του Vytautas Katkus
(κριτική: Καλλιόπη Πουτούρογλου)
b_505X0_505X0_16777215_00_images_2425_the-visitor.jpg

Ένας άντρας επιστρέφει για λίγο στη γενέτειρά του, μια μικρή παραθαλάσσια πόλη της Λιθουανίας, ύστερα από χρόνια απουσίας. Είναι ο τριαντάχρονος Danielius που πλέον ζει και εργάζεται στη Νορβηγία, έχει μάλιστα πρόσφατα γίνει και πατέρας. Η επίσκεψη που φαίνεται αρχικά διεκπεραιωτική και στοχεύει στη γρήγορη πώληση ενός ακινήτου, εξελίσσεται σε κάτι μη αναμενόμενο, μια κατάσταση ενδιάμεση, με ανοιχτή ημερομηνία επιστροφής. Είναι τέλος καλοκαιριού και ενώ οι κάτοικοι της μικρής πόλης, παλιοί και νέοι γνώριμοι του ήρωα, φαίνεται να ζουν ακόμα στους χαλαρούς ρυθμούς μιας ζεστής εποχής που σιγά σιγά τους εγκαταλείπει, ο ίδιος ο Danielius περιπλανιέται άσκοπα στους  χώρους (εξωτερικούς κυρίως) ενός τόπου της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, οικείους και ξένους μαζί, λίγο πριν πάρει τη μεγάλη απόφαση.  
«Πώς να δραπετεύσεις από τον εαυτό σου;» τραγουδάει ένας υπαίθριος μουσικός σε ένα από τα πολλά τραγούδια που ακούγονται στην ταινία, όχι ως μουσική υπόκρουση αλλά ενταγμένα σε μια χαλαρή αφηγηματική κίνηση, δε θα λέγαμε δράση. Κι αυτός ο στίχος φαίνεται να διαπνέει σαν θεματικό σχόλιο την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του λιθουανού σκηνοθέτη Vytautas Katkus, γνωστού από τις μικρού μήκους του Places (2020) και Cherries (2022). Επιμένοντας στο αναλογικό φιλμ και παραμένοντας στην ατμοσφαιρική αίσθηση του χώρου, με τη νατουραλιστική απεικόνιση στιγμιότυπων, κοινότυπων όσο και παράδοξων, ο Katkus διευρύνει εδώ το οπτικό του πεδίο, με μια λακωνική ταινία που θα μπορούσε να είναι και ένα χαμηλόφωνο ντοκιμαντέρ διπλής παρατήρησης. Από τη μια του θεατή που ακολουθεί με το βλέμμα του την αμφίρροπη και με αρκετούς «ανοίκειους» περισπασμούς διαδρομή ενός άντρα, που επιστρέφει στη γενέτειρά του για να πουλήσει το διαμέρισμα όπου έζησε παιδί και από την άλλη του ίδιου του ήρωα στους χώρους, στα πρόσωπα, στα πράγματα και στις μνήμες που τον περιβάλλουν και που δυσκολεύεται να αποχαιρετήσει. Η δεύτερη αυτή παρατήρηση-εξερεύνηση, στην οποία ο Danielius αφήνεται παθητικά να βουλιάξει και κατά την οποία κάποιες φορές κυριολεκτικά βυθίζεται, σαν σε βαθύ ύπνο, είναι κι αυτή που ενδιαφέρει περισσότερο τον δημιουργό. 
Στο The Visitor δε συμβαίνουν πολλά, ή σχεδόν τίποτα το σημαντικό. Κι όμως μέσα από σκηνές που διαδέχονται η μία την άλλη, με μία λεπτή διαχείριση της σχετικότητας του χρόνου, ο οποίος φαίνεται άλλοτε να ρέει, άλλοτε να οπισθοδρομεί -χωρίς να γίνεται ποτέ νοσταλγικός- και άλλοτε απλά να μένει στάσιμος (στις επανειλημμένες επισκέψεις του ήρωα στο κοντινό δάσος), ο Επισκέπτης ενός άλλοτε βιωμένου τόπου δεν επανασυνδέεται απλά με αυτόν αλλά διατρέχει όλο τον χάρτη μιας γεωγραφίας της μνήμης και της συνύπαρξης. Γιατί τόσο οι τόποι (ιδιωτικοί και δημόσιοι)  όσο και οι άνθρωποι που τους κατοικούν δε χάνονται τόσο εύκολα, ακόμα κι όταν τους έχουμε αφήσει πίσω μας οριστικά.  

Ο ίδιος ο Vytautas Katkus αναφέρει σε συνέντευξή του: «Είναι πολύ δύσκολο να αποσυνδέσεις ένα άτομο από το μέρος που το διαμόρφωσε. Για παράδειγμα, μεγάλωσα σε μια περιοχή γεμάτη πολυκατοικίες και μπετόν αλλά και περιτριγυρισμένη από δάσος. Αυτό το δάσος ήταν μέρος της πόλης. Για μένα, αυτή η βόλτα μέσα στο δάσος συμβόλιζε μια απόδραση σε έναν μεγαλύτερο κόσμο. Ακόμα και τώρα, τα δάση μου προκαλούν τα ίδια συναισθήματα. Πιστεύω ότι ο καθένας έχει τη δική του προσωπική σχέση με τους χώρους στους οποίους έχει περάσει πολύ καιρό. Αυτά τα μέρη γίνονται βαθιά προσωπικά, ακόμα κι αν είναι δημόσια. Αυτό που με γοητεύει είναι ότι κάθε δημόσιος χώρος έχει αμέτρητες προσωπικές αναμνήσεις και συναισθήματα. Μια μέρα, θα ήθελα πολύ να κάνω μια ταινία για κάποιον χωρίς να τον δείξω ποτέ, αλλά μόνο τα μέρη στα οποία κάποτε κατοικούσε. Η ταινία θα ήταν ένα είδος παζλ, που θα συνδύαζε τους ανθρώπους μέσα από τους χώρους που άφησαν πίσω τους».

Karlovy Vary 2025 / Διαγωνιστικό