Νάκου (ένα θέμα πολλάκις déjà vu σκηνοθετείται με έμπειρη σιγουριά και υπηρετείται έξοχα από τους ηθοποιούς) και το Κυνήγι του Χρήστου Πυθαρά, όπου η αφέλεια του νεαρού δημιουργού χάνεται κάτω από την ειλικρίνεια, και ο ερασιτεχνισμός της εκτέλεσης κάτω από την πραγματική ερασιτεχνία. Πολύ ενδιαφέρον και τρυφερό, το επιφανειακά λαογραφικό Λενάκι, δυο φωτιές και δυο κατάρες του Δημήτρη Ινδαρέ, ενώ λυπάμαι που δεν είδα (ακόμα) τα Τέρματα του Αυγούστου του πάντα... εύστοχου Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου.
Όσο για την τηλεόραση, μία λέξη: Adolescence ― κεραυνός εν τηλεοπτική αιθρία, επίκαιρο καυτό θέμα, υπόδειγμα σεναρίου, απίστευτες ερμηνείες, συναρπαστική αφήγηση (εντυπωσιακής τεχνικής τα μονοπλάνα, αλλά θα μπορούσε να λείπουν, κυρίως επειδή αποσπούν την προσοχή του προϊδεασμένου θεατή).
* Ο Αχιλλέας Κυριακίδης είναι σκηνοθέτης, κριτικός κινηματογράφου, συγγραφέας και μεταφραστής. Μεταξύ άλλων έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για τις "Τεχνητές αναπνοές", με το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης, για τη μετάφραση των πεζογραφικών "Απάντων" του Χόρχε Λουίς Μπόρχες (στην οριστική έκδοση των "Ελληνικών Γραμμάτων"), με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη Μετάφρασης, το Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης Γαλλόφωνης Λογοτεχνίας του ΕΚΕΜΕΛ, για τη μετάφραση του μυθιστορήματος "Στο cafe της χαμένης νιότης" του Πατρίκ Μοντιανό. Σχετικά πρόσφατα έργα του είναι : Το μουσείο των τύψεων και άλλα διηγήματα (Εκδόσεις Πατάκη 2018), Ο Χόρχε Λούις Μπόρχες και η αγωνία της μετάφρασης (Εκδόσεις Πατάκη, 2019), Φωτεινό σκοτάδι: Κείμενα για τον κινηματογράφο (Εκδόσεις Πατάκη, 2020), Έλγκαρ - Είκοσι τέσσερις παραλλαγές (Εκδόσεις Πατάκη, 2021), Το Oulipo και η ευφορία της μετάφρασης (Ύψιλον, 2022), Το κερί του Καρτέσιου και άλλα διηγήματα (Πατάκη, 2024).![]()
Μαρία Γαβαλά
Χωρίς αξιολόγηση. Από τις ταινίες που μπόρεσα να δω σε αίθουσες και πλατφόρμες.
1.«The Mastermind»: Kelly Reichardt
2.«One Battle After Another»: Πολ Τόμας Άντερσον
3.«Harvest»: Αθηνά-Ραχήλ Τσανγκάρη
4.«Grand Tour»: Miguel Gomes
5.«Η ταξιδιώτισσα»: Χονγκ Σανγκ-σου
6.«Άγριες πληγές»: Τζιά Τσανγκέ
7.«Midericorde»: Alain Guiraudie
8.«Το κορίτσι με τη βελόνα»: Magnus von Horn
9.«Ένα απλό ατύχημα»: Τζαφάρ Παναχί
10. «Nouvelle Vague»: Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ
* Η Μαρία Γαβαλά είναι κριτικός κινηματογράφου, συγγραφέας, μεταφράστρια και σκηνοθέτις. Μεταξύ άλλων έχει γράψει και τα "Τα κορίτσια της πλατείας" (2006), "Από γυαλί" (2011) , "Ο λεμονόκηπος" (2012). Το 2018 εκδόθηκε το μυθιστόρημα της Κόκκινος σταυρός (εκδόσεις Πόλις). Το 2022 εκδόθηκε το μυθιστόρημα της Ο μικρός Γκοντάρ
![]()
Alin Taşçıyan
Silent Friend (Ildiko Enyedi)
I Only Rest in the Storm (O Riso e a Faca) (Pedro Pinho)
Khartoum (Anas Saeed, Rawia Alhag, Ibrahim Snoopy, Timeea M Ahmed, Phil Cox)
La Ola (Sebastian Lelio)
Timestamp (Kateryna Gornostai)
From Ground Zero (διάφοροι σκηνοθέτες)
Orwell: 2+2=5 (Raoul Peck)
* Η Alin Taşçıyan γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Εργάστηκε ως κριτικός και αρθρογράφος για εφημερίδες και περιοδικά της Τουρκίας. Έχει διατελέσει σύμβουλος και προγραμματίστρια σε πολλά φεστιβάλ κινηματογράφου, όπως τα διεθνή φεστιβάλ κινηματογράφου της Κωνσταντινούπολης, της Αττάλειας, της Αδάνας και της Μαλάτια, καθώς και τα φεστιβάλ κινηματογράφου για γυναίκες Filmmor και Flying Broom στην Τουρκία. Σήμερα είναι διευθύντρια προγράμματος του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου «Έγκλημα και Τιμωρία» στην Κωνσταντινούπολη. Έχει συμμετάσχει σε πολλές κριτικές επιτροπές εθνικών και διεθνών φεστιβάλ κινηματογράφου. Είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Διετέλεσε αντιπρόεδρος και πρόεδρος της FIPRESCI, της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου, μεταξύ 2009-2018.![]()
Bill Mousoulis
Η ειδικότητά μου είναι ο εναλλακτικός αυστραλιανός κινηματογράφος, οπότε ιδού οι 10 καλύτερες αυστραλιανές ταινίες της χρονιάς -
1. Industrial Side-Walk in the Mid-Afternoon (Adam Lemmey/Ella Burton/Nicole Schoen, 2025, 5 mins)
2. A Grand Mockery (Adam C. Briggs/Sam Dixon, 2024, 105 mins)
3. Tail of Cinema (Gabe Bath, 2025, 11 mins)
4. Clock Watchers (Luke Skineki, 2025, 18 mins)
5. Echoes of Tangled Light (Pierah Summers, 2025, 10 mins)
6. We Are Not Powerless (Jolyon Hoff/Muzafar Ali, 2025, 90 mins)
7. Boogie Bobby (Adam C. Briggs, 2025, 80 mins)
8. Now Look at the Pictures (Emily Pottinger, 2025, 4 mins)
9. Guttercat (Aubrey Winslow, 2025, 12 mins)
10. Young Lady Gets Her Suitcase Stolen in Hong Kong (Gabe Bath, 2025, 5 mins)
Δυστυχώς, δεν είδα πολύ παγκόσμιο κινηματογράφο το 2025, οπότε δεν μπορώ να σας προτείνω μια λίστα για αυτό.
* Ο Bill Mousoulis είναι ένας Ελληνοαυστραλός ανεξάρτητος κινηματογραφιστής, προγραμματιστής αυστραλιανών ταινιών και περιστασιακός κριτικός κινηματογράφου. Ίδρυσε το διαδικτυακό περιοδικό Senses of Cinema το 1999. Πρόσφατα σκηνοθέτησε την ταινία My Darling in Stirling (2023).![]()
Θωμάς Λιναράς
Οι καλύτερες ταινίες του 2025 ( Ι migliori film del 2025 )
Και πάντα στον αστερισμό της ρήσης του Μάνου Χατζιδάκι: αν θες να είσαι αντικειμενικός, να είσαι απολύτως υποκειμενικός.
Και η φετινή χρονιά επιβεβαίωσε περίτρανα την κυριαρχία της κινηματογραφικής εικόνας (με σχεδόν 30 ταινίες υψηλού –λίγο πολύ– επιπέδου) και την αδιαφιλονίκητη μαγεία της μεγάλης οθόνης. Τελεία και κάτω παύλα._ Τη λίστα (αξιολογική και σχολιασμένη) με τις καλύτερες, την οδηγεί μια ταινία γυρισμένη πριν 10 χρόνια, την οποία είδα πρόσφατα και με «έστειλε» κανονικά. Όσες έπονται δεν σημαίνει ουδόλως ότι υπολείπονται σε ποιότητα και καλλιτεχνική αξία. Στηρίξτε τις αίθουσες με κάθε τρόπο, γιατί εκεί είναι ο φυσικός χώρος προβολής των ταινιών!
Καλή Χρονιά (καλύτερη και πιο ειρηνική) με υγεία σε όλες και όλους!
Κaili Blues (Lu bian ye can) / Μπι Γκαν (Bi Gan): Η καλύτερη ταινία που είδα το 2025 (εκτός αιθούσης καθότι δεν προβλήθηκε ποτέ εντός-στο κύκλωμα διανομής τουλάχιστον), είναι μια ταινία του 2015 και να με συγχωρείτε για τη χρονική οπισθοδρόμηση : πρώτη ταινία μεγάλου μήκους του 26χρονου Κινέζου είναι ένα υπνωτιστικό road trip movie, γυρισμένη στο χωριό του, το Καϊλί της επαρχίας Γκουιζού. Πρόκειται για ένα υπαρξιακό ταξίδι όπου τα πάντα μετεωρίζονται ανάμεσα στο όνειρο μιας ζωής που είναι αλλού και στον εφιάλτη της πραγματικότητας. Το εκπληκτικό, εκπληκτικό (δις) 45λεπτο μονοπλάνο σε κίνηση, με την κάμερα στο χέρι, από την μια μεριά του ποταμού στην άλλη, από την μια όχθη του καιρού στην άλλη, που συνδέει και ενοποιεί τους χώρους της ζωής και τους χρόνους του θανάτου είναι μια σεκάνς κινηματογραφικής ανθολογίας. Capolavoro!
1. Συναισθηματική αξία (Sentimental Value) / Γιοακίμ Τρίερ (Joachim Trier): όταν σε ένα έργο υπάρχει μια σκηνή όπου ως θεατής αμφιβάλλεις για το αν ανήκει στην ταινία που γυρίζεται μέσα στην ταινία ή αν αφορά την «πραγματικότητα» της μυθοπλασίας, τότε κινηματογραφείται η ρωγμή μέσα από την οποία περνά το attimo fuggente και το εν λόγω φιλμ πέρα από «συναισθηματική αξία» διαθέτει αισθητική και δραματουργική υπεραξία.
2. Απρίλης (April) / Ντέα Κουλουμπεγκασβίλι (Dea Kulumbegashvili): Θαρρεί κανείς πως όλη η ταινία είναι φτιαγμένη από μαγνητοσκοπημένο οπτικό υλικό μιας κάμερας ασφαλείας σε μια φυλακή υψίστης ασφαλείας της ύπαρξης. Έργο μεγάλης ωμότητας και μηδενικής καλλιέπειας, το βλέπεις μ’ ένα ενοχλητικό σκουπιδάκι να σου γρατζουνίζει το μάτι. Οι επαναλαμβανόμενες εικόνες με τα λουλουδιασμένα λιβάδια δεν είναι παρά μια απαραίτητη ανάσα μπροστά στο ασφυκτικό αδιέξοδο, την απέραντη μοναξιά και την απελπισία της ανθρώπινης κατάστασης. «Αν δεν το κάνω εγώ θα το κάνει κάποιος άλλος» (και ίσως πολύ χειρότερα), επαναλαμβάνει τουλάχιστον τρεις φορές η γυναικολόγος ηρωίδα, μιλώντας για τις εκτρώσεις πάνω στο στρωμένο με πλαστικό μουσαμά τραπέζι μιας άθλιας, φτωχικής κουζίνας, καθώς τα πάντα εδώ είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Οι μοναχικές της νυχτερινές περιπλανήσεις με το αυτοκίνητο (τα πλάνα στο φως της μέρας είναι ελάχιστα), μοιάζουν με απόπειρες αυτοκτονίας, αντανακλώντας έναν βαθύ ψυχικό ζόφο, ενώ τα εσωτερικά παραπέμπουν, ούτε λίγο ούτε πολύ, κατευθείαν στον πρώτο Σοκούροφ. Επώδυνη, ανησυχαστική, ανυποχώρητη, όσο και ανυπεράσπιστη, η δεύτερη ταινία της σκηνοθέτιδας από τη Γεωργία, είναι μια γερή κλωτσιά στο μαλακό υπογάστριο του θεατή. Αν δεν το αντέχετε μην προβείτε.
3.Grand Tour / Μιγκέλ Γκόμεζ (Miguel Gomes): βασισμένη σ’ ένα κείμενο ημερολογίου του Σώμερσετ Μωμ- μεγάλου γνώστη της αποικιοκρατικής Βρετανικής Αυτοκρατορίας των αρχών του 20ου αιώνα-η ταινία είναι μια περιπλάνηση που ισορροπεί με χάρη ανάμεσα στον εξωτισμό και στο όνειρο και μάλιστα τα γεφυρώνει με τρόπο θαυμαστό. Η πρώτη ύλη απ’ την οποία είναι φτιαγμένη αυτή η γέφυρα είναι τα υλικά του σινεμά, σαν ο Μιγκέλ Γκόμεζ να είναι ο Ενρίκο Βίλα Μάτας της κινηματογραφίας• εξάλλου είναι γνωστό πως είναι ένας από τους πιο σινεφίλ σκηνοθέτες. Και πηγαίνοντας στην ιστορία, συνήθως είναι η νύφη που το σκάει λίγο πριν τον γάμο, αλλά εδώ είναι ο γαμπρός. Η νύφη όμως είναι ζόρικη και δεν το βάζει κάτω• τουτέστιν τον παίρνει στο κατόπι, σ’ ένα ερωτικό σαφάρι: Ραγκούν, Σινγκαπούρη, Σαιγκόν, Μανίλα, Σαγγάη… σχεδόν τον προφταίνει αλλά ποτέ δεν τον φτάνει. Οι ήρωες ταξιδεύουν όχι για να φτάσουν κάπου αλλά για να φύγουν από κάπου, σ’ ένα γαϊτανάκι αέναης περιπέτειας. Όλα αυτά τα ντεκόρ της Άπω Ανατολής (πόλεις, σπίτια, λιμάνια…) είναι κατασκευασμένα στο στούντιο, με έμπνευση και πρωτοτυπία (πολύ λιτά, σχεδόν αφαιρετικά), αδιαφορώντας παντελώς για οποιαδήποτε ρεαλιστική ή έστω αληθοφανή αναπαράσταση της εποχής –όπως ακριβώς συμβαίνει με τα όνειρα• πλήθος αναχρονισμών, πολλές διαφορετικές γλώσσες που εναλλάσσονται και σεκάνς με συνεχείς αναφορές στο έργο του Φρήντριχ Μουρνάου, αγαπημένου σκηνοθέτη του Πορτογάλου δημιουργού. Τελικά, η μόνη πατρίδα αυτής της ταινίας, με την ονειρική υφή, είναι το ίδιο το σινεμά.
4. Αν είχα πόδια θα σε κλωτσούσα (If I had Legs I’d Kick you) / Μαίρη Μπρονστάιν (Mary Bronstein) :μια δύσκολη, γυρισμένη στην κόψη του ξυραφιού, αλλά απολύτως πετυχημένη ταινία εσωτερικού τρόμου, το διάνυσμα της οποίας ορίζεται από δύο τρύπες: αυτή στο ταβάνι (μια πύλη προς το ανοίκειο) και αυτή στην κοιλιά του μικρού κοριτσιού, σώμα που αποκτά πρόσωπο μονάχα στο τέλος. Με το κουμπί της γυρισμένο από την αρχή στο κόκκινο, η αφηγηματική της ένταση και η ενοχλητική βοή της παραμένει αμείωτη, ενώ το παράπλευρο δίδαγμα είναι πως αυτοί που χρειάζονται επειγόντως ψυχοθεραπεία είναι πρωτίστως οι ίδιοι οι ψυχοθεραπευτές, ψυχαναλυτές και κάθε είδους ψυχοβγάλτες. Βασισμένη στην καλύτερη παράδοση του Πολάνσκι (“Αποστροφή” και “Ένοικος”) και με μια εσάνς Κρόνεμπεργκ (το ανοιχτό σώμα), συνιστά την ταινία έκπληξη της χρονιάς, με μια ψυχωτική όσο και σαρωτική ερμηνεία για Όσκαρ από την Ρόουζ Μπερν.
5. Misericordia / Αλαίν Γκιροντί (Alain Guiraudie) : όλο το έργο στροβιλίζεται γύρω από το μυστικό -πληγή χαίνουσα- που βρίσκεται στο κέντρο της ταινίας και στην καρδιά του δάσους. Ο παπάς που σαν φαντομάς διακτινίζεται εν ριπή οφθαλμού από το ένα μέρος στο άλλο, είναι αυτός που κρατά στα χέρια του το κλειδί του τίτλου: την ευσπλαχνία. Μπαίνοντας στο εξομολογητήριο της εκκλησίας του από την πλευρά του εξομολογούμενου αμαρτωλού, αναλαμβάνει πλήρως το βάρος της ευθύνης. Σε ότι δε αφορά το τοπίο που «παίζει» έναν από τους βασικούς κινηματογραφικούς ρόλους, σε πολύ λίγες ταινίες τα τελευταία χρόνια έχουμε δει κινηματογραφημένη τη φύση με τέτοιο μαγικό τρόπο και μάλιστα σε κατάσταση κυοφορίας (μανιταριών): να αναπνέει, να ψιθυρίζει, να κρατά την ανάσα της, κρατώντας την ίδια στιγμή φυλαγμένα τα μυστικά και τα ψέματα των ανθρώπων. Ταινία μεγάλου ψυχικού βάθους από το οποίο και αναδύεται η τελική λύτρωση.
6. Ρενουάρ (Renoir) / Τσίε Χαγιαγκάουα : Η ταινία τρυπώνει στο βλέμμα του θεατή σαν μια χλωμή ηλιαχτίδα μέσα από τις γρίλιες σ’ ένα μισοσκότεινο δωμάτιο. Σ’ αυτό ακριβώς το δωμάτιο βρίσκεται κρυμμένο το παιδικό σύμπαν της Φούκι (υπέροχη ερμηνεία της 11χρονης πρωτοεμφανιζόμενης Γιούι Σουτζούκι). Παίζοντας με τα παιχνίδια της και κάνοντας τα μαγικά της κόλπα, κάτω από τη βαριά σκιά του ετοιμοθάνατου πατέρα και της αδύναμης να ανταποκριθεί στις δύσκολες περιστάσεις μητέρας, η Φούκι περνά συνεχώς από τη χαρά της ζωής στον τρόμο του θανάτου, ζώντας στο γεμάτο θαύματα και τέρατα ημίφως της ζωής. Θαρρεί κανείς πως είναι ένα από τα παρατημένα παιδιά του “Nobody Knows” (“Κανείς δεν ξέρει”) της ταινίας του μέντορά της, του μεγάλου Χιροκάζου Κόρε-εντα. Μια υπέροχη όσο και δύσκολη ταινία για το σκοτάδι που κρύβεται μέσα στο φως της παιδικής αθωότητας.
7.Father Mother Sister Brother / Τζιμ Τζάρμους (Jim Jarmusch): μπορεί το δεύτερο επεισόδιο με το εξαίσια δουλεμένο όσο και διαβρωτικό, καταθλιπτικό του χιούμορ, να ανακαλεί στη μνήμη μια θαμπή ανάμνηση από το “Bleak Moments”, μια αρχαία ταινία του Μάικ Λη (οι παλαιοί θα το θυμούνται), ενώ το τρίτο, εύθραυστο με την έννοια του πιο αδύναμου, όπως ακούγεται και από τη δίδυμη «η ζωή είναι τόσο εύθραυστη», σαν να συμπληρώνει, με μια υποψία «ευκολίας», αποθηκεύοντας τα υπάρχοντα αυτού του φασματικού οικογενειακού τριγώνου• όμως, απλά και μόνον για το υπέροχο πρώτο, η ταινία πιάνει στασίδι ανάμεσα στις καλύτερες της χρονιάς. Η μαγική θέα από τη μαγική περιστρεφόμενη καρέκλα του Τομ Γουαίητς (θεούλης ευχαριστημένος που παίζει στην ταινία του κολλητού του) στη παγωμένη λίμνη, είναι θαρρείς μια ζεν απεικόνιση κάποιας αόρατης πηγής, το νερό της οποίας είναι ελιξίριο και αγίασμα μαζί. Ο ασπρομάλλης αγαπημένος μας ξάδερφος από την Αμερική, μάς πάει, ακόμα μια φορά, βόλτα με το αυτοκίνητο σε μέρη που μόνον αυτός γνωρίζει και που πάντα είναι «πιο παράξενα απ’ τον Παράδεισο». Hello Jim και ευχαριστούμε!
8. Αμαρτωλοί (Sinners) / Ράιαν Κούγκλερ (Ryan Coogler) : την περίοδο και στα μέρη του αμερικανικού Νότου όπου διαδραματίζεται αυτή η ταινία, κυκλοφορούσε με την κιθάρα του κι έπαιζε ένας από τους μεγαλύτερους μπλουζίστες όλων των εποχών: ο θρυλικός Ρόμπερτ Τζόνσον (1911-1938), που έζησε μόλις 27 χρόνια, γράφοντας μόλις 29 αρχετυπικά μπλουζ τραγούδια αναφοράς. Ένα από τα πιο διάσημα (εκτός από το Love in Vain) τιτλοφορείται Me and the Devil Blues. Ταινία με εξαιρετική αναπαράσταση της εποχής, μιλά για τη σαγήνη και την ανυπέρβλητη δύναμη της μαύρης μουσικής, που μπορεί κι αρπάζει τον διάβολο (μεταμορφωμένο σε ζόμπι) του ρατσιστικού τρόμου από τα κέρατα. Απολαυστική από το πρώτο ως το τελευταίο της πλάνο.
9. Βερμίλιο: Η νύφη του βουνού (Vermiglio) / Μάουρα Ντελπέρο (Maura Delpero): Ρωτά κάποια στιγμή, ψιθυρίζοντας, λίγο πριν τους πάρει ο ύπνος, ο μικρός αδερφός τον μεγαλύτερο : «και η ψυχή τι είναι;» κι εκείνος απαντά «δεν ξέρω»• και αυτό ακριβώς το «δεν ξέρω», δηλαδή τον χώρο του αοράτου, κινηματογραφεί με εκπληκτική ακρίβεια και διαύγεια (χάρις και στην πολύτιμη συμβολή του πολύ-πολύ σπουδαίου Ρώσσου διευθυντή φωτογραφίας Μιχάλ Κρίτσμαν), σκηνοθέτιδα που γεννήθηκε και μεγάλωσε κοντά στον τόπο των γυρισμάτων. Αν υπάρχει κάποιο είδος στο οποίο να ανήκει αυτή η ταινία δεν μπορεί παρά να είναι εκείνο της αγνότητας, καθώς εξαγνίζει (κυριολεκτικά) τον θεατή με το δροσερό αεράκι που κατεβαίνει από τα βουνά που περικλείουν γύρω τριγύρω την ορεινή κοινότητα. Γυρισμένη στις Δολομιτικές Άλπεις (αναμφισβήτητα η πιο μαγευτική πλευρά αυτού του ορεινού όγκου), ενώ το χωριό Vermiglio βρίσκεται βορειοδυτικά του Trento πρωτεύουσας της επαρχίας (με ειδικό καθεστώς αυτονομίας) του Trentino Alto-Adige, την οποία ο υποφαινόμενος γνωρίζει από πρώτο χέρι, καθώς εκεί διήγε βίον σπουδαστικόν. Είναι εντελώς ακατανόητο που αυτό το οπτικό χαϊκού έφυγε από το περσινό Φεστιβάλ Βενετίας με το Αργυρό και όχι με το Χρυσό Λιοντάρι.
10. Όλα όσα φανταζόμαστε ως φως (All we Imagine as Light) / Παγιάλ Καπάντια : μ’ ένα υπέροχο νυχτερινό πλάνο σεκάνς σε παράλληλη κίνηση που καταγράφει την αστική ζούγκλα της πολύβουης Βομβάης, αρχίζει την ταινία της η Ινδή σκηνοθέτις• κατόπιν ανασύρει από τα 21 εκατομμύρια κατοίκους της πόλης τρία πρόσωπα γένους θηλυκού, διαφορετικών ηλικιών, γενιών και χαρακτήρων, συνθέτοντας ένα συλλογικό γυναικείο πορτραίτο, σε μια κοινωνία όπου η πλειοψηφία των γυναικών παραμένουν στο περιθώριο ή είναι αόρατες. Οι ιστορίες των τριών αρχίζουν να διαπλέκονται αργά, ο ρυθμός είναι ράθυμος, αλλά αυτή η χαμηλόφωνη αφηγηματική φωνή που αναδεικνύει τη γυναικεία υπόσταση, σιγά σιγά δυναμώνει και κερδίζει έδαφος. Η ταινία κλειστή στο μεγαλύτερο μέρος της όπως και οι ζωές των ηρωίδων της, ανοίγει όταν μετακινείται από την αγχωτική και καταπιεστική παρουσία της πόλης στο παραθαλάσσιο επαρχιακό χωριό της μεγαλύτερης από τις τρεις. Εκεί, χάρις στην αλληλεγγύη, την συμπόνια και την ανεκτικότητα (πρωτίστως μεταξύ τους και μετά με το περιβάλλον τους), θα βρουν τον δρόμο για κατακτήσουν και να κατοικήσουν (σ)τον εαυτό τους και να κερδίσουν τις ζωές τους, βγαίνοντας από το ημίφως στο φως. Ταινία που χωρίς να σηκώνει καμιά μπαντιέρα (καταγγελτική ή φεμινιστική), μιλά με ουσία και νόημα για την δύναμη και το ψυχικό σθένος των γυναικών.
11. Ένα απλό ατύχημα (Ι was just an Accident) / Τζαφάρ Παναχί: Σε καμιά περίπτωση δεν είναι η καλύτερη ταινία του σπουδαίου Ιρανού δημιουργού. Όμως, ο τρόπος που ενσταλάζει μέσα σ ένα βαρύ και τραγικό θέμα (εμπνευσμένο από το θεατρικό έργο «Ο θάνατος και η κόρη» του Άριελ Ντόρφμαν) το κωμικό (στα όρια του τραγελαφικού) στοιχείο, χωρίς να χάνει ούτε στιγμή τον σκηνοθετικό έλεγχο του ετερόκλητου υλικού του και τον καταγγελτικό του λόγο απέναντι σε ένα καθεστώς που τον έχει κλείσει και ξανακλείσει φυλακή, της δίνει μια θέση ανάμεσα στις καλύτερες και πιο θαρραλέες ταινίες της χρονιάς.
12. Όλα θα πάνε καλά (All Shall Be Well) / Ρέι Γιενγκ: Μια μικρή γλυκειά, ήσυχη ταινία, κάτι σαν μουσική δωματίου, χωρίς την παραμικρή δραματουργική κορύφωση (ακόμα κι όταν τα πράγματα ζορίζουν με την έλευση ενός απρόσμενου θανάτου) που απαντά χαμηλόφωνα στο κρίσιμο ερώτημα: «όταν μιλάμε για αγάπη, για τι πράγμα ακριβώς μιλάμε;». Η απάντηση εμπεριέχεται στον τίτλο της, καθότι όλα πήγαν πραγματικά καλά. Μια βαθιά ανθρώπινη ταινία από το Χονγκ Κονγκ.
13. Η ταξιδιώτισσα (A Traveler’s Needs) / Χονγκ Σανγκ-σου: Η Ιζαμπέλ Υπέρ κυκλοφορεί σαν ξωτικό, φορώντας το καπελάκι της στην καλοκαιρινή Σεούλ, όπου υποτίθεται πως παραδίδει μαθήματα γαλλικών. Στην πραγματικότητα αυτό που κάνει είναι να ρωτά τους ανθρώπους που συναντά, αυτό που κανείς δε θέλει (και ίσως και να μην μπορεί) να απαντήσει : πως αισθάνεστε μέσα σας; πως νοιώθετε βαθειά, βαθειά μέσα σας; μπορείτε να μου πείτε πιο συγκεκριμένα αυτό που αισθάνεστε; Και αυτό που προσπαθεί να κάνει δεν είναι άλλο παρά ν’ ανοίξει ένα μονοπάτι προς τα κοιτάσματα του ανείπωτου. Ένα ακόμα μίνι-minimal κομψοτέχνημα του σπουδαίου τεχνίτη από την Κορέα που μοιάζει με κάτι ανθάκια που φυτρώνουν στα ριζά του βράχου και πρέπει να σκύψεις για να τα δεις.
Η απογοητευτική και η χειρότερη
Μια μάχη μετά την άλλη (One Battle After Another) / Πωλ Τόμας Άντερσον (Paul Thomas Anderson): τι είδους ακριβώς μετάλλαξη έπαθε ένας από τους πιο στοχαστικούς και οξυδερκείς δημιουργούς του σύγχρονου αμερικανικού σινεμά, κανείς δεν μπορεί να πει ακριβώς• ούτε για ποιον λόγο, αυτή, η πιο αμετροεπής ταινία του βρίσκεται πρώτη σε όλες τις λίστες παγκοσμίως και σχεδόν σίγουρα και στα Όσκαρ. Να την είδε Μαλκολμ Χ, μαύρος πάνθηρας ή μετενσάρκωση, ξέρω γω, της Άντζελα Νταίηβις, σε μια ταινία γυρισμένη, όντως, με ορμή, πάθος και αποφασιστικότητα, αλλά χωρίς κάποια βαθύτερη ιστορική νοηματοδότηση ή έστω κάποια σύνδεση με το χαοτικό αμερικανικό σήμερα• η αφήγηση και ο τρόπος της μοιάζει με τραίνο το οποίο έχοντας βγει από τις ράγες, τρέχει αφηνιασμένο σε κεντρικές λεωφόρους και σε παράδρομους, σαρώνοντας όλα τα θέματα, τα πάντα όλα, στο πέρασμά του: η παράνοια της πολιτικής και η παροξυστική βία της στρατιωτικής εξουσία, το μεταναστευτικό και προσφυγικό πρόβλημα, ο ρατσισμός, το σύστημα που εξοντώνει, τα μυστικά κυκλώματα που σε μυστικές συσκέψεις αποφασίζουν για τις τύχες του κόσμου… μόνον οι εξωγήινοι απουσιάζουν (έχουν παρκάρει το όχημά τους λίγες γραμμές παρακάτω)• σαν η ταινία να θέλει να είναι ένα αντι -Τραμπ μανιφέστο, ένα είδος εισβολής στο Καπιτώλιο απ’ την ανάποδη• και σε ότι αφορά δε τους επαναστάτες ο Ρόμπερτ Κραίημερ του “Πάγου” θα αυτοχειριαζόταν αν τους έβλεπε. Με όλα, μα με όλα, τα κινηματογραφικά είδη και με όλα τους τα συμπαρομαρτούντα ριγμένα στο μίξερ σε λειτουργία high, ακόμα κι αν είσαι ο Π.Τ. Άντερσον, το μόνο που θα προκύψει θα είναι μια μπαλαφάρα που θα έλεγε κι ο Νότης. Αυτή η αλληλουχία των πολλαπλών δρόμων του πουθενά, φοβάμαι πως θα είναι η μόνη σκηνή που θα μείνει. Τόσο ταλέντο (διαπιστωμένο και επιβεβαιωμένο) που πήγε τζάμπα σπαταλημένο, λόγω του κολλήματος του σκηνοθέτη με το αριστουργηματικό «Vineland» του Τόμας Πύντσον που δεν μπορεί καλά-καλά να μεταφερθεί αξιοπρεπώς ούτε καν σε άλλη γλώσσα, λόγω της ιδιορρυθμίας της γραφής του -πόσο μάλλον να γίνει ταινία. Αλλά όπως και νάχει το πράγμα, περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. P.S. Στο σινεμά, αυτό είναι γνωστό και αποδεκτό απ’ όλους, μόνον ο Big Lebowski δικαιούται να κυκλοφορεί με ρόμπα, ενώ τον ανεκδιήγητο (κυριολεκτικά) ρόλο του ταγματάρχη, μπροστά στον οποίο ένας απασφαλισμένος Ρόμποκοπ μοιάζει με επαρχιακό γυμνασιόπαιδο, μόνον ένας σπουδαίος ηθοποιός σαν τον Σων Πεν θα μπορούσε να τον αντέξει και να τον ερμηνεύσει.
Βουγονία (Bugonia) / Γιώργος Λάνθιμος : πως τα καταφέρνει κάποιος να κάνει μια ταινία που από σκηνή σε σκηνή γίνεται όλο και χειρότερη δύσκολο να πει κανείς. Με ψευδεπίγραφη ταυτότητα (για δεύτερη φορά), καθώς είναι βασισμένη σε μια αξιοπρεπή b-movie κορεάτικη ταινία, από την οποία ξεπατικώνει τον βασικό αφηγηματικό σκελετό και περνώντας τα υπόλοιπα ένα χέρι φαντεζί μπογιάς του δημιουργού, η Βουγονία ρίχνει με τη μία όλα τα σημαδεμένα, καθότι κοινότυπα και συνηθισμένα, χαρτιά της στο τραπέζι. Όλα όσα λατρεύουν ν’ακούν οι ταξιτζήδες είναι εδώ: συνωμοσιολογία ως την άκρη του Γαλαξία, τοξικοί ψεκασμοί, ανθρώπινα πειραματόζωα, φαρμακευτικές εταιρείες δολοφόνοι, οι τράπεζες που πίνουν αίμα, μολυσμένο το πόσιμο νερό, δηλητηριασμένοι οι σπόροι καλλιέργειας, πάρτε κόζμε, όλα τα ληγμένα τζάμπα … και βέβαια η αρχιψέκα των εξωγήινων που επιβουλεύονται την ομορφιά μας και θέλουν να μας αφανίσουν, δίνει όχι μόνον τον ρυθμό και τον τόνο, αλλά και τη χαριστική βολή. Την είδαμε ολόκληρη για να μην χάσουμε λίγο πριν την εξάλειψη του ανθρώπινου είδους, μια σκηνή στο «άι σιαπέρα κι ακόμα παραπέρα» Διάστημα, η οποία είναι ένα μεγαλειώδες τερατούργημα επιστημονικής μπουρδολογίας. Η παντού και πάντα έξοχη Έμα Στόουν δεν διασώζει απολύτως τίποτα από το ναυάγιο. Όχι μόνον κακή και ανούσια αλλά και ανυπόφορη.
Και δύο ταινίες που είδαμε στο σιλό (της γνωστής πλατφόρμας) που κάνει ρίμα και με τον χυλό.
Όνειρα τραίνων (Train Dreams) / Κλιντ Μπέντλευ (Clint Bentley): μια ταινία αλά Τέρενς Μάλικ , με την φύση (ουρανός, γη, χώμα, νερό, ξύλα, χείμαρροι, δέντρα, ρυάκια, δάσος, ποτάμια, κοιλάδες, λίμνες, φαράγγια, λιβάδια, νερό) σε πρωταγωνιστικό ρόλο, όπου ο κεντρικός ήρωας, που είναι υλοτόμος, ζει τη ζωή τους σα να την ονειρεύεται• μια ζωή που δεν πρόλαβε να ζήσει, καθώς έχασε ότι περισσότερο αγαπούσε σε μια δασική πυρκαγιά. Ταινία για το άλγος της υπομονής και της προσδοκίας του ανέφικτου και για το πέρασμα του χρόνου που δεν απαλύνει, ούτε παρηγορεί, ούτε λυτρώνει. Με αφήγηση οφ και υπέροχα φωτογραφημένη από τον ανερχόμενο και πολύ ταλαντούχο διευθυντή φωτογραφίας Adolpho Veloso (σημειώστε το όνομα) και προσέξτε, σε έναν μικρό αλλά καίριο ρόλο, τον υπέροχο καρατερίστα Γουίλιαμ Μέησυ (τον πρωταγωνιστή του “Φάργκο” των Κοέν για να συνεννοούμαστε). Η ταινία είναι βασισμένη στην ομότιτλη θαυμάσια νουβέλα του Ντένις Τζόνσον και η θέασή της, κυρίως για την εικαστική δύναμη που διαθέτει, απαιτούσε την μεγάλη και όχι τη μικρή οθόνη. Κρίμα!
Steve / Tim Mielants: ναι, αυτού που έκανε τα υπέροχα “Μικρά πράγματα σαν κι αυτά” μεταφέροντας με επιτυχία την ομότιτλη νουβέλα της Κλαιρ Κήγκαν. Η ταινία είναι βασισμένη στη νουβέλα «Shy» του Max Porter και πρωταγωνιστεί και εδώ ο Κίλιαν Μέρφυ (και σε ρόλο παραγωγού) ως Διευθυντής ενός ειδικού σχολείου για βαριές περιπτώσεις δυσπροσάρμοστων και δυσλειτουργικών εφήβων, με προβληματικές οικογενειακές σχέσεις και παρεκκλίνουσα συμπεριφορά, οι οποίοι ζουν ως οικότροφοι στη συγκεκριμένη σχολική δομή. Στο σχολείο, κάτι ανάμεσα σε θηριοτροφείο και τρελοκομείο δεν υπάρχει καμιά μορφή κανονικότητας• η κατάσταση είναι μονίμως έκρυθμη λόγω των συνεχών αντιπαραθέσεων και των συγκρούσεων των μαθητών-τροφίμων, η συνήθης ομιλία των οποίων προσομοιάζει σε κραυγές και ουρλιαχτά. Τα νεύρα όλων, μαθητών και προσωπικού, είναι τεντωμένα στο κόκκινο και ο δυστυχής Διευθυντής προσπαθεί απεγνωσμένα να κρατήσει τις ισορροπίες και κυρίως να κρατήσει το σχολείο ανοιχτό, καθώς κινδυνεύει να κλείσει λόγω οικονομικών περικοπών. Η κινηματογράφηση νευρική, πυρετώδης, με την κάμερα στο χέρι, διαρκώς σε κίνηση, αποτυπώνει εξαιρετικά το χάος που επικρατεί και ταυτόχρονα την αγωνία και τον αγώνα του προσωπικού να κρατήσει το σχολείο ανοιχτό, γιατί χωρίς αυτό οι συγκεκριμένοι έφηβοι δεν θα έχουν κανένα απολύτως μέλλον και προοπτική ζωής. Ταινία ενταγμένη στην στιβαρή ανθρωπιστική παράδοση του βρετανικού σινεμά, γυρισμένη μ’ έναν τραχύ και πυρακτωμένο ρεαλισμό και σε κλιμακούμενη (εξουθενωτική) ένταση, βάζει σε δοκιμασία τον θεατή. Έξοχος ο Κίλιαν Μέρφυ (και όλοι οι υπόλοιποι) σε μια ερμηνεία που απαιτεί κότσια και μεγάλο ψυχικό σθένος. Κινηματογραφική εμπειρία που αξίζει να μπείτε στον κόπο να «υποστείτε». (Ευχαριστίες στον φίλο Θοδωρή Γιαχουστίδη που την ανέσυρε από τον πολτό και μας τη σύστησε).
Αξίζουν την προσοχή σας επίσης : Άχριες πληγές (Caught by the Tides), Ζία Ζανγκ-κε / Oh, Canada, Πωλ Σραίηντερ / Το Παρίσι του Σουλεϊμάν (L’ Histoire de Souleymane), Μπορίς Λοζκίν / Tatami, Γκάι Νατίβ & Ζάρα Αμίρ Εμπραχίμ / Ο Μεσολαβητής (Relay), Νταίηβιντ Μακένζι / Η φωνή της Χιντ Ρατζάμπ (The Voice of Hind Rajab), Καουτέρ Μπεν Χάνια / Κλέφτης από σπόντα (Caught Stealing), Ντάρεν Αρονόφσκι / The Smashing Machine: η καρδιά ενός μαχητή, Μπένι Σάφντι / Ο Ερασιτέχνης (The Amateur), Τζαίημς Χόουζ / Το 47 (El 47), Μαρσέλ Μπαρένα / Η ορχήστρα του αδερφού μου (En Fanfare), Εμανουέλ Κουρκόλ / Το αγαπημένο μου γλυκό (My Favorite cake), Μαριάμ Μογκαντάμ & Μπεχτάς Σαανέχα.
* Ο Θωμάς Λιναράς είναι κριτικός κινηματογράφου. Μεταξύ άλλων υπήρξε επιμελητής βιβλίων των εκδόσεων του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και ένας εκ των ιδρυτών της Ταινιοθήκης Θεσσαλονίκης. Μια συλλογή κριτικών κειμένων του είναι η έκδοση Κινηματογραφικά δεινά: Από τον Βιμ Βέντερς στον Γιασουχίρο Όζου, εκδόσεις Εντευκτηρίου. Το 2019 εκδόθηκε η μονογραφία Stalker: Το μεγάλο πουθενά, από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν.
![]()
Σωτήρης Ζήκος
Ξένες
Συναισθηματική Αξία του Γιοακίμ Τρίερ
Για να νιώσει ο θεατής τη Συναισθηματική Αξία αυτής της ταινίας, θα πρέπει να “νιώθει” τόσο την Τέχνη του Σινεμά όσο και του Θεάτρου. Όπως και την αγάπη του όποιου δημιουργού καλλιτέχνη... για την κάθε (του) κόρη! Και αυτήν και την άλλη!
A Complete Unknown του Τζέιμς Μανγκολντ
Δεν πρόκειται για μια ακόμη βιογραφία διάσημου καλλιτέχνη, στην προκειμένη του Μπομπ Ντίλαν στα πρώτα χρόνια της καριέρας του, αλλά για μια κινηματογραφική μπαλάντα που σε παρασύρει στη ροή της με τα τραγούδια της... κυρίως εκείνα τα τραγούδια που οι στίχοι τους “σχολιάζουν” υπαινικτικά / ποητικά κάποια δραματοποιημένα συμβάντα του ιδιωτικού και δημόσιου βίου μιας μυθικής περσόνας με το όνομα Μπομπ Ντίλαν!
Πριν το Τέλος / Sterben (Dying) του Ματίας Γκλάσνερ
Το λάιτ μοτίφ της ταινίας, τόσο δραματουργικά όσο και μουσικά, είναι ο ερχομός μιας νέας ζωής, είτε με μια εγκυμοσύνη είτε με μια ακόμη πρόβα (ορχήστρας) προσέγγισης ενός “δύσκολου” μουσικού έργου που προσπαθεί ν' αφουγκραστεί αυτό που εγκυμονεί στη σιωπή του ως το νόημα της ζωής “πεθαίνοντας” κάθε στιγμή.
Νυχτερινή Εφημερία της Πέτρα Μπιόντινα Βόλπε
Με πρωταγωνίστρια την ηθοποιό Λεόνι Μπένες (γνωστή ήδη από την ταινία «Στο Γραφείο των Καθηγητών / The Teachers' Lounge») που ενσαρκώνει την Φλόρια, καθώς επωμίζεται δυναμικά, όλη την ευθύνη, “ρολάροντας” το ρόλο και γίνεται, τόσο υπέροχα, αυθεντικά πειστική.
Το Φοινικικό Σχέδιο / The Phoenician Scheme (2025) του Γουές Αντερσον
Είναι απλώς μια προβοκατόρικη σύνθεση (με τη μουσική έννοια του όρου σύνθεση) που επιτελεί, με εξαιρετική αισθητική σε επίπεδο όψης, συντονισμού και ρυθμού, διαφόρων γνωστών μυθοπλασιικών μοτίβων, μια -επί τούτου- άκρως καλαίσθητη και ως εκ τούτου περίκλειστη, δηλαδή ελιτίστικη και ουχί λαϊκίστικη, ας πούμε: σάτιρα ή / και παρωδία της κρατούσας πλουτοκρατικής διαφθοράς και του “συνοδού” αυτής οργανωμένου εγκλήματος, όπως και της πολιτικής ίντριγκας, και της απανταχού της γης μυστικής διπλωματίας και της δρώσας κατασκοπείας...
Φερ' την Πίσω / Bring Her Back (2025) των Ντάνι Φιλίππου και Μάικλ Φιλίππου
Πρόκειται για την πιο “επιδραστική” ταινία τρόμου της δεκαετίας (που έχω δει) κι αυτό νομίζω ότι εν πολλοίς οφείλεται στο ότι πρωταγωνιστεί η Sally Hawkins, μία από τις καλύτερες αγγλίδες ηθοποιούς (μεταξύ άλλων και του Μάικ Λι). Ενσαρκώνοντας τον χαρακτήρα της Laura, έναν εξαιρετικό πολυδυναμικό χαρακτήρα: θύμα και θύτη
Η Σπουδαία Κυρία Χολ / The Great Lillian Hall (2024) του Μάικλ Κρίστοφερ
Μια σύνθεση δραματουργικών αλληλο-επικαλύψεων και αλληλο-αποκαλύψεων μιας πρωταγωνιστικής περσόνας μέσα από τον κινηματογράφο μυθοπλασίας, τη θεατρική πράξη δοκιμασίας και την ενδιάμεση “αλήθεια” ενός ντοκιμαντέρ. Στις σωστές δόσεις του κάθε είδους ωστόσο, με τρόπο απλό και με το σωστό ρυθμό. Χωρίς τίποτα, ακόμη και στις πιο έντονες στιγμές δραματικής έξαρσης, να μην είναι φλύαρο, περιττό, υπερβολικό, επί τούτου μελοδραματικό.
Το 47 / El 47» του Μαρσέλ Μπαρένα
Στην ισπανική ταινία δραματοποιεί μια πραγματική ιστορία στα τέλη της δεκαετίας του 1970 στη Βαρκελώνη με ήρωα τον οδηγό λεωφορείου Μανόλο Βιτάλ, όπου και ακούγεται στο τέλος ακαπέλα ένα τραγούδι από τη νεαρή κόρη του Βιντάλ... που η μελωδία του κάτι “ελληνικό” θυμίζει.
Father Mother Sister Brother του Τζιμ Τζάρμους
Μια αριστοτεχνική σύνθεση τριών ιστοριών, σαν (συμπληρωματικές) παραλλαγές στο ίδιο θέμα. Με κάποια κοινά στοιχεία λάιτ μοτίφ (leitmotif) όπως οι skaters που τρέχουνε στους δρόμους.
Ρίφενσταλ, Στην καρδιά του Τρίτου Ράιχ του Αντρες Φάιελ
Ελληνικές (μόνο ντοκιμαντέρ)
Τα Τέρματα του Αυγούστου του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου
Πρόκειται για μια ταινία ολοκληρωμένη και όχι απλώς για ένα (ψυχρά ερευνητικό) ντοκιμαντέρ καθώς υπερτερεί σε αυθόρμητο και γνήσιο “δικό μας” χιούμορ και αποστάγματα σοφίας διαδοχικών γενεών, πέρα από κάθε επινόηση μυθοπλασίας...
Super Paradise: The Story of Mykonos του Στηβ Κρικρή
Λο του Θανάση Βασιλείου
* Ο Σωτήρης Ζήκος είναι κριτικός κινηματογράφου. Διετέλεσε διευθυντής και αρχισυντάκτης σε κινηματογραφικά (και όχι μόνο) περιοδικά. Έχει γράψει σενάρια για ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους. Η έκδοση Κορνήλιος Καστοριάδης, Κώστας Αξελός, Γιώργος Χειμωνάς , Επίκεντρο (2020) που περιλαμβάνει συνεντεύξεις που έκανε με τους Καστοριάδη, Αξελό και Χειμωνά.
![]()
Θόδωρος Σούμας
Ξένα φιλμ (χωρίς αξιολογική σειρά)
Ένα απλό ατύχημα, του Τζαφάρ Παναχί
Μια μάχη μετά την άλλη, του Πολ Τόμας Άντερσον
Τhe Brutalist, του Μπρέιντι Κόρμπετ
Νεαρές μητέρες, των αδελφών Νταρντέν
Oh, Canada, του Πολ Σρέιντερ
Πικρές αλήθειες, του Μάικ Λι
Nouvelle Vague, του Λινκλέιτερ
Queer, του Λ.Γκουαντνίνο
Τελευταία πνοή, του Κ.Γαβρά
Βουγονία, του Γ.Λάνθιμου
Όνειρα, του Χάουγκερουντ
Οικουμενική γλώσσα, του Μάθιου Ράνκιν
Όταν έρθει το φθινόπωρο, του Φρανσουά Οζόν
Sorry, babe, της Εύα Βίκτορ
Δευτερευόντως
Το κορίτσι με τη βελόνα, του Μάγκους φον Χορν
Άγριες πληγές, του Ζία Ζαγκέ
Το παγώνι, του Μπέρνχαρντ Βένγκερ
Τρεις φίλες, του Εμανουέλ Μουρέ
Father Mother Sister Brother, του Τζιμ Τζάρμους
Ελληνικά φιλμ
Σπασμένη φλέβα, του Γ.Οικονομίδη
(Αρκετά ελληνικά φιλμ δεν τα είδα).
Streaming
Τρία χιλιόμετρα ως το τέλος του κόσμου, του Εμανουέλ Πάρβου (Cinobo)
Jay Kelly, του Noah Baumbach (Netflix)
Καλά ινδικά αστυνομικά φιλμ (Bollywood).
Κυνηγώντας το πεπρωμένο.
Khufiya, η κατάσκοπος
Ελιγμοί στον αέρα
Μια μοναχική νύχτα.
Τομέας 36
Αδαής
Ο Θόδωρος Σούμας είναι κριτικός κινηματογράφου και αρθρογράφος. Είναι συγγραφέας των βιβλίων Εθνικές κινηματογραφίες, στιλ και σκηνοθέτες (2009), Κινηματογράφος και έρωτας (2005), 12 Ευρωπαίοι σκηνοθέτες (1999), Κινηματογραφικοί Δημιουργοί (2021). Το τελευταίο κινηματογραφικό βιβλίο του είναι το Ο έρωτας στο σινεμά (2025). Όλα εκδόθηκαν στον Αιγόκερω. Έχει γράψει δύο συλλογές διηγημάτων (Παράλογοι συνήθεις πόθοι και Η Κλαίρη και η θάλασσα) και δύο μυθιστορήματα, Το ημερολόγιο ενός αδέξιου εραστή (εκδόσεις Βακχικόν, 2019).και Ο Βασίλης –ψευδώνυμο Γιάννης- στην αριστερά (1971-2008), εκδόσεις Βακχικόν, 2023. Δημοσιεύει κείμενα για το σινεμά στο Bookpress, στο cinephilia, στην Athens Voice, στο The books’ Journal , κ.α. Έχει γράψει πολλές κριτικές σε έντυπα, στον Σύγχρονο Κινηματογράφο, στην Οθόνη, στο Τέταρτο, στον Καθρέπτη, στην Αυγή, κ.α. και σε πολλά sites, Fractal, Vakhikon, Kemes.wordpress, Filmandtheater, κ.α.![]()
Δημήτρης Κερκινός
Ξένες
Μια Μάχη Μετά την Αλλη του Πολ Τόμας Αντερσον
Γκραν Τουρ του Μιγκέλ Γκόμες
Βουγονία του Γιώργου Λάνθιμου
Άγριες Πληγές του Ζία Ζάνγκε
Τhe Brutalist του Μπρέιντι Κορμπέ
Ένα Απλό Ατύχημα του Τζαφάρ Παναχί
Ευχαριστούμε για τη Συναλλαγή σας της Λάιλα Αμπας
Ο Μοϊκανός του Φρεντερίκ Φαρούτσι
Το Παρίσι του Σουλεϋμάν του Μπορίς Λοζκίν
A Complete Unknown του Τζέιμς Μανγκολντ
Ελληνικές ταινίες και ντοκιμαντέρ
Σπασμένη Φλέβα του Γιάννη Οικονομίδη
Αγαπούσε τα Λουλούδια Περισσότερο του Γιάννη Βεσλεμέ
Arcadia του Γιώργου Ζώη
Super Paradise: The Story of Mykonos του Στηβ Κρικρή
Πανελλήνιον των Σπύρου Μαντζαβίνου και Κώστα Αντάραχα
Λο του Θανάση Βασιλείου
Παράλληλο κύκλωμα
Sirāt (Oliver Laxe)
Two Prosecutors (Sergei Loznitsa)
The Secret Agent (Kleber Mendonça Filho)
Misericordia (Alain Guiraudie)
Σε Μία Άγνωστη Χώρα (Mahdi Fleifel)
*Ο Δημήτρης Κερκινός είναι υπεύθυνος Αφιερωμάτων και του Survey Expanded στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.![]()
Αχιλλέας Ντελλής
Χωρίς αξιολογική σειρά
Ταινίες 2025
One Battle After Another, Paul Thomas Anderson
Sinners, Ryan Coogler
F1 the Movie, Joseph Kosinski
Frankenstein – Guillermo Del Toro
Νυχτερινός Εκφωνητής, Ρένος Χαραλαμπίδης
Αρχαιολογία του βλέμματος
Μεγάλου μήκους
Drifting Clouds, Kauas pilvet karkaavat, 1996, Aki Kaurismäki
I Confess, 1953, Alfred Hitchcock
Non coupable, 1947, Henri Decoin
Kiss Tomorrow Goodbye,1950,Gordon Douglas,
Middle of the Night, 1959, Delbert Mann
La maschera del demonio, 1960, Mario Bava
Celui qui doit mourir, 1957, Jules Dassin
Ντοκιμαντέρ
Into the Great Silence (Die große Stille), 2005, Philip Gröning
Adolf Hitler: Decoding a Dictator,
* Ο Αχιλλέας Ντελλής είναι κριτικός κινηματογράφου, συνεργάτης του Σινεφίλια [Cinephilia.Gr]. Αρθογραφεί τακτικά στην έντυπη και διαδικτυακή έκδοση του περιοδικού Φρέαρ [http:/ / frear.gr/ ]
![]()
Δώρος Δημητρίου
Μερικές ταινίες που ξεχώρισα το 2025
Παρακάτω συγκεντρώνω τις ταινίες που με άγγιξαν περισσότερο το 2025 — όχι τόσο ως λίστα «καλύτερων», αλλά περισσότερο ως ένα προσωπικό ημερολόγιο θέασης.
Ξένες Ταινίες
Συναισθηματική Αξία (Sentimental Value) – Γιοακίμ Τρίερ
One Battle After Another – Paul Thomas Anderson
Bugonia – Γιώργος Λάνθιμος
After the Hunt - Luca Guadagnino
Un Simple Accident (It Was Just an Accident) – Τζαφάρ Παναχί
Toxic (Akiplėša) – Saulė Bliuvaitė
All We Imagine as Light (Ό,τι Φανταζόμαστε ως Φως) – Payal Kapadia
The Seed of the Sacred Fig (Ο Σπόρος της Ιερής Συκής) – Mohammad Rasoulof
Nosferatu – Robert Eggers
Silent Night, Deadly Night – Mike P. Nelson
Ελληνική Ταινία: Σπασμένη Φλέβα – Γιάννης Οικονομίδης
Ελληνικό ντοκιμαντέρ: Εμείς: Μια Ταινία για τον Bloody Hawk - Στέλιος Κοτιώνης και Ορέστης Πλακιάς
Ελληνική Μικρού Μήκους: 400 κασέτες (400 Cassettes) – Θέλγια Πετράκη
Ελληνικό μικρού μήκους ντοκιμαντέρ: “Σμύριδα, μάρμαρο και αμπέλι” του Ορέστη Ρούσκα
Κυπριακή Ταινία: Σμαράγδα/ Smaragda, I Got Thick Skin and I Can’t Jump – Αιμίλιος Αβραάμ
Κυπριακό ντοκιμαντέρ: Μνήμη Γλυκείας Πατρίδας – Σταύρος Παπαγεωργίου
Κυπριακή μικρού μήκους: Το Αρχείο του Γρηγόρη Αντωνίου (The Archive of Grigoris Antoniou) - Θεοπίστη Στυλιανού-Lambert, Αλεξία Αχιλλέως
Ντοκιμαντέρ
Riefenstahl – Andres Veiel
Μικρού μήκους : The Leap Beneath – Roman Willi
Σειρά ντοκιμαντέρ: Mr. Scorsese - Rebecca Miller
Παιδικές ταινίες μεγάλου μήκους:
Flow - Gints Zilbalodis
Hola Frida – André Kadi & Karine Vézina
I Accidentally Wrote a Book - Nóra Lakos
Παιδική ταινία μικρού μήκους:
A Small Garden by the Window - Jonghoon Lee
Classics revisited:
Re-watch: The Third Man (Ο Τρίτος Άνθρωπος) – Carol Reed, 1949
Θέαση για πρώτη φορά: Lancelot du Lac (Λανσελότ της Λίμνης) – Robert Bresson, 1974
*Ο Δώρος Δημητρίου είναι ένας από τους καλλιτεχνικούς διευθυντές του φεστιβάλ "Εικόνες και Όψεις του Εναλλακτικού Κινηματογράφου" (Λευκωσία), μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της CIFEJ και μέλος της ECFA. Είναι αντιπρόεδρος και επιμελητής εκδηλώσεων του Φωτογραφικού Σωματείου «Φωτοδός» και υπεύθυνος κινηματογραφικών δράσεων στο Πολιτιστικό Εργαστήρι Αγίων Ομολογητών. Είναι, επίσης Υπεύθυνος Ανάπτυξης του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογραφικές Μέρες Κύπρος 2025.![]()
Γιάννης Μουγγολιάς
Μια ακόμη χρονιά που προστίθεται στο κινηματογραφικό παρελθόν το 2025, μας έδωσε μια πλήρη εικόνα από τις καλλιτεχνικές ανησυχίες σκηνοθετών που προέρχονται από πολλές και διαφορετικές ενεργές περιοχές του πλανήτη. Αυτό που προκύπτει ως συμπέρασμα από τα διάφορα κινηματογραφικά φεστιβάλ ανά τον κόσμο είναι αυτό που χαρακτηρίζει και όλη αυτή τη χρονιά που πέρασε στο κύκλωμα διανομής, δηλαδή τις ταινίες που βρήκαν τον δρόμο για τις αίθουσες, τον φυσικό χώρο που τις συναντήσαμε και εκεί που πρέπει να τις βλέπουμε. Ένα συμπέρασμα που δεν δίνει την πολύ μεγάλη ή τις πολύ μεγάλες ταινίες που ξεχώρισαν και ακολουθούν οι υπόλοιπες. Όλες σχεδόν οι παρακάτω ταινίες του 2025, με ελάχιστες εξαιρέσεις, θα μπορούσαν να έχουν διαφορετικό αύξοντα αριθμό προτίμησης αφού πάνω-κάτω η λίστα αυτή για τον γράφοντα χαρακτηρίζεται από μια ισορροπία πολύ καλών ταινιών όπου για παράδειγμα η τέταρτη ταινία θα μπορούσε να βρίσκεται στην έβδομη θέση και το αντίστροφο. Σημασία ωστόσο έχει η απόλαυση στη σκοτεινή αίθουσα ανεξαρτήτου σειράς και η όποια αξιολογική σειρά εδώ βασίζεται σε επιμέρους σημεία και πλεονεκτήματα αρκετά υποκειμενικού χαρακτήρα.
Εκτός από τις καλύτερες ξένες και ελληνικές ταινίες καθώς και τα καλύτερα ντοκιμαντέρ θα ξεχώριζα ως ταινία αποκάλυψη τον «Απρίλη» της Ντέα Κουλουμπεγκασβίλι, μια ταινία ιδιαίτερα απαιτητική, επώδυνη και διαφορετική που ωστόσο η θέασή της μπορεί να ενοχλήσει και να σοκάρει. Ως ταινία απογοήτευση θα σημείωνα «Το φοινικικό σχέδιο» του Γουές Άντερσον, μια ταινία ενός αγαπημένου σκηνοθέτη που βυθίζεται τελευταία συνεχώς στη μανιέρα του ίδιου του τού εαυτού και φτιάχνοντας μια ακόμα ρηχή δημιουργία παρά την παρουσία πλήθους πρωτοκλασάτων σταρ που για μια ακόμη φορά αποδεικνύουν πως δεν μπορούν να φτιάξουν μια αξιόλογη ταινία. Τέλος θα εγκαινίαζα μια νέα κατηγορία για μια ταινία χωρίς διανομή, στην οποία θα έβαζα το θαυμάσιο ντοκιμαντέρ «Επιστροφή στην Πατρίδα» των Χρύσας Τζελέπη και Άκη Κερσανίδη, μια πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά που δυστυχώς δεν προκάλεσε το ενδιαφέρον κάποιου διανομέα και κατ΄ επέκταση δυστυχώς δεν βρήκε το κοινό που της άξιζε. Επίσης το αριστουργηματικό μινιμαλιστικό ντοκιμαντέρ «Απομεσήμερα της μοναξιάς» του Άλμπερτ Σέρα που εστιάζει στην εσωτερική εμπειρία ενός ενεργεία ταυρομάχου και που προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, μάλλον θα μείνει ως η ταινία του παράλληλου κυκλώματος, αφού πολύ δύσκολα θα βρει διανομή.
Οι καλύτερες ξένες ταινίες
1. «Βερμίλιο: Η νύφη του βουνού» της Μάουρα Ντελπέρο
2. «Συναισθηματική αξία» του Γιοακίμ Τρίερ
3. «Πριν το τέλος» του Ματίας Γκλάσνερ
4. «Η ορχήστρα του αδερφού μου» του Εμμανουέλ Κουρκόλ
5. «Όλα όσα φανταζόμαστε ως φως» της Παγιάλ Καπάντια
6. «Η Ταξιδιώτισσα» του Χονγκ Σανγκ-σου
7. «Το Παρίσι του Σουλεϊμάν» του Μπορίς Λοζκίν
8. «Sorry, Baby» της Εβα Βίκτορ
9. «Είμαι ακόμη εδώ» του Βάλτερ Σάλες
10. «Όταν έρθει το φθινόπωρο του Φρανσουά Οζόν
και επειδή οι ταινίες είναι αυτό που πρέπει να μείνει για να τις δει ο κόσμος αξίζει να αναφερθούν οπωσδήποτε και οι ακόλουθες: «Ένα απλό ατύχημα» του Τζαφάρ Παναχί, «Όλα θα πάνε καλά» του Ρέι Γιενγκ, «Νεαρές μητέρες» των Λικ Νταρντέν και Ζαν-Πιερ Νταρντέν, «Καλές γιορτές» του Σκάνταρ Κόπτι, «Αγριες πληγές» του Ζία Ζάνγκε, «Ρενουάρ» της Τσίε Χαγιακάουα, «H Τζούλι μένει σιωπηλή» του Λεονάρντο βαν Ντάιλ και «Misericorde» του Αλέν Γκιροντί.
Οι καλύτερες ελληνικές ταινίες
1.«Arcadia» του Γιώργου Ζώη
2.«Κιούκα - Πριν το τέλος του καλοκαιριού» του Κωστή Χαραμουντάνη
3.«Σπασμένη φλέβα» του Γιάννη Οικονομίδη
Τα καλύτερα ντοκιμαντέρ
1 «Σάουντρακ για ένα πραξικόπημα» του Γιόχαν Γκριμονπρές
2. «Κράτα την ψυχή σου στο χέρι και περπάτα» της Σεπιντέ Φαρσί
3. «Ρίφενσταλ, Στην καρδιά του Τρίτου Ράιχ» του Αντρες Φάιελ
4. «Τραγούδια της γης» της Μαργκρέτ Ολίν
5. «Τα τέρματα του Αυγούστου» του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου
* Ο Γιάννης Μουγγολιάς είναι δημοσιογράφος με έμφαση σε θέματα μουσικής, κινηματογράφου και λογοτεχνίας. Ήταν εμπνευστής και επί πολλά χρόνια καλλιτεχνικός υπεύθυνος του διεθνούς φεστιβάλ "Jazz+Πράξεις" της Πάτρας.![]()
Σπύρος Γάγγας
ΟΙ ΔΕΚΑ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΟΥ 2025* (ΜΕ ΑΞΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΕΙΡΑ):
(*Φυσικά δεν κατέστη εφικτό να δω όσες ήθελα μέχρι το τέλος της χρονιάς. Κάποιες, όπως αυτή του Τζάρμους, μάλλον θα είχαν θέση κάπου στη λίστα.)
1) «Συναισθηματική αξία» του Γιοακίμ Τρίερ (Νορβηγία/Γαλλία/Γερμανία/Δανία)
[Δουλεύοντας πάνω στις προκλήσεις της σύγχρονης αστικής οικογένειας και το άχθος της κληρονομιάς, ο Τρίερ δεν απεμπολεί τη συναισθηματική δεξαμενή της. Μάλιστα τα ψυχικά τραύματα των μελών της σμιλεύονται σε συνάρτηση με την καλλιτεχνική έμπνευση και την αλαζονεία του πατέρα-δημιουργού, την απόστασή του από την οικογένεια και την παραμέληση των οικείων, την απόδραση στο κύρος αλλά και την αυταπάρνηση της υποκριτικής όσο και τη λυτρωτική της επίδραση στην πραγματικότητα. Με λεπτές κινήσεις, χαρακτήρες και καταστάσεις ο Τρίερ παράγει εδώ ένα σινεμά μακριά από σεναριακές ευκολίες, στερεοτυπικές σκιαγραφήσεις (π.χ. ο πατέρας ελέγχεται και διασώζεται -γίνεται αλλιώς άραγε;) και προσδοκίες του κοινού (π.χ. ο χαρακτήρας της Ρέιτσελ), επαναπροσδιορίζοντας την ηθική της συγχώρεσης και της αμοιβαίας αναγνώρισης. Δεν έχει μόνο συναισθηματική αξία.]
2) «Μετά το κυνήγι» του Λούκα Γκουαντανίνο (Ιταλία/Η.Π.Α.)
[Δεν εκπλήσσει το πλήθος αρνητικών κριτικών, κυρίως όσων έχουν ταυτίσει την ηθική σκοπιά με την καλλιτεχνική. Με περισσή γενναιότητα, ο Γκουαντανίνο (του οποίου παρεμπιπτόντως το σινεμά του δεν με έλκει καθόλου) αποτυπώνει την μετατροπή της ακαδημίας σε εργαστήρι της πολιτικής της ταυτότητας και της θέσης ‘είμαι θύμα άρα υπάρχω’, και απεικονίζει αφοπλιστικά (όπως με ένα πλάνο υψηλής γωνίας του πανεπιστημιακού campus) τη ‘νηπιοποίηση’ φοιτητών και των ευνουχισμένων καθηγητών τους επίσης στον κρυστάλλινο και αυτάρεσκο πύργο των κορυφαίων αμερικανικών πανεπιστημίων. Το νεύμα αλληλεγγύης στον σκυλευμένο Γούντι Άλεν και στο ‘ανδροκυνηγητό’ που εξαπολύεται είναι θαρραλέο και σύνθετο ως προς ποιος ακριβώς είναι ο «εσφαλμένος κόσμος» στην επίκληση του Αντόρνο σε μια ταινία με κοφτερή ματιά κάτω από την λεία επιφάνειά της όπως συμβαίνει και στην προτροπή για επαναφορά στην αιχμηρή πραγματικότητα όταν απευθύνεται η (εξαιρετική) Τζούλια Ρόμπερτς στους woke φοιτητές της.]
3) «Ένα απλό ατύχημα» του Τζαφάρ Παναχί (Ιράν/Γαλλία/Λουξεμβούργο)
[Στο κινηματογραφικό πρόγραμμα του ύστερου Κιαροστάμι αλλά και σε δικά του κλειστοφοβικά λημέρια επιστρέφει ο Παναχί, στήνοντας επιδέξια και με αφηγηματική οικονομία ένα πολιτικό δράμα γύρω από ένα βαν με απαχθέντα έναν πρώην βασανιστή του καθεστώτος. Ενορχηστρώνεται έτσι μαζί με στοιχεία ανέκφραστου χιούμορ (π.χ. το μπακσίς) αλλά και ψυχολογικού θρίλερ μια ηθικοπολιτική μίνι πραγματεία για το τραύμα (συλλογικό και ατομικό), την εκδίκηση, τη συγχώρεση αλλά και την ουσία του Κακού, γειτνιάζοντας με θέσεις της Αρέντ τόσο για την κοινοτοπία του Κακού όσο και για το ριζοσπαστικό Κακό. Μετα-κινηματογραφικές αναφορές απουσιάζουν σε αντίθεση με έναν Κιαροστάμι ή Μακχμαλμπάφ, ωστόσο υποβόσκει μια Μπεκετιανή καρτερικότητα αφοπλιστική στη μη επιδεικτικότητά της και καταδιωκτική στην πολιτική της αντήχηση.]
4) «A House of Dynamite» της Κάθριν Μπίγκελοου (Η.Π.Α.)
[Στην μετά την 11η Σεπτεμβρίου εποχή το είδος της ταινίας καταστροφής που άνθιζε μέχρι τότε το κατάπιε η ζοφερή πραγματικότητα η οποία, ωστόσο, ως υπέρτατη ειρωνεία, μιμήθηκε τους σεναριογράφους του Χόλυγουντ. Η Μπίγκελοου επιστρέφει στο είδος και με αφηγηματική αλλά και δραματουργική δεξιοτεχνία σκιαγραφεί (γειτνιάζοντας με ύποπτη πολιτική θέση όμως) τη βραδυπορία του συστήματος των ‘checks and balances’ που αδυνατεί να εντοπίσει τον εχθρό, καθιστώντας τις Η.Π.Α ευάλωτες στο «πρώτο» υπέρτατο χτύπημα. Με ιδιαίτερο σεβασμό στα πραγματικά διλήμματα αλλά και τις ολιγωρίες των χαρακτήρων της κατά την άλλη «σύγκρουση», αυτή μεταξύ προσωπικού διαφέροντος και καθήκοντος, η Μπίγκελοου συνυφαίνει, επιτακτικά καθ’ εκείνη, την ατομική ύπαρξη με αυτή ενός σύγχρονου δημοκρατικού Λεβιάθαν. Ο Καρλ Σμιτ θα ήταν υπερήφανος.]
5) «Σπασμένη Φλέβα» του Γιάννη Οικονομίδη (Ελλάδα/Κύπρος)
[Με μετριασμένο το καθρέφτισμα στη χυδαιολογική έξαρση αλλά και αυτο-αποδόμηση του θυμού που χαρακτηρίζει το κινηματογραφικό του πρόγραμμα, ο Οικονομίδης χαρτογραφεί και πάλι την μικροαστική Ελλάδα, εκεί όπου όσα «εκσυγχρονιστικά» μπότοξ αυτή να κάνει παραμένει (αρχιτεκτονικά) αφτιασίδωτη και ηθικά χρεωκοπημένη. Συμπυκνώνοντας έναν συλλογικό χαρακτήρα στον Αλεξόπουλο (επαρκέστατος ο Μπισμπίκης), η ταινία δικαίως ανορθώνεται σε αρχαιοελληνική τραγωδία, εξελίσσοντας τις κλασικές πηγές από τις οποίες αντλεί όχι μόνο από τον Ηράκλειτο αλλά ίσως έμμεσα και από τον Πλάτωνα. Θα έλεγε κανείς ότι σπάνια στη χώρα μας αποδίδεται καλύτερα το φαινόμενο του ουροβόρου όφι ως αυτοκανιβαλισμού, συμπυκνωμένο σε έναν εγκλωβισμένο στη μάντρα του εύκολου πλουτισμού αυτόχειρα χαρακτήρα.]
6) «Harvest» της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη (Ηνωμένο Βασίλειο)
[Σε αντίθεση με τον Λάνθιμο της μαραμένης (pun intended) «Βουγονίας», η Τσαγγάρη στρέφει με γονιμότητα την αλλόκοτη ματιά του κινηματογραφικού προγράμματος που υπηρετεί προς την μεσαιωνική κοινότητα την εποχή των περιφράξεων. Δίχως να μεροληπτεί υπέρ της τέχνης, καθώς και η τελευταία αποδεικνύεται σε Δούρειο Ίππο για την άλωση της δωρικής και σκληρής κοινότητας, σκιαγραφεί το «απείθαρχο» χωριό ως φορέα προκαταλήψεων και κάποιου πρωτογονισμού στις τελετουργίες μύησης των νέων μελών της, της ζωώδους ακολασίας, της βαναυσότητας των ποινών και κυνηγιού μαγισσών πριν το παραδώσει στην Αγγλική αριστοκρατία ή το δικό του μεγαλοιδεατισμό. Πρόκειται για σινεμά πλανοθεσίας το οποίο παρόλο που αρνείται το στυλ κατά τα λεγόμενα της ίδιας καδράρει με τη ζωγραφική ματιά ακόμα κι ενός Μπρύγκελ και ελίσσεται με αυτοπεποίθηση μεταξύ σκανδιναβικού δόγματος και ενός κυρτού σύμπαντος α λά Κιούμπρικ ή Σοκούροφ.]
7) «Nouvelle Vague» του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ (Γαλλία/Η.Π.Α.)
[Δεν πρόκειται για σινεμά νοσταλγίας αλλά και η τελευταία έχει δυστυχώς ενοχοποιηθεί. Ο Λινκλέιτερ επιστρέφει με αξιοθαύμαστη προετοιμασία στο κάστινγκ σε μια από τις μεγαλύτερες τομές στην ιστορία του σινεμά. Δίχως ποτέ να μετατρέπει τον Γκοντάρ και την κοινότητα των Cahiers du Cinéma σε κακέκτυπα μίμησης του χρυσού παρελθόντος καταφέρνει να ταρακουνήσει με σκηνές όπως αυτή της εμφάνισης του Ροσσελλίνι και της οντολογίας της ηθικής στη νεορεαλιστική στάση της κάμερας προς την πραγματικότητα, να διαφωτίσει ως προς την αυθόρμητη «προχειρότητα» στα γυρίσματα του «Δίχως Ανάσα» (που δικαιολογούν και επιστημολογικά το «Εύρηκα!») και να υπομνήσει με χιούμορ ότι «αν θες να είσαι στην ώρα σου, φτάσε νωρίς», κάτι που ισχύει και για τη Nouvelle Vague.]
8 ) «Είμαι ακόμη εδώ» του Ουόλτερ Σάλες (Βραζιλία/Γαλλία)
[Δίχως κάποια απόκλιση από μια ορθόδοξη δραματουργία ο Σάλες επιστρέφει με ασφάλεια και δίχως κινηματογραφικό ρίσκο στον πολιτικό και οικονομικό κανιβαλισμό της Λατινικής Αμερικής κάτω από τις ευλογίες των Η.Π.Α και των εθνικών ελίτ. Εδώ πρόκειται για ένα καλοσκηνοθετημένο δράμα στις συνταγές ενός Γαβρά αλλά πολύ μακριά από την κληρονομιά του Γκουζμάν και πολλών άλλων του «Τρίτου Σινεμά». Το δυναμό της ταινίας είναι η υποκριτική της Φερνάντα Τόρες με την αστείρευτη αλλά «ανθρώπινη-τόσο-ανθρώπινη» επιμονή, καρτερικότητα, και, τελικά, κατάφαση της αξιοπρεπούς ζωής (φυσικά όχι μόνο ως αστική ευπρέπεια) απέναντι στις επιταγές των μίντια. Δίπλα σε αυτή την τραυματική αλλά υπερήφανη πορεία προς τη δικαίωση στήνεται με ζωτική θαλπωρή και μια δεύτερη στρώση για την κινηματογράφηση και τη μνήμη.]
9) «Μια μάχη μετά την άλλη» του Πολ Τόμας Άντερσον (Η.Π.Α.)
[Οι μεγάλοι δημιουργοί κινηματογραφούν επί της ουσίας μια απλή ιδέα και έπειτα αυτή αποφλοιώνεται στις πολλαπλές πτυχές της, δίχως ωστόσο ποτέ να λησμονηθεί. Ο Πολ Τόμας Άντερσον δεν είναι τέτοιος και πασχίζει, όπως οι περισσότεροι σήμερα, να ‘διαβάζεται΄ η ταινία με διττό τρόπο (και ως καταγγελία του MAGA αφηγήματος αλλά και ως διακωμώδηση της αντίστασης προς αυτό, όπως ισχύει και για την κριτική ματιά του προς την πατριαρχία και τον σωματικό φεμινισμό) δίχως όμως να στοχεύει σε ‘θέση’. Στις αρετές της η καταγραφή της υπόγειας Αμερικής ένθεν και ένθεν, στις αστοχίες της κυρίως το στυλιζάρισμα σε κεντρικούς χαρακτήρες, καθώς και ο οπορτουνιστικός σφετερισμός της εικονογραφίας του Άουσβιτς με την κατάληξη του Λόκτζο.]
10) «Sirat» του Όλιβερ Λάσε (Ισπανία/Γαλλία)
[Στηλιτεύοντας με όρους ‘πολιτικής ορθότητας’ μια δραματουργική απόφαση η οποία ωχριά μπροστά σε κάθε λογής mainstream και arthouse προσομοίωση της βίας τέτοιες κρίσεις για την ταινία του Λάσε ενδέχεται να υποτιμήσουν την εμπνευσμένη κινηματογραφική διαχείριση του χώρου [η έρημος], τη δυστοπική συνεκδοχή της και τις αναφορές σε Τζον Φορντ, φον Στρόχαϊμ («Greed») και Αντονιόνι. Δεν θα μνημονεύεται για καιρό αλλά στα πλαίσια της εν γένει ερημοποιημένης κινηματογραφικής γλώσσας σήμερα δεν περνά απαρατήρητη.]
ΑΛΛΕΣ ΑΞΙΟΠΡΟΣΕΚΤΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ:
«Το 47» του Μαρσέλ Μπαρένα (Ισπανία)
[Τίμιο έργο ρεαλισμού και πολιτικής της χειραφέτησης με βάση τελικά την πολιτική ανυπακοή που εκτυλίσσεται γύρω από τον αγώνα της τοπικής κοινωνίας να συνδεθεί μια απομακρυσμένη εργατική συνοικία με το υπόλοιπο μητροπολιτικό δίκτυο μέσων μαζικής μεταφοράς. Δεν θα κομίσει κάποιος μια ιδιαίτερη κινηματογραφική γραφή εδώ, ωστόσο, η κεντρική ερμηνεία, το ταπεινό κοινωνικό περιβάλλον, καθώς και το ότι αντλεί από πραγματικά γεγονότα καθιστά το «47» ακόμη πιο αποτελεσματικό συναισθηματικά παρά την σχηματική σκιαγράφηση των χαρακτήρων ή ίσως ακριβώς λόγω αυτής.]
«Βερμίλιο: Η Νύφη του Βουνού» της Μάουρα Ντελπέρο (Ιταλία/Γαλλία/Βέλγιο)
[Κατώτερη της υποδοχής της ως ποιητικής και υποβλητικής ματιάς στον πόλεμο, η ταινία της Ντελπέρο δεν επιχειρεί (και μάλλον δεν δύναται) να αφήσει κάποιο στιβαρό αποτύπωμα. Οι φορμαλιστικές πινελιές είναι καλαίσθητες αλλά ρηχές διότι η στατική κάμερα δεν επενδύει σε κάποιο σημειολογικό πλούτο στο αλπικό φόντο και έτσι εγκλωβίζεται σε διακοσμητικό ρόλο, δίχως να συνδέεται δομικά με την αφηγηματική βραδύτητα της ταινίας όντας μάλλον παρακολούθημα της τελευταίας. Ωστόσο, το νεύμα στον Μπρεσόν είναι καλοδεχούμενο, ευαίσθητα φιλτραρισμένο και η τροπή μιας κοινωνίας, όπου ο πόλεμος αποπροσανατολίζει τη σχετική ευταξία του αλπικού χωριού και μεταθέτει τη δύναμη στο γυναικείο πράττειν, φανερώνει μια λεπτοδουλεμένη φεμινιστική ματιά.]
«Ο Κύριος των Νεκρών» του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ (Καναδάς/Γαλλία)
[Χαμένη ευκαιρία από τον Κρόνενμπεργκ η τελευταία του ταινία, πιστή όμως στο κινηματογραφικό του πρόγραμμα με έμφαση στη σύζευξη σάρκας και τεχνολογίας αλλά κυρίως στην απώλεια της πραγματικότητας και της ίδιας της κινηματογραφικής εικόνας. Αν τα φιλοσοφικά ερωτήματα κυρίως αυτά που περιστρέφονται γύρω από το ζήτημα της προσομοίωσης της πραγματικότητας τίθενται έμμεσα αυτά που κυριαρχούν ως προς τη θνητότητα και τον high-tech καπιταλισμό ντοπαρισμένο με την τεχνητή νοημοσύνη αναλώνονται σε τερτίπια με «σωσίες» τα οποία μετατρέπουν την ταινία σε αναμέτρηση του σκηνοθέτη με το προσωπικό του δράμα και δαίμονες, κυριαρχία του νοσηρού και τελικά την παράδοση του σινεμά στην νεκρική προσομοίωσή του.]
«2073» του Ασίφ Καπάντια (Ηνωμένο Βασίλειο/Η.Π.Α.)
[Τούτο το σύγχρονο ντοκιμαντέρ-μυθοπλασία έλκεται από μια κριτική πολιτισμού, αντλώντας από το αριστούργημα του Κρις Μαρκέρ «La Jetée» αλλά και από τον Ταρκόφσκι. Ο Καπάντια έχει φόντα και το έχει αποδείξει πολλάκις στα προηγούμενα ντοκιμαντέρ του. Όμως η πρωτοβουλία για μια τρωγλοδύτισσα από το δυστοπικό 2073 η οποία ανακαλεί τα γεγονότα που οδήγησαν στην έσχατη συστημική αποσάθρωση είναι όχι μόνο αχρείαστη αλλά και κινηματογραφικά παράφωνη. Αυτό, ωστόσο, που συγκροτεί μια κινηματογραφική συγχορδία της απεικόνισης της δυστυχίας είναι το αρχειακό υλικό και η διαγνωστική του σε ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών προβλημάτων και κοινωνικών απορρυθμίσεων που ταλανίζουν έναν κόσμο στο έλεος της εικονικής πραγματικότητας.]
«The Mastermind» της Κέλι Ράιχαρντ (Η.Π.Α./Ηνωμένο Βασίλειο)
[Εξπέρ του σκωπτικού ρεβιζιονισμού στο σινεμά είδους, η Ράιχαρντ εισέρχεται στο Κοενικό σύμπαν της ασημαντότητας και με ειρωνεία σκηνοθετεί μια απόπειρα ληστείας σε ένα περιφερειακό μουσείο. Τα εκθέματα συμβαδίζουν με τη φωτογένεια των λήψεων, ωστόσο αποτελεί αίνιγμα η κάκιστη ποιότητα και σχετικά μεγάλη διάρκεια των νυχτερινών πλάνων που έρχονται να απονευρώσουν ακόμα περισσότερο τον βραδυφλεγή ρυθμό τον οποίο υπηρετεί η Ράιχαρντ χάνοντας αφηγηματικό και περιεχομενικό νήμα, τους περιφερειακούς χαρακτήρες, το κινηματογραφικό είδος στο οποίο δουλεύει αλλά και θεατή λίγο πριν το δεύτερο μισό της ταινίας. Ίσως η λιγότερο ενδιαφέρουσα ταινία της.]
«Όλα όσα Φανταζόμαστε ως Φως» της Παγιάλ Καπάντια (Ινδία/Γαλλία/Ολλανδία)
[Το ινδικό σινεμά θα πρέπει να αποκατασταθεί στη χώρα μας. Στην Ασία η μόνη κινηματογραφική που την υπερβαίνει είναι η ιαπωνική. Η ταινία της Καπάντια που ούτε κατά διάνοια προσεγγίζει, ας πούμε ενδεικτικά, τις κορυφαίες 200 ινδικές ταινίες από καταβολής κινηματογράφου, φανερώνει αρετές που βρίσκονται στο νεορεαλιστικό χάρτη της τεράστιας αλλά και κατακερματισμένης σε θρησκείες, εθνότητες και φυλές χώρα. Επενδύει με ιδιαίτερη επιτυχία στο φως καθώς φιλμάρει τη Βομβάη με πολύχρωμες αντανακλάσεις στα βρεγμένα οδοστρώματα λούζοντας διακριτικά τις τρεις νοσοκόμες με όμορφες αποχρώσεις του μπλε. Αυτή η ματιά σε συνάρτηση με κάποια σχεδόν υπερρεαλιστικά πλάνα αλλά και τις μύχιες επιθυμίες των ηρωίδων αποτελεί κομψό δείγμα σύγχρονου ανθρωπιστικού σινεμά. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται το Grand Prix στο Φεστιβάλ Καννών.]
«Η Ζωή του Τσακ» του Μάικ Φλάναγκαν (Η.Π.A.)
[Κατά παράδοξο τρόπο η άλλη πλευρά της ταινίας του Κρόνενμπεργκ. Σίγουρα υστερεί σε κινηματογραφική μαεστρία και η εναρκτήρια σεκάνς σε προτρέπει να εγκαταλείψεις την αίθουσα. Η Σπιλμπεργκιανή του ύφανση είναι επίσης κάτι που ενδέχεται να αποξενώσει τον κινηματογραφόφιλο που έχει πάρει διαζύγιο από τον συναισθηματικό φονταμενταλισμό του είδους. Ωστόσο, όχι μόνο μέσα από το φιλοσοφικό πρίσμα που διαθλά ο στίχος του Γουίτμαν και οι συλλογισμοί του Σαγκάν, αλλά και από την ουσιαστική ερμηνεία της αιωνιότητας που αποτυπώνει το ίχνος της στο συλλογικό με τη νίκη της ανθρώπινης κουκίδας απέναντι στο αχανές σύμπαν που αποτυπώνεται ότι «εγώ το σκέπτομαι». Μαζί έρχεται και το αισθάνεσθαι και παρά το γεγονός ότι οι διδακτικές απλουστεύσεις βρίσκονται σε αφθονία είναι δύσκολο να μην συγκινηθείς από την γενεσιουργό ζωτική ορμή της (τυχαίας) στιγμής. Επίσης δύσκολο να φανταστείς τι ενδιαφέρον θα είχε η ταινία δίχως την κινητική ζωντάνια του υπέροχου Τομ Χίντλστον.]
ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ:
«Ρίφενσταλ: Στην Καρδιά του Τρίτου Ράιχ» του Άντρες Βάϊελ (Γερμανία)
[Έχοντας βρεθεί πρόσωπο με πρόσωπο με τη Λένι Ρίφενσταλ σε μια μάλλον εσκεμμένα μη προβεβλημένη εκδήλωση για την έκδοση της αυτοβιογραφίας της στα ελληνικά πίσω στο 1998, δε μπορώ παρά να μην προβληματίζομαι ακόμη για τη μαγνητική επίδραση της (ναρκισσιστικής) προσωπικότητας την οποία επικαλείται η ίδια ως προς την χαρισματική αύρα του Χίτλερ και την επιρροή που άσκησε σε αυτή αλλά και σε εκατομμύρια Γερμανούς (και όχι μόνο). Το ντοκιμαντέρ του Βάϊελ φέρνει στην επιφάνεια νέο αρχειακό υλικό που διαφωτίζει τελικά ως προς το γεγονός ότι η ταύτισή της με το καλλιτεχνικό πρίσμα στον κόσμο υπήρξε τέτοια που έθεσε εκτός πλάνου οτιδήποτε πολιτικό. Σχεδόν υπερρεαλιστικά τα στιγμιότυπα από την επίσκεψή της στο Σουδάν.]
ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ:
«Θραύσματα για την Αφροδίτη (Fragments for Venus)» της Αλίς Ντιόπ (Γαλλία/Ιταλία)
[Μετα-αποικιακή ματιά στην υψηλή τέχνη της Ευρώπης και ευφυής αναπλαισίωση του ζωγραφικού πίνακα με βάση την προσεκτικότερη εστίαση στους Αφρικανούς δούλους της Αυλής και των κυριών, την αφρικανική θέαση/τοποθέτηση προς το (ευρωπαϊκό) κάλλος και την μεταφορά της νέας ματιάς των στερημένων στους δρόμους της σύγχρονης μητρόπολης και της ταυτοτικής μόδας].
(ΟΧΙ ΤΟΣΟ) ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΕΣ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΕΙΣ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ:
«Βουγονία» του Γιώργου Λάνθιμου (Ιρλανδία/Ηνωμένο Βασίλειο/Καναδάς/Ν.Κορέα/Η.Π.Α.)
[Αν η πραγματικά θαρραλέα τελική σεκάνς για την κατάσταση της ανθρωπότητας ως απόρροια μιας κρίσης (Θεοδικίας) για τα ανάξια πεπραγμένα της συμπεριλάμβανε μια λήψη με τον ίδιο τον Λάνθιμο, τους ηθοποιούς του, και το κινηματογραφικό του συνεργείο τότε θα μιλούσαμε για μια σπουδαία ενδεχομένως χειρονομία αυτοσαρκασμού αλλά και απόδοσης δικαίου για το μερίδιο ευθύνης που τού αναλογεί. Όμως αυτό δεν συμβαίνει. Η σαθρή (και μνησίκακη) κριτική πολιτισμού αλλά και η αναθεώρηση της καταγωγής των ειδών οδηγεί σε μια αποκρουστική ιδεολογία πολύ χειρότερη από αυτή που ο Λάνθιμος μέμφεται (ή τρολάρει). Η δε προσομοίωση της βίας α λα Ταραντίνο αφαιρεί πρόσθετη βαρύτητα από τη διάσωση του «ανθρώπινου» και αντανακλά μια «εναλλακτικού» τύπου αποστασία με θαμπή μόνο την καίρια πολιτική αναλαμπή του «Poor Things».]
«Καμία άλλη επιλογή» του Παρκ Τσαν-γουκ (Ν.Κορέα)
[Δεξιοτέχνης της κινηματογραφικής αναπαράστασης του χώρου και των κοινωνικών ταξινομήσεων στις κρύπτες του, ο Παρκ Τσαν-γουκ δεν διαπρέπει εδώ με την βεβιασμένη οικο-μαρξιστική κριτική πολιτισμού. Όχι γιατί αυτή δεν είναι σχετική με την φυσική και κοινωνική αποψίλωση σήμερα αλλά διότι στην κινηματογραφική της απόδοση είναι αδικαιολόγητα φορτωμένη με ένα χυλό (κινηματογραφικών) παραπομπών, θορυβώδης στον παρωδικό παροξυσμό της και εξουθενωτικά μεγάλη σε διάρκεια. Υπήρχαν πολλές άλλες επιλογές.]
«Eddington» του Άρι Άστερ (Η.Π.Α./Ηνωμένο Βασίλειο/Φινλανδία)
[Κακοχωνεμένο ως προς τα είδη του (Αμερικανικού) σινεμά νεο-γουέστερν το οποίο παρά την έμφαση στη σκοποβολή του τοπικού σερίφη και των βοηθών του χάνει την πολιτική του στόχευση και ως κακέπτυπο του Πωλ Τόμας Άντερσον όχι μόνο επιδίδεται σε μια βουλιμική κριτική πολιτισμού (από τον ΤΝ καπιταλισμό και τα αιολικά πάρκα μέχρι την κουλτούρα των όπλων, την τοπικιστική εμμονή της περίφραξης, τους influencers των κοινωνικών μέσων δικτύωσης, τον ρατσισμό και την πολιτική της ταυτότητας μεταξύ άλλων) αλλά αναπαράγει με προφανή παρωδική πρόθεση (ακόμα και στον «Ράμπο») λοβοτομημένους χαρακτήρες και δήθεν περίτεχνη ευκολία στην ειρωνική παραίτηση της πολιτικής ήττας. Επιστρέφει κάποιος σε σενάρια και ταινίες του Τζων Σέιλς για τα ίδια ζητήματα μήπως και ξαναθυμηθεί το σινεμά.]
Έργα που δοκίμασαν τις αντοχές μου και σχεδόν φλερτάρουν με την ταμπέλα «δεν βλέπεται» είναι το «Misericordia» του Αλαίν Γκιροντί (Γαλλία/Ισπανία/Πορτογαλία), το «Φράνκενσταϊν» του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο (Μεξικό/Η.Π.Α.) και το «Train Dreams» του Κλιντ Μπέντλεϊ (Η.Π.Α.).
ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΣΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΙΝΕΜΑ
(από τις δεκάδες παλαιότερες και σπουδαίες ταινίες που ανακάλυψα μέσα στο 2025, ενδεικτικά πέντε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον):
1) «Το Χρονικό μιας Εξαφάνισης (Chronicle of a Disappearance)» του Ελία Σουλεϋμάν (Παλαιστίνη/Γαλλία, 1996)
2) «Εκδικηθείτε, αλλά μόνο το ένα μου μάτι (Necham Achat Mishtey Eynay)» του Άβι Μογκράμπι (Ισραήλ/Γαλλία, 2005)
3) «Δίχως Μάρτυρα (Bez Svideteley)» του Νικίτα Μιχάλκοφ (ΕΣΣΔ [Ρωσία], 1983)
4) «Ανύτσκα (Annychka)» του Μπόρις Ιβτσένκο (ΕΣΣΔ [Ουκρανία], 1968)
5) «Μην Πυροβολείτε τον Χαρταετό (Uçurtmayi Vurmansilar)» του Τούντς Μπασαράν (Τουρκία, 1989)
* Ο Σπύρος Γάγγας διδάσκει κοινωνιολογία και σπουδές κινηματογράφου στο Deree-The American College of Greece. Παράλληλα, ασχολείται με την κριτική κινηματογράφου και έχει δημοσιεύσει για το ιαπωνικό σινεμά καθώς και για την σχέση κινηματογράφου και κοινωνίας. Μικρότερα κείμενά του για τον κινηματογράφο φιλοξενήθηκαν στο περιοδικό «Το Δέντρο». Έχει διατελέσει πρόεδρος του Edinburgh University Film Society (1992-1993). Είναι δημιουργός του κινηματογραφικού μπλογκ Vanguard Cinema.![]()
Χριστιάνα Ιωάννου
Ταινίες Μυθοπλασίας (μεγάλου μήκους)
The Secret Agent - Kleber Mendonça Filho
It Was Just An Accident – Jafar Panahi
Hamnet - Chloé Zhao
The Voice of Hind Rajab - Kaouther Ben Hania
Sentimental Value – Joachim Trier
No Other Choice – Park Chan-wook
Sound of Falling – Mascha Schilinski
The Mastermind – Kelly Reichardt
Frankenstein – Guillermo Del Toro
Ντοκιμαντέρ (μεγάλου μήκους)
Afternoon of Solitude – Albert Serra
Direct Action - Guillaume Cailleau, Ben Russell
Orwell 2+2=5 – Raoul Peck
Cutting Through Rocks - Sara Khaki, Mohammadreza Eyni
Ταινίες Μυθοπλασίας (μικρού μήκους)
I’m Glad You’re Dead Now – Tawfeek Barhom
Lili - Zhaoguang Luo, Shuhan Liao
12 Moments Before The Flag-Raising Ceremony - Qu Zhizheng
Πειραματικές/Εναλλακτικές (μικρού μήκους)
The Long Way to Pasture - Ilgiz-Sherniiaz Tursunbek uulu
Crub – Elena Kulesh
* Η Χριστιάνα Ιωάννου είναι σκηνοθέτρια, επιμελήτρια προγραμμάτων και μέλος της προκριματικής ομάδας του διεθνούς διαγωνιστικού τμήματος στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Κύπρου, επιμελήτρια του Φεστιβάλ Εικόνες και Όψεις του Εναλλακτικού Κινηματογράφου και ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Υπήρξε καλλιτεχνική διευθύντρια του Cyprus Contemporary Film Centre.![]()
Νίκος Οικονομίδης
Οι 10 ταινίες που μου άρεσαν περισσότερο φέτος από όσες παίχτηκαν σε αίθουσα (αξιολογικά)
1) The Shrouds ( Ο κύριος των νεκρών). David Cronenberg
2) After the hunt ( Μετά το κυνήγι). Luca Guadagnino
3) Oh Canada. Paul Schrader
4) Keeper. Osgood Perkins
5) Good boy. Ben Leonberg
6) Queer. Luca Guadagnino
7) A complete unknown. James Mangold
8 )The rule of Jenny Pen (Η εξουσία της κούκλας). James Ashcrof
9) The smashing machine (Η καρδιά ενός μαχητή). Benny Safdie
10)Caught stealing ( Κλέφτης από σπόντα). Darren Aronofsky
Και από ταινίες που δεν παίχτηκαν σε αίθουσες:
1) The Mastermind. Kelly Reichardt
2) Eddington. Ari Aster
3) The history of sound. Oliver Hermanas
4) Train dreams. Clint Bentley
5) Afternoons of solitude. Albert Serra
6) Rose of Nevada. Mark Jenkin
7) Blue Moon. Richard Linklater
8) Jay Kelly. Noah Baumbach
* Ο Νίκος Οικονομίδης είναι σινεφίλ. Υπήρξε συντάκτης του κινηματογραφικού περιοδικού Οθόνη.![]()
Μίμης Χρυσομάλλης
Οι ταινίες που ξεχώρισα τo 2025:
α) ξένες ταινίες
Όλα Όσα Φανταζόμαστε ως Φως της Παγιάλ Καπάντια
Η Νέα Χρονιά που δεν Ήρθε Ποτέ του Μπόγκνταν Μουρεζάνου
Είμαι Ακόμη Εδώ του Ουόλτερ Σάλες
Ρίτα της Παθ Βέγκα
Μάρκο: Μια Eπινοημένη Aλήθεια των Τζον Γκαράνιο & Αϊτόρ Αρεγκί
Το Κορίτσι με τη Βελόνα του Μάγκνους φαν Χορν
Βουγονία του Γιώργου Λάνθιμου
Τhe Brutalist του Μπρέιντι Κορμπέ
Nouvelle Vague του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ
A Complete Unknown του Τζέιμς Μάνγκολντ
β) ελληνικές ταινίες
Σπασμένη Φλέβα του Γιάννη Οικονομίδη
Το Ποτάμι του Χάρη Ραφτογιάννη
Χίλιες Λεύγες Κάτω από τη Θάλασσα της Nατάσσας Ξύδη
γ) ντοκιμαντέρ
Σάουντρακ για Ένα Πραξικόπημα του Γιόχαν Γκριμονπρέζ
Κάτω από τις σημαίες, ο ήλιος του Χουάνχο Περέιρα
TWST: Things We Said Today του Αντρέι Ούζικα
Σμιλεμένες Ψυχές του Σταύρου Ψυλλάκη
Πανελλήνιον του Σπύρου Μαντζαβίνου & Κώστα Αντάραχα
* Ο Μίμης Χρυσομάλλης είναι μουσικός και ερευνητής. Αρθρογραφεί τακτικά για θέματα μουσικής και κινηματογράφου, και ήταν διευθυντής παραγωγής στα ντοκιμαντέρ Ενθύμιον (2021) και Τα 4 Eπίπεδα της Ύπαρξης (2019). Επιμελείται τον κύκλο προβολών Η Ιστορία της Μουσικής Μέσα από τον Κινηματογράφο.![]()
Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου
Ξένες Ταινίες
Ένα Απλό Ατύχημα του Τζαφάρ Παναχί
Μια μάχη μετά την άλλη του Πολ Άντερσον
Είμαι Ακόμη Εδώ του Ουόλτερ Σάλες
Ευχαριστούμε για τη Συναλλαγή σας της Λάιλα Αμπας
A Complete Unknown του Τζέιμς Μάνγκολντ
Συναισθηματική Αξία του Γιοακίμ Τρίερ
Μαθήματα από Έναν Πιγκουίνο του Πίτερ Κατάνεο
Φαντάσματα από το Παρελθόν του Τζοναθάν Μιλέ
Ο ήχος της πτώσης της Μάσα Σιλίνσκι
Ελληνικές ταινίες
Βουγονία του Γιώργου Λάνθιμου (τον βάζω στις ελληνικές από αγάπη – είναι όμως διεθνής παραγωγή η ταινία προφανώς)
Κρέας του Δημήτρη Νάκου
Σπασμένη Φλέβα του Γιάννη Οικονομίδη
Νυχτερινός Εκφωνητής του Ρένου Χαραλαμπίδη
Τα κάλαντα των Χριστουγέννων του Χρήστου Κανάκη
Ντοκιμαντέρ
Σάουντρακ για Ένα Πραξικόπημα του Γιόχαν Γκριμονπρέζ
Λενάκι δύο φωτιές και δύο κατάρες του Δημήτρη Ινδαρέ
Σμιλεμένες Ψυχές του Σταύρου Ψυλλάκη
Super Paradise: The Story of Mykonos του Στηβ Κρικρή
Πανελλήνιον των Σπύρου Μαντζαβίνου & Κώστα Αντάραχα
Καίτη Δρόσου: κιβώτιο μνήμης της Αθανασίας Δρακοπούλου
Η καρδιά του ταύρου της Εύας Στεφανή
Επιστροφή στην πατρίδα των Χρύσας Τζελέπη και Άκη Κερσανίδη
* Η Ζωή- Μυρτώ Ρηγοπούλου είναι ψυχολόγος, κριτικός κινηματογράφου και μεταφράστρια. Είναι επίσης συγγραφέας του βιβλίου Καλοί καιροί, εκδ. Κέδρος (2005).
![]()
Καλλιόπη Πουτούρογλου
Προβολή σε κινηματογραφικές αίθουσες
Ι. Ξένες
Grand Tour, Miguel Gomes
It Was just an Accident, Jafar Panahi
Father Mother Sister Brother, Jim Jarmusch
One Battle After Another, Paul Thomas Anderson
Sentimental Value, Joachim Trier
Misericordia, Alain Guiraudie
Bugonia, Γιώργος Λάνθιμος
If I Had Legs I'd Kick You, Mary Bronstein
Dreams (Sex Love), Dag Johan Haugerud
All We Imagine as Light, Payal Kapadia
After the Hunt, Luca Guadagnino
Νouvelle Vague, Richard Linklater
Late Shift, Petra Biondina Volpe
II.
Α) Το 42λεπτο οπτικοακουστικό project It’s not Me του Leos Carax, ένα κινηματογραφικό δοκίμιο για τη δημιουργία της εικόνας, την εξουσία και την πολιτική
Β) Ανάμεσα στις ποικίλες ταινίες τρόμου (body horror κυρίως) το εντυπωσιακό ντεμπούτο της νορβηγίδας Emilie Blichfeldt, The Ugly Stepsister
III. Ελληνικές
Σπασμένη Φλέβα, Γιάννη Οικονομίδη
Κυνήγι, Χρήστου Πυθαρά
Κιούκα - Πριν το τέλος του καλοκαιριού, Κωστή Χαραμουντάνη
Σμιλεμένες Ψυχές, Σταύρου Ψυλλάκη (ντοκιμαντέρ)
Τα Τέρματα του Αυγούστου, Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου (ντοκιμαντέρ)
Προβολή σε Φεστιβάλ
Ι. Ξένες
Two Prosecutors, Sergei Loznitsa
Sirāt, Oliver Laxe
The Mastermind, Kelly Reichardt
Mirrors No.3, Christian Petzold
Romeria, Carla Simón
Kontinental ΄25, Radu Jude
Silent Friend, Ildikó Enyedi
Reedland του Sven Bresser
I Only Rest in the Storm, Pedro Pinho
The Luminous Life, João Rosas
Stepne, Maryna Vroda
Tiger's Pond, Natesh Hedge
ΙΙ. Ελληνικές
Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάτυ, Γιώργου Γεωργόπουλου
Δεξιώσεις, Φίλιππου Τσίτου
Μπιτσκόμπερ, Αριστοτέλη Μαραγκού
Ντοκιμαντέρ
Only on Earth, Robin Petré (doc)
Under the Flags, the Sun, Juanjo Pereira
Requiem in Salt, Σύλβιας Νικολαΐδου & Νικόλα Ιορδάνου
* Η Καλλιόπη Πουτούρογλου είναι κριτικός κινηματογράφου, βοηθός σύνταξης του Σινεφίλια [Cinephilia.Gr]![]()
Δημήτρης Μπάμπας
I.
Grand Tour, Miguel Gomes
It Was just an Accident, Jafar Panahi
One Battle After Another, Paul Thomas Anderson
Sinners, Ryan Coogler
Sentimental Value, Joachim Trier
Misericordia, Alain Guiraudie
All We Imagine as Light, Payal Kapadia
A Complete Unknown, James Mangold
II.
Late Shift, Petra Biondina Volpe
Jay Kelly, Noah Baumbach
Black Bag, Steven Soderbergh
F1 the Movie, Joseph Kosinski
III.
Sex, Dag Johan Haugerud
Dreams (Sex Love)/ Drømmer, Dag Johan Haugerud
Love/ Kjærlighet, Dag Johan Haugerud
&
Νouvelle Vague, Richard Linklater
Blue Moon, Richard Linklater
IV.
What Does That Nature Say to You, Hong Sang-soo
Mirrors No.3, Christian Petzold
I Only Rest in the Storm, Pedro Pinho
Anoche conquisté Tebas (Last Night I Conquered the City of Thebes), Gabriel Azorín
Harà Watan (Lost Land), Akio Fujimoto
Le rendez-vous de l'été (That Summer in Paris), Valentine Cadic
V.
Σπασμένη Φλέβα, Γιάννη Οικονομίδη
Επιστροφή στην Πατρίδα των Άκη Κερσανίδη & Χρύσας Τζελέπη
Requiem in Salt, Σύλβια Νικολαΐδου & Νικόλας Ιορδάνου
Εκτροπή , Μαρίνος Καρτίκκης
VI.
Under the Flags, the Sun, Juanjo Pereira
Monk in Pieces, Billy Shebar
TWST: Things We Said Today, Andrei Ujică
VII.
Asura, Hirokazu Kore-eda
* Ο Δημήτρης Μπάμπας είναι υπεύθυνος σύνταξης του Σινεφίλια [Cinephilia.Gr], μέλος της προκριματικής επιτροπής στο φεστιβάλ Beyond Borders-Διεθνές Φεστιβαλ Ντοκιμαντέρ (Καστελλόριζο) και επιμελητής προγράμματος στο φεστιβάλ Εικόνες και όψεις του Εναλλακτικού Κινηματογράφου (Λευκωσία).



